Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Φθινόπωρο.


[.........]


Θα βρέχει τώρα και στο χωριό. Η βροχή θα μαστιγώνει τις πλάκες της αυλής και τα κεραμίδια. Το φρέσκο-σκαμμένο χώμα, απαλλαγμένο από τις ρίζες των καλοκαιρινών φυτών που πότε τσιγκούνικα και πότε γενναιόδωρα χάρισαν τους καρπούς τους, ρουφάει άπληστα το νερό. Ο ουρανός, σαν να μετάνιωσε ξαφνικά για το παρατεταμένο του γαλάζιο, θυμήθηκε πως φθινοπώριασε και γέμισε μαύρα σύννεφα. Οι χοντρές σταγόνες  του νερού πιτσίλισαν με μανία το τζάμι. Βρέχει ανελέητα και συνεχώς, βρώμικα ρυάκια κυλάνε στα σοκάκια της πόλης και κατηφορίζουν προς τον φυσικό τους αποδέκτη, την λίμνη. Το άλικο τριαντάφυλλο που άστραφτε προχθές κάτω από τον ήλιο της αυλής του χωριού, θα έχει ρίξει τα πέταλά του στην γη και τίποτα δεν θα θυμίζει την χαμένη του (τώρα πια) δόξα. Τα χρυσάνθεμα μόνο θα αντιστέκονται· και θα ψάχνουν να κρατήσουν την ηλιόλουστη ομορφάδα τους κάτω από τις σταγόνες της βροχής επιμένοντας σε κάτι μάταιο, αγνοώντας ίσως το «νόμιμο» και το φυσικό, που λέει πως όσο και να αγωνιάς για τον χειμώνα, εκείνος θάρθει και θάχει μπροστά του  για να σε θαμπώνει με την ομορφιά του, το πολύχρωμο φθινόπωρο …

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Τέσσερα.



Η Μέρκελ στην Αθήνα, η κρίση κυρίαρχη, ο πρωταγαπημένος  και πιο πιστός σου μπλογκο-φίλος στον ουρανό. Η ζωή  στο διαδίκτυο να μοιάζει όλο και πιο πολύ με την πραγματική. Μάσκες που αποκαλύπτουν, χαμόγελα γοητευτικά και αδιάφορα, αγάπες ασήμαντες και κάλπικες. Απουσίες που στιγματίζουν τον χώρο, και σχεδόν απαρατήρητες, μετατρέπονται σύντομα σε φευγαλέα ανάμνηση. Το φέιζμπουκ νικητής. Συνωστισμός  φίλων, στάτους, ομάδων, σελίδων. Χορταίνεις, αχόρταγος παραμένοντας. Όλο και πιο συχνά αναγνωρίζεις τα καμένα τσιπάκια  του εγκεφάλου σου, τα μετράς και συνεχίζεις. Κάτι σαν μαγνήτης σε τραβάει στο προφίλ σου. Αναζητάς ένα παράθυρο στον κόσμο που δεν υπάρχει, μόνο στην φαντασία σου το ονειρεύτηκες και στην αρχική σου  την σελίδα.

Σπάνια ξαναγυρνάς στο μπλογκάκι σου. Τούτο δω, δεν αστειεύεται. Θα σε γυρίσει τα μέσα-έξω, θα σε στίψει στις χίλιες τις στροφές, θέλει να του δώσεις ψυχή, πρέπει  να τα επιστρατεύσεις όλα. Έχει εσένα μέσα του και εσένα θέλει. Δεν μπορείς να του ξεφύγεις μ’ ένα λάικ.  Η σκέψη πως μόνο εδώ αξίζει να συχνάζεις, ελέγχεται ως υπερβολική. Είπαμε, η τιμή των πάντων, έχει πάρει την κατηφόρα και κυλάει ασταμάτητα  προς τα εκεί.

Διαβάζοντας τα προηγουμένων ετών γενέθλια- αναρτήσεις της agrampelli, δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλά σου.  Τα σχόλια, ευλογημένες αιτίες συγκίνησης, σε χαϊδέψανε και σε κανακέψανε για μιαν ακόμη φορά. Τους αγαπάς αυτούς τους ανθρώπους που με τις λέξεις τους, γράψανε ανεξίτηλα μέσα σου. Και σε ετούτο το τέλος των τεσσάρων χρόνων, ψάχνεις για μια καινούρια αρχή μέσα από παλιές αγάπες,  έμπνευση για το υπόλοιπο που ενδέχεται να υπάρξει εδώ.
 
«Πιστεύω την εγγενή δυνατότητα του ανθρώπου να εκπλήσσει», σου έγραψε ένας φίλος σήμερα και εσύ του απάντησες, «νομίζω, πως μόνο γι’ αυτές τις στιγμές ζω». Και τούτη δω, είναι  μια ώρα που σου γεννάει  μια αβάσταχτη ανάγκη σήμερα. Μια ανάγκη για εκείνο το ξάφνιασμα, το μοναδικό, που βάφει χρώμα κόκκινο τα μάγουλα και λαμπερό τα μάτια… 

(Η φωτογραφία του Κώστα Αρβανίτη.)

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Τέλος εποχής




Εδώ, είναι το σημείο που αποχαιρετάμε το καλοκαίρι, κάθε χρόνο. Το κάνουμε ασυνείδητα· ξαφνικά θυμόμαστε την εποχή που αλλάζει. Και με μια νοσταλγία ανακατεμένη με λυπημένη διάθεση, κοιτάμε τον ήλιο που δύει, και παρηγοριόμαστε με τον γλυκό Σεπτέμβρη…

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Ο Λύκος μας, δεν μένει πια εδώ


[…Πρώτα από όλα αγαπώ την Αγράμπελη μια φίλη που γνώρισα πριν από δύο περίπου χρόνια μέσα στο χάος του διαδικτύου και την αγαπώ τόσο που μου είναι αδύνατο να αρνηθώ την πρότασή της να παίξω στο παιχνιδάκι με τα «10 πράγματα που αγαπώ»….]

  έγραφε στο μπλόγκ του σε ανύποπτες ευτυχισμένες στιγμές…


¨Ητανε ένας άνθρωπος Ωραίος, με καρδιά  άκακου αρνιού και με όνομα Λύκου. Αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, τα λουλούδια, την ζωή. Φλέρταρε με τον θάνατο καιρό. Έφυγε νωρίς, μα όπως του άξιζε. Πολυαγαπημένος. Στο καλό Μοναχικέ μας Λύκε…

(η φωτογραφία από δικό του άλμπουμ  στο facebook)

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Μία μικρή ιστορία για το River Party.




[ Του άρεσε να παίζει με την άκρη της ζώνης της και το έκανε συνέχεια κάθε που βρισκότανε  δίπλα-δίπλα. Έπιανε τις δύο της άκρες με τα χέρια του και κάτι την ρώταγε πάντα, κοιτώντας την  στα μάτια: ]

-Λέγε, θα πάμε απόψε στο ποτάμι που θα είναι όλη η παρέα;
-Δεν σου  έχω πει να μην με πιάνεις από την ζώνη; Με νευριάζεις, άσε με!
-Καλά, σ αφήνω, αλλά θα ’ρθεις; Πες ναι…

[ Καλοκαίρι, δυο νεαρά  παιδιά και ένα χωριό στην άκρη του θεού. Βουνό καταπράσινο, πέτρινα σπίτια και ένα ποτάμι να το σκίζει στα δύο. Το βουνό, όχι το χωριό. Ρόλος του, να  ποτίζει και να  δροσίζει. Στα επόμενα χρόνια, θα γινότανε ο πρωταγωνιστής κάθε καλοκαιριού, αλλά αυτό θα το μάθαινε πολύ αργότερα. Προς το παρόν  κυλάει το γάργαρο και κατακάθαρο νεράκι στην κοίτη του και δροσίζει κάτι πιτσιρίκια που με τα βρώμικα βρακιά τους κολυμπάνε στα ρηχά του νερά.]

-Έλα ρε Μυρτώ, πείσε την μάνα σου να πάμε θα περάσουμε όμορφα…Χθές βράδυ το κανονίσανε θα είναι όλοι  εκεί,  οι αδερφές  του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ, αυτή που φοράει το σούπερ μίνι!

-Αχ βρε Άλκη, θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν; Αφού την ξέρεις την μάνα μου… Λες να μην το θέλω, αλλά παράτα την ιδέα, δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει, ούτε καν θα το προσπαθήσω, στο λέω. Και παράτα την ζώνη μου!!!!

  [Τα κορίτσια του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ,αυτή που φοράει το σούπερ μίνι, με έναν αέρα ελευθερίας που τις συνόδευε, απόκτημα της διαμονής τους «σε άλλη γη και άλλα μέρη» θα πηγαίνανε νύχτα στο ποτάμι, έξω από το χωριό με το κασετόφωνο του Παύλου και το φως του φεγγαριού, παρέα με τα αγόρια που ξετρελαίνονταν να τις συνοδεύουν και να μυρίζουν τον αέρα που τις τριγύριζε. Θα χορεύανε ακούγοντας ροκ, ντίσκο, Μπήτλς, Έλβις, νέο κύμα; Αδιάφορο, αφού είχανε ήδη μεθύσει με την προοπτική του κρυφού ραντεβού και την  γλυκειά αγωνία της αναμονής. Οι λιγότερο τολμηροί μαζί και η Μυρτώ θα χάνανε την έξαψη του πάρτυ, γιατί έτσι γίνεται πάντα, ο πιο γενναίος λέει κερδίζει και το κορίτσι και το παιχνίδι.]


-Θα μου πεις πως περάσατε ρε χαμένο; Ή θα συνεχίσεις να χαζογελάς με αυτό το ηλίθιο ύφος;
-Ρώτα τις φίλες σου, αυτές ξέρουν!
-Θα πάτε και σήμερα; Έτσι μου είπε η Σούζυ!
-Αφού το είπε η Σούζυ…Η Τζούλυ, είπε τίποτα;
- Η γιαγιά της μου είπε το πρωΐ, πως γύρισε μισομεθυσμένη και τραγούδαγε δυνατά.
-Αχά…Τραγούδαγε έ; Ωραία! Θα έρθει άραγε και σήμερα;
-Εσύ τι λές; "Ρίβερ πάρτυ-ρίβερ πάρτυ", φώναζε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς της ξυπόλητη και με τις ελβιέλες  στα χέρια!
-Α…και δεν μου λές; Εσύ κρυφοκοίταγες λιγάκι,ή μου φαίνεται;
-Βρε άει παράτα μας! Και εσύ δεν μου λές; Τι έγινε και παράτησες την ζώνη μου έ; E;;;;;


[ Εκείνο το μακρινό καλοκαιρινό βράδυ, στις όχθες του ποταμού που πότιζε και δρόσιζε το χωριό με τα πέτρινα σπίτια και έσκιζε το καταπράσινο βουνό στα δύο, γεννήθηκε το πρώτο river party .Κανείς από τους πρωταγωνιστές τους δεν φανταζότανε την συνέχεια που θα είχε στον χρόνο το συμβάν αυτό. Μόνο το ποτάμι «χαμογελούσε» και άπλωνε ήσυχα την αγκαλιά του στους νέους, που στα επόμενα καλοκαίρια αποζητούσανε όλο και πιο συχνά την δροσερή και παρήγορη γωνιά του για να στεγάσουν εκεί την έξαψή τους και την ανάγκη τους για  γλέντι και  χορό, αποφεύγοντας την ενοχλητική επιτήρηση των ενηλίκων. Για να μετρήσει φέτος πενήντα χιλιάδες εισιτήρια, τώρα, που το πάρτυ αυτό είναι πια μια υπόθεση του κόσμου όλου…]

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Λιλιπούτεια ελευθερία.


Η μικρή φιγούρα εμφανίστηκε ξαφνικά και χώρισε στα δύο το τοπίο. Στο εδώ, που το αποτελούσε η υπαίθρια αίθουσα πρωϊνού παραθαλάσσιου ξενοδοχείου και στο εκεί, της αμμουδιάς και της θάλασσας με έναν ήλιο από πάνω τους που μόνο τον Ιούλη τις κάνει να αστράφτουν έτσι. Η μικρή ήτανε χαριτωμένη, τόσο όσο χρειαζότανε για να τραβήξει την προσοχή μου ολόκληρη. Γύρω στα τέσσερα, ξυπόλητη με κοραλί φορεματάκι μακρύ, ως την μέση της γάμπας και μαλλάκι καρέ καστανόχρυσο. Αδιάφορη ως προς τα την τραπεζαρίας τεκταινόμενα, προχώρησε χωρίς αμφιβολίες προς την άμμο κάνοντας αναγνωριστικά βήματα.. Βύθιζε τα μικρά ποδαράκια  στο χάδι της και παίζοντας με αυτόν τον τρόπο, σήκωνε μια ανάλογης ποσότητας σκόνη από το χώμα στον αέρα και όλο ξεμάκραινε προς την θάλασσα. Η απομάκρυνση αυτή, συνέβαινε με μεγάλη φυσικότητα, χωρίς καμία ένδειξη δισταγμού, τόσο που με έκανε να αναρωτηθώ αν υπήρχαν οι γονείς, ή απλά η μικρή το είχε σκάσει από την ακτίνα της επίβλεψής τους, Γύρισα το κεφάλι μου ψάχνοντας για μία ένδειξη ανησυχίας· το ζευγάρι που πιθανότατα αποτελούσε αυτούς που αναζητούσα, ήτανε βυθισμένο στην πρωϊνή-αμίλητη ησυχία του καφέ. Παρατήρησα ένα γεμάτο νεροπότηρο άσπρο γάλα που μάλλον «ξεκουραζότανε» περιμένοντας τα χεράκια με το κοραλί φόρεμα να το τιμήσουνε. Γύρισα προς την θάλασσα. Η  μικρή μου έμπνευση είχε ξεμακρύνει αρκετά και η κομψή φιγούρα της φαινότανε παράλληλα με την ακτή να πετάει σαν χελιδονάκι. Αναλογίστηκα εδώ για το αόρατο σκοινί που μας συνδέει με τους φόβους μας. Εγώ π.χ. αν ξεμακρύνω μέσα στο νερό, ρίχνω συχνά το βλέμμα μου προς την ακτή, να εντοπίσω το σημείο που έχω ακουμπήσει τα πράγματά μου και αυτό είναι ένα πράγμα που μισώ, υπόλειμμα επιρροής που έχει ασκηθεί επάνω μου από το σκοινί που λέγαμε. Η ηρωΐδα μου όμως τυχερή (ως προς την ευρεία ακτίνα προσοχής των δικών της) και ανενόχλητη, έβρεχε τώρα τα ποδαράκια της στο νερό ανασηκώνοντας το φόρεμά της με τα δυό της χέρια. «Λίλα, Λίλα, έλα εδώ» ακούστηκε ξαφνικά και δύο φίλες της, (ή  ίσως αδελφές της) εμφανίστηκαν να τρέχουν προς το μέρος της. Η Λίλα γύρισε, τις κοίταξε και χαμογέλασε συνεχίζοντας αυτό που έκανε. Χωρίς δισταγμό και φόβο με μια σίγουρη αθωότητα, τέτοια που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν να χαίρονται και να επιβάλλουν. Οι δύο νεοφερμένες την ακολούθησαν στο παιχνίδι της. Πολύ αργότερα καθώς διάβαζα στην ξαπλώστρα μου, «τολμηρό παιδί η Λίλα σας» άκουσα, «πιο τολμηρή από εκείνην εγώ, η ψυχή μου το ξέρει, μα έτσι θέλω να μεγαλώσει, να περπατάει ξυπόλητη και να πατάει με σιγουριά στο χώμα»…

Έκλεισα το βιβλίο μου και βύθισα την ματιά μου στο γαλάζιο της θάλασσας χαμένη στην σκέψη μου. Όταν  άδειασα το μυαλό μου, μια μικρή οπτασία μου μίλησε: «Με λένε Ελευθερία, όχι Λίλα» μου χαμογέλασε…

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Μια ηλιαχτίδα


Να σε ξυπνάει μια ηλιαχτίδα,τζιτζίκια εν χορώ, (ζζζζζζζζζζζ.....) και  άρωμα ακακίας...Δεν το λες και χάλια:)

(άντε, και μουχλιάσαμε εδώ:)

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

μια τυχαία στιγμή.



Τους είδα ξαφνικά καθώς περπατούσα. Και οι δύο είχαν σηκωμένο το ίδιο χέρι, το δεξί, και το κουνούσανε σε μια κίνηση αποχαιρετισμού προς το υπεραστικό λεωφορείο της πόλης μας που εκείνη την στιγμή ξεκινούσε το ταξίδι του. Τα μάτια τους είχανε ζωγραφισμένη μέσα τους μια κουρασμένη απόγνωση, κάτι σαν ήσυχο θάνατο. Ύστερα πιαστήκανε χέρι-χέρι και φύγανε αργά-αργά  προς στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ίσως και να έπαιρνε μακριά ότι πιο πολύ αγαπούσανε…

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ένα παραμύθι


(αυτό το παραμύθι το έγραψε η φίλη της καρδιάς μου Καλλιόπη,σαν δώρο για την γιορτή μου·την ευχαριστώ και την αγαπώ...πολύ!)


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή σε όλο το Βασίλειο της Καστοριάς και το όνομά της έκρυβε την πιο σπάνια μυρωδιά, την έλεγαν Αρμπαρόριζα!Οι γονείς της την αγαπούσαν πολύ, μα ανησυχούσαν γιατί η Αρμπαρόριζα δεν έμοιαζε με τα άλλα κορίτσια, ήταν ατίθαση. Της άρεσε να είναι κάθε μέρα έξω και να παίζει στα νερά του ποταμού, να κυνηγάει κάμπιες και ελάφια και να ανακαλύπτει φωλίτσες χελιδονιών!
«Κόρη μας, -της έλεγαν οι γονείς της- έτσι όπως κάνεις, κανείς δεν θα σε θέλει για γυναίκα του! Πρέπει να μάθεις κέντημα και μαγειρική, να μάθεις με τους δασκάλους σου την Ανωτάτη Διπλωματική!»
Η Αρμπαρόριζα, όμως , δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Ήθελε να είναι κοντά στον ήλιο και να τρέχει μαζί με τα σύννεφα.
Τα χρόνια πέρασαν σα νεράκι και η μικρή Αρμπαρόριζα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά! Τα κάλλη της δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα από κανένα βασιλόπουλο στο βασίλειο, όμως κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει γιατί ήταν πολύ ελεύθερη και τη φοβόντουσαν .
«Κόρη μας  -της ξαναείπαν οι γονείς της μια μέρα- ήρθες σε ηλικία γάμου, το βασίλειό μας χρειάζεται διάδοχο, δεν γίνεται να μείνεις άλλο ανύπανδρη.»
Οι πιέσεις ήταν τόσο μεγάλες που η Αρμπαρόριζα έτρεξε στο αγαπημένο της ποτάμι και για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλλε τα κλάματα. Ένα με το γάργαρο νεράκι του ποταμού έγιναν τα δάκρυά της!
-Επ! Τι γίνεται εδώ; Ποιός με βρέχει; ακούστηκε μια φωνή.
-Ποιός μίλησε; η Αρμπαρόριζα ρώτησε τρομαγμένη.-Εγώ, ο Ποταμός! Αρκετή υγρασία έχω, γιατί με βρέχεις;  μμμ... μιαμμμ... και μάλιστα με αλμυρό νερό! Μήπως σε λένε Θάλασσα;
-Όχι, όχι! Αρμπαρόριζα με λένε! Δάκρυα πέσανε στο νεράκι σου Ποταμέ μου, κατά  λάθος! Συγγνώμη!
-Μμμμ!!! Για σκύψε λίγο να δω το προσωπάκι σου!
Η Αρμπαρόριζα έσκυψε και το πρόσωπό της καθρεφτίστηκε στα καθαρά νερά του Ποταμού.
-Ω! Ω! ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΚΟΠΕΛΑ!ΒΡΕ, ΒΡΕ,ΒΡΕ! Σε θυμάμαι, χρόνια τώρα έρχεσαι εδώ και παίζεις! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί τόσο κλάμα;
-Θέλουν να με παντρέψουν!
-Πολύ όμορφα! Δεν χαίρεσαι; Θα κάνεις παιδάκια και θα έχεις κάποιον δίπλα σου που θα σε αγαπάει!
-Δεν μπορώ να χαρώ Ποταμέ μου  γιατί δεν έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα κανέναν, δεν ξέρω τι είναι η αγάπη. Πώς θα γίνω ευτυχισμένη αν δεν αγαπήσω;
-Μα και βέβαια έχεις αγαπήσει!
-Έχω;
-Μα ναι! Αγαπάς τα λουλούδια, τα ζώα, τη φύση! Αγαπάς τα πουλάκια, το νερό μου, τα δένδρα! Αγαπάς το γέλιο και την ανεμελιά! Αγαπάς το τραγούδι και τα σύννεφα! Χρόνια σε παρακολουθώ που τρέχεις πλάι μου και χοροπηδάς μαζί με τα ελαφάκια.
-Ναι, Ποταμέ μου, με τι τρόπο να επιλέξω σύντροφο;  Οι γονείς μου θέλουν να κάνουν ένα χορό και να καλέσουν όλα τα βασιλόπουλα της Καστοριάς ,ώστε να επιλέξω σύζυγο… πώς; Αφού δεν έχω αγαπήσει κανέναν! Πώς θα ξέρω αν η επιλογή μου θα είναι σωστή;
-Αρμπαρόριζα! Συγκεντρώσου! Θα επιλέξεις ένα Σύντροφο που θα Αγαπάει τα ίδια με σένα και να είσαι σίγουρη θα γίνεις πολύ ευτυχισμένη!
- Μα κανένα βασιλόπουλο δεν με θέλει! Δεν έμαθα κέντημα και μαγειρική ,ούτε Διπλωματική!
-Τότε να είσαι σίγουρη ότι θα επιλέξεις ακόμη πιο σωστά!!!
Είπε ο Ποταμός και χάθηκε στα γάργαρα νερά του!

Το παλάτι λουζόταν από φως. Οι μάγειρες και οι μαγείρισσες είχαν γεμίσει τα τραπέζια με τα πιο πλούσια φαγητά: Πάπιες ψητές με σάλτσα πορτοκάλι, αγριογούρουνα με δαμάσκηνα, μήλα με κανέλλα, πατέ σολωμού, εστραγκόν με μύδια, πουρές από καρότα, πέστροφες με μαγιονέζα, ελάφια, γαλοπούλες, στρουθοκάμηλοι και κοτόπουλα, κρασί κόκκινο και άσπρο από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες και φρούτα όλων των ειδών και εποχών!
Όλος ο καλός κόσμος είχε δώσει το παρόν και δοκίμαζε τα πλούσια εδέσματα. Η Αρμπαρόριζα ,όμως, ήταν πολύ θλιμμένη. Παρατηρούσε τα βασιλόπουλα να κοιτάζουν τα φαγητά και να χαριεντίζονται με τις κυρίες των τιμών. Κανένα βασιλόπουλο δεν της άρεσε, και η θλίψη της γινόταν ακόμη πιο μεγάλη, όσο πλησίαζε η ώρα για τον χορό.
«Κόρη μας, -είπαν οι γονείς της- σε λίγο πρέπει να ανοίξεις το χορό! Πρέπει να διαλέξεις!»
Η Αρμπαρόριζα σηκώθηκε απότομα όρθια και φώναξε στην γεμάτη από κόσμο αίθουσα:
-ΟΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΜΟΥ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΣ ΜΟΥ!!!
ΕΧΕΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!
Η μητέρα της στο άκουσμα της παράξενης απαίτησης λιποθύμησε και ο βασιλιάς πατέρας της σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, απελπισμένος!
Η αίθουσα άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει, όπως είχαν και τα πιάτα γίνει καθρέπτης από τις τόσες ακρίδες στο παλάτι!
Κανείς δεν ήθελε την Αρμπαρόριζα για γυναίκα του και ψίθυροι ακουγόντουσαν ότι σίγουρα πάσχει από μια σπάνια ασθένεια…
Σχεδόν είχε αδειάσει η μεγάλη σάλα, όταν ξαφνικά ένα παλικάρι ακούστηκε να λέει:
-Βασιλοπούλα μου, τα μαλλιά σου είναι τα πιο όμορφα που υπάρχουν και γνωρίζω ένα λουλούδι που φυτρώνει σε κάθε αυλή και μπαλκόνι και έχει το δικό σου άρωμα, μα αν το κόψω θα χάσει την ομορφιά του. Μπορώ όμως να στο δείξω!
-Ωραία! πού είναι;
-Κάτω από το μπαλκόνι σου! Είναι ένα πράσινο φυτό που βγάζει όμορφα λιλά λουλουδάκια και κάθε που το ποτίζω ένα υπέροχο άρωμα αναδεύεται στην ατμόσφαιρα και τραγουδάει με τα μαλλιά σου!
Η βασιλοπούλα έτρεξε αμέσως να το δει. Κούνησε λίγο τα πράσινα φύλλα του και ένα υπέροχο άρωμα ελευθερώθηκε!
-Μα ποιό βασιλόπουλο είσαι εσύ;  ρώτησε η Αρμπαρόριζα το παλικάρι.
-Είμαι ο κηπουρός σας!             
Η Αρμπαρόριζα τον κοίταξε γεμάτη αγάπη και θυμήθηκε τα λόγια του Ποταμού.
-Θέλεις να χορέψουμε;
Ο κηπουρός της άγγιξε το χέρι και πήγαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν το πιο μελωδικό βαλς, και οι δυο νέοι έλαμπαν από ευτυχία! Οι γονείς της Αρμπαρόριζας αγκαλιασμένοι τους κοίταζαν με ικανοποίηση.
Στο γάμο τους παντού υπήρχαν ανθάκια του αρωματικού φυτού, που πήρε το όνομα της βασιλοπούλας και από τότε όλοι το έλεγαν Αρμπαρόριζα!
Η βασιλοπούλα, μάλιστα, για να ευχαριστήσει τον Ποταμό πήγε πολλές ρίζες αρμπαρόριζας και τις φύτεψε στην όχθη του!
Ο κηπουρός τη φρόντιζε σαν τα μάτια του τη βασιλοπούλα και έτσι ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑ!
Όλα αυτά έγιναν μια φορά κι ένα καιρό…

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Της Ζωής.


Εκείνα τα χρόνια που η άνοιξη ήταν  άνοιξη και όλες οι εποχές στην θέση τους, μια τέτοια μέρα σαν την σημερινή που γιορτάζεται η Zωή, (καθόλου τυχαία μέσα στην καρδιά της άνοιξης), γινότανε σε ένα διπλανό χωριό ένα πανηγύρι. Γέμιζε το μονοπάτι της χαράδρας που οδηγούσε εκεί, χρώματα από κοριτσίστικα φουστάνια, (ανακατεμένα με το λαδί των νιόφυτρων φυλλωμάτων), και φωνές ανακατεμένες με γελάκια, που ανέβαιναν ψηλά και χάιδευαν τον ασπρογάλαζο ουρανό. Σαν φτάνανε, στρώνανε οι γυναίκες χάμω τις κουρελούδες και ακουμπούσανε πάνω τους τα καλάθια που είχανε μέσα το φαγί και το πιοτί. Στις πιο μερακλίδικες παρέες είχε ανατεθεί ο ρόλος του να φροντίσουνε για την μουσική· παραδίπλα τους, είχανε τους γύφτους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, με τα κλαρίνα, τα νταούλια και το ακορντεόν και περιμένανε να τελειώσει η λειτουργία. Γύρω τους μαζευότανε κόσμος πολύς· ανυπόμονα περιμένανε την ώρα που το μερμήγκιασμα της σπονδυλικής στήλης θα διέταζε τον χορό...




Τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια, θέλοντας να απομακρυνθούνε  λιγάκι από την αρχέγονη επιτήρηση, κατεβαίνανε το μονοπάτι που οδηγούσε στον καταρράχτη και στην μικρή εκκλησία στην άκρη του γκρεμού. Χαιδεύανε οι άκρες των φουστανιών τις μαργαρίτες, και τα χαμηλωμένα ματοτσίνορα, τα δήθεν άφοβα μάτια των αγοριών που χλωμά από επιθυμία ακολουθούσαν τις διαταγές της σάρκας τους. Σε τέτοιους τόπους τότε συναντιόντουσαν οι νέοι με τον έρωτα, εκεί και με τα ανταμωμένα βλέμματα, αγαπούσαν ποθούσαν και μεθούσαν την ηδονή της επιθυμίας. Σαν έπεφτε το σούρουπο και όλα τελειώνανε, σιγά-σιγά συνέρχονταν οι άνθρωποι και όσοι είχανε κοινωνήσει με τον χορό, κουρασμένοι παίρνανε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με όλους τους άλλους, ακόμη και  με εκείνους που αυτό το πανηγύρι δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ….

(Το πανηγύρι της Τσούκας)

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

το δικό μου Πάσχα



Ένα φορεματάκι μάλλινο βεραμάν· με υφασμάτινα λουλουδάκια στο μπούστο και στρογγυλό γιακαδάκι. Μια ανεπαίσθητη ενοχή στο: «η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή. Κλεφτή ματιά, με άρωμα βιολέτας, στις λόγχες από το βλέμμα των αγοριών οι μυροφόρες. Επιτάφιος θρήνος : «ω γλυκύ μου έαρ» και στην επιστροφή η φωνή του ψάλτη: « τις εστί, βασιλεύς ή Ιουδαίος;». Μυρωδιές από  ανθισμένες πασχαλιές …
Τρία κορίτσια ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό. Με τις ανόμοιες ηλικίες τους παρέα και με κοινό προορισμό. Να αιχμαλωτίσουν μια αίσθηση της άνοιξης σε στολισμένες εκκλησίες και να νοιώσουν την δύναμη της κατάνυξης στον ανθοστόλιστο επιτάφιο. Η εξαίσια μυρωδιά της μαγειρίτσας το απόγευμα του Σαββάτου…Το τραπέζι της Λαμπρής συμπληρωμένο  με όσα ακριβώς του χρειάζονται. Κόκκινο και χαρά, σε ίσες δόσεις. Το ελάχιστο αίσθημα της απογοήτευσης και το άλλο, του κορεσμού, στο σούρουπο της Κυριακής. Ένα πάζλ αναμνήσεων, πασχαλινό, παλιό και καινούριο, γεμάτο σύγχυση αναμονής και  εξαιρετικής ποιότητας νοσταλγία….

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

βήμα-βήμα έρχεται η ανάσταση.


Ο Φλεβάρης, (όχι μόνος του παρέα με κείνον τον σκανταλιάρη φίλο του), εκνευρισμένος από τον βαρύ χειμώνα που κουβαλούσε στην πλάτη του και θέλοντας κάπου να ξεθυμάνει, μούδωσε μια γερή κουτουλιά και με έριξε κάτω. Εκεί κάτω συναντήθηκα με μια ανάλγητη influenza που πήρε και με ζύμωνε αργά-αργά, προσθέτοντας στο μείγμα ίσες δόσεις πυρετού και έντονου βήχα, συστατικά τα οποία σιωπηλά και ενωμένα κυβερνούσανε την ύπαρξή μου. Στην κυριαρχία της απάνω μέτρησα τα λουλούδια της άνοιξης που «με κρότο ανοίγανε ένα-ένα», καταπώς λέει και ο ποιητής. Κλεισμένη την βδομάδα η γρίπη, σαν έκπτωτη βασίλισσα με κοίταξε με το κρύο της βλέμμα, έκλεισε την πόρτα πίσω της και έφυγε. Έξω από το σπίτι, βήμα-βήμα οι χαιρετισμοί φέρνανε την ανάσταση…

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Ο κύριος Άρης και η Αγράμπελη.


Το σπίτι του κ. Άρη το χώριζε από το δικό μας ένας δρόμος· ένα κατηφορικό μακρύ δρομάκι που κυλούσε σαν ρυάκι προς την λίμνη. Είχε μια σιδερένια δίφυλλη πόρτα, με εκείνα τα θαμπά τζάμια που δεν σου επιτρέπανε να βλέπεις μέσα, μα που  αφήνανε αρκετό φως για να φωτίζει την σάλα που υπήρχε πίσω της. Τα τέσσερα σκαλιά της εισόδου από γκρίζο μωσαϊκό, ήτανε στολισμένα στην αριστερή τους πλευρά με λουλούδια, και μονίμως βρώμικα από την σκόνη του δρόμου και την λάσπη του χειμώνα. Τα ατού του σπιτιού ετούτου ήτανε τρία, πρώτον το πίσω μπαλκόνι που είχε την ωραιότερη θέα της γειτονιάς, δεύτερον το μαρμάρινο τζάκι στο σαλόνι τους  και τρίτον η κυρία Μαργαρίτα η όμορφη γυναίκα του.  Όλα ζηλευτά. Ο κ. Άρης λέγανε πως  ερωτεύτηκε την ωραία Μαργαρίτα με την πρώτη ματιά. Και αμέσως την ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δεν το σκέφτηκε πολύ· δέχτηκε γρήγορα την πρότασή του, (παρ’ όλο που ήτανε ξένος πράγμα που εκείνη την εποχή δεν αποτελούσε προνόμιο), πρώτον γιατί της χαμογέλασαν τα ζεστά λαδί μάτια του και δεύτερον γιατί είχε βαρεθεί να μην την αγαπούν. Είχε ήδη ζήσει μια ερωτική ιστορία με έναν όμορφο  αλλά αδιάφορο νέο και είχε προλάβει να διαισθανθεί πως το συμφέρον της ήτανε να παντρευτεί και όχι να επιμένει σε έναν άτυχο έρωτα.
Στο σπίτι εκείνο έμπαινα συχνά καθώς έκανα αρκετή παρέα με τον γιό τους τον Μιχάλη. Μόλις άνοιγε η πόρτα  και έκανες δυο τρία βήματα στην σάλα, σε κυρίευε μια μυρωδιά από κρέμα τοκαλόν και καπνό από το τζάκι. Καλοκαίρι και χειμώνα η μυρωδιά του καπνού ήταν ανεξήγητα παρούσα. Ο κύριος Άρης, όταν δεν βρισκότανε  στο εμπορικό του, καθότανε τον χειμώνα στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι  το  δε καλοκαίρι στο μπαλκόνι με την ωραία θέα· και πάντα διάβαζε· στο τραπεζάκι δίπλα του, ήτανε ακουμπισμένη μονίμως μια φρουτιέρα, (έτσι λέγαμε εκείνη την γυάλινη πιατέλα που είχε στο κέντρο της ένα «πόδι» στο οποίο και στηριζότανε) η οποία αντί για φρούτα, φιλοξενούσε βιβλία, ριγωτά χαρτάκια τετραδίου και  ένα μαύρο μολύβι. Μόλις μας άκουγε  να μπαίνουμε γελώντας, έκλεινε το βιβλίο κατέβαζε τα γυαλιά του και μας κοίταζε σαν να βρισκότανε σε όνειρο. «Πάλι με την Αγράμπελη τριγυρίζεις;» μονολογούσε. Αυτό εμένα με μπέρδευε· «γιατί με λέει Αγράμπελη;» ρωτούσα, «μην του δίνεις σημασία είναι λίγο «αλλαχού» ο μπαμπάς μου, έτσι λέει η μάνα μου, αλλά είναι πολύ καλός, ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου», μου απαντούσε ο Μιχάλης.
Ποτέ μου δεν έμαθα το πρόβλημα αυτού του σπιτιού, γιατί όπως απεδείχθει αργότερα, είχε πρόβλημα. Το ένοιωθες  όμως αμέσως μόλις έμπαινες μέσα, χωρίς να μπορείς να το βάλεις   σε λόγια, μαζί με την μυρωδιά του καπνού και της κρέμας ομορφιάς της  κυρίας Μαργαρίτας που απουσίαζε  συνήθως. Φορούσε το άσπρο της φόρεμα με τα κεντημένα κόκκινα λουλουδάκια το καλοκαίρι, το πράσινο παλτό της με το  γούνινο γιακαδάκι τον χειμώνα και παρέα με τις αδερφές της ξοδευτότανε σε πολύωρες βόλτες, αδιάφορες για την μοναξιά του άντρα που διάβαζε. Ένα απριλιάτικο πρωϊνό, μαζί με το ανοιξιάτικο αεράκι που είχε μέσα του άρωμα πασχαλιάτικων λουλουδιών και μαστίχας από τα τσουρέκια που ψήνονταν στον φούρνο, ήρθε και το σκοτεινό μαντάτο. Ο κ. Άρης πήρε το δίκαννο την νύχτα που πέρασε, το έβαλε στο στόμα του, και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Αρκετά χρόνια μετά το τραγικό γεγονός που συντάραξε την μικρή μας κοινωνία και τα νεύρα της κ. Μαργαρίτας, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο, το «ένα παιδί μετράει τα άστρα» και  ίσως επειδή  η ηρωΐδα του βιβλίου, ήταν παλιά μου γνώριμη, έγινε «φίλη»  αγαπημένη…

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα


Και την ώρα που η λίμνη ντύθηκε στο ασήμι της και άρχισε να μετράει με λαχτάρα τις ανάσες της ως την αυγή, τότε ακριβώς τα φώτα της πόλης βαριεστημένα ανάβανε ένα-ένα και από το  κατάλευκο καμπαναριό, που ντύθηκε στα χρυσά για χάρη του ήλιου που έσβηνε, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας, κάλεσμα  των πιστών σε  ύμνους ανοιξιάτικων χαιρετισμών...

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Σαν τοπίο στην ομίχλη, ή σαν άσχημο όνειρο…


Το βιβλίο που διαβάζω, δεν καταφέρνω να το αγαπήσω. Οι λέξεις χορεύουν και οι σκέψεις μου τρέχουν στον δικό τους προορισμό· πολλές φορές αυτός ο προορισμός είναι ένα θολό τοπίο, χωρίς αρχή μέση και τέλος. Σκέφτομαι πως ίσως πρέπει να ασκηθώ στην υπομονή. Κάθε φορά που το συλλογίζομαι, κάτι μέσα μου επαναστατεί· βλέπεις δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως την διαθέτω. Εδώ και λίγο καιρό όμως, μετράω κάθε μου «βήμα».Απολογισμούς κάνω και ελέγχω τους σφυγμούς των σχέσεων με ένα ιδιότυπο σφυγμόμετρο που αφορά μόνο εμένα. Έχω χάσει. Από την στιγμή που αρχίζεις να μετράς, το ξέρεις πως έχεις χάσει. Οι σελίδες του βιβλίου αδιάφορα περνούν από τα μάτια μου και από τις άκρες των δακτύλων μου. Όσο κα να τις ξαναγυρίσω πίσω, ξέρω πως στο τέλος θα τις εγκαταλείψω· χωρίς έρωτα δεν ζει τίποτα, νεκρό τοπίο και άχρηστη προσπάθεια. Και έξω, το κρύο να συνεχίζει να μας εκδικείται με μια αδιάλειπτη συνέχεια και μια ισχυρή δόση σκληρότητας της φύσης εναντίον ανθρώπων, ψυχικής διάθεσης και ανοιξιάτικης ανάτασης. Και δεν μου μοιάζει πια και τόσο σίγουρο, πως: «οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»…

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Σάββατο,18 Φλεβάρη 2012.

Σηκώθηκε από το κρεββάτι με δυσκολία·μόλις που έφτασε μέχρι την κουζίνα. Σύρθηκε στον καναπέ με το τσάι να αχνίζει μπροστά της και έπιασε το τηλέφωνο·"δεν την παλεύω σήμερα" σκέφτηκε με απελπισία. Η μισάωρη φλυαρία στο τηλέφωνο δεν την βοήθησε να βγεί από την κινούμενη άμμο της δυσφορίας. Ξαναξάπλωσε και προσπάθησε να διαβάσει,αδύνατον...Οι γραμμένες λέξεις δεν μπόρεσαν να την πιάσουν απ το χέρι και να την βάλουν στο παιχνίδι τους. Αναπόλησε καλοκαίρι,θάλασσες βουνά...Την άνοιξη δεν θέλησε να την ενοχλήσει,ούτε με την σκέψη της. Φοβήθηκε μήπως την νευριάσει και δεν έρθει στην ώρα της, τώρα που την έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά...



Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι LEMONOSTIFEL στην Αθήνα,18 Φεβρουαρίου,στο Baumstrasse


Ηλεκτροακουστικοί, ανεβαστικοί, ρετρομεσογειακοί πάνκιδες, βαθιά λαϊκοί και αθεράπευτα ρομαντικοί οι Lemonostifel παρουσιάζουν τις ιδιαίτερες μουσικές τους με 15 όργανα επί σκηνης, σε μια ακόμη ζωντανή εμφάνιση στην Αθήνα το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου στο Baumstrasse (Σερβιων 8, Βοτανικός http://www.dentra.gr/en.html ) λίγο πριν την κυκλοφορία του δευτέρου τους cd από την All together now. Μην το χάσετε.

Λίγα λόγια για τους Lemonostifel:
Μέλη συγκροτήματος:
Βορεάδης Χάρης: datsuntrums
Καποδίστριας Νέστορας: κιθάρα, ukulele
Μαγνήσαλης Νίκος: Κρουστά, κλαρίνο, μεταλλόφωνο κι ότι χρειαστεί...
Μανουηλίδης Παναγιώτης: Ακ. Μπάσο,
Χρυσικόπουλος Γαβριήλ: Κιθάρα, τρομπέτα, μπουζούκι, μαντολίνο
Παπαιωάννου Νίκος: τσέλο
Βραχνός Βαγγέλης: τρομπέτα

Η μουσική τους είναι κυρίως χορευτική με έντονα στοιχεία πόπ, σουίνγκ, τζαζ, fank, έθνικ..... και είναι ταυτόχρονα άμεση και εγκεφαλική.  Ένας συνδυασμός (μια αρμονική ανταλλαγή) πολλών μουσικών οργάνων (κιθάρες, μπάσο, κρουστά, τύμπανα, τσέλο, τρομπέτα, μπουζούκι, μαντολίνο…). Είναι 7 άτομα με διαφορετικά ακούσματα αλλά και επιρροές. Αυτό που ακούγεται στο τέλος είναι δύσκολο να χαρακτηριστεί αλλά σίγουρα περιέχει έμπνευση, ρυθμό και κέφι. Οπότε θα επιμείνουν στον όρο <<ψυχολογική υποστήριξη με βαθιά κατανόηση>>. Το πρώτο τους cd που ηχογραφήθηκε το 2009 κυκλοφόρησε με τον ομώνυμο τίτλο… «lemonostifel», και το δεύτερο έχει ήδη ηχογραφηθεί και κυκλοφορεί από την all together now.

Χώρος: Baumstrasse ( Σερβίων 8, Βοτανικός/ Αθήνα)
τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ
ώρα έναρξης:  9:30μ.μ.
διάρκεια: 2 ώρες & 30 λεπτά
πληροφορίες: http://www.dentra.gr/el/ekdiloseis/details/525-mousiko-dromeno.html

αναδημοσίευση από εδώ

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

vale-ντινου




«Θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς εμένα;» τον ρώτησα. Η ερώτηση τον αιφνιδίασε· προσπάθησε να κερδίσει χρόνο. «στην παρούσα φάση, δεν νομίζω» απάντησε μετά από σύντομη σκέψη. Γέλασα για να σπάσω την αιχμηρότητα της στιγμής· «βρε κουτό, μη μασάς, ξέρω πως δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς εμένα». Με κοίταξε στα μάτια σοβαρά. Δεν μίλησε παρά μόνο όταν χαμήλωσα τα δικά μου, «στην υγειά σου», τσούγκρισε το ποτήρι του στο δικό μου. Το κρασί είχε την γεύση της γλώσσας του και του σπασμένου γυαλιού, ανάμεικτου με αίμα.


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

είναι τόσο όμορφα έξω...


Σκηνή πρώτη.

(ένα λάθος νούμερο και να το απρόοπτο, 1 Φλεβάρη, μια μέρα χωρίς χιόνι)

- Καλημέρα κ. Κώστα, είμαι η Ντίνα. από Καστοριά…
- ……
-  Ναι; με ακούτε;
-  Σας ακούω, αλλά δεν είμαι ο Κώστας, ο Τάσος είμαι και είμαι στην Αθήνα… (η  φωνή ακούγεται χαμογελαστή και χαρούμενη)
-  Συγνώμη, με συγχωρείτε λάθος…
-  Δεν πειράζει, καλό μήνα, χιονίζει εδώ…J
-  Χιονίζει; σας ακούω πολύ χαρούμενο..
-   Ναι!...συμβαίνει τόσο σπάνια…και είναι τόσο όμορφα…τόσο όμορφα!

 ******

Σκηνή  δεύτερη.

(στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, 2 Φλεβάρη, έξω έχει μισό μέτρο χιόνι και συνεχίζει να χιονίζει.)

-         Τι σας χρωστάω;
-         Εννέα και δεκαοκτώ.
-         Ορίστε, δέκα και είκοσι.
-         Μισό λεπτό να σας δώσω τα ρέστα σας…(χαμογελάει),δεν είναι πολύ όμορφα έξω;(ρωτάει χωρίς να περιμένει απάντηση)…α ναι, είναι τόσο όμορφα έξω!...

******


Σκηνή τρίτη,(ίσως σήμερα.)

(θα χαθούμε στα χιόνια της γειτονιάς μας;)
Κατεβαίνει τα κάτασπρα σκαλιά,  σχεδόν μαντεύοντας το επόμενο, ώρα 8 το πρωΐ ενώ έχει προηγηθεί ολονύκτια χιονόπτωση. Είναι μια μαγεία όλο αυτό το χιόνι και το κυριότερο· συνεχίζει να χιονίζει. Μόνη της  είναι και μιλάει στο κινητό. Ψυχή ζώσα τριγύρω. Την ακούω από το ασφαλές σημείο της μισάνοιχτης μπαλκονόπορτας. Στην φωνή της  αναγνωρίζω μια παιδικότητα χαρούμενη, πράγμα  όχι και τόσο συνηθισμένο ειδικά τις μέρες ετούτες. Ετών, μεταξύ τριάντα και σαράντα, υπολογίζω.

-         Μαμά, περπατάω στο χιόνι, έχει πολύ χιόνι!
-         …..
-         Είμαι μόνη μου, κανείς δεν κυκλοφορεί πρώτη εγώ πατάω, το χιόνι μου φτάνει ως το γόνατο, είναι τόσο όμορφα
-         …..
-         Τι θα πάθω καλέ μαμά, μην φοβάσαι, χιόνι είναι, στην πόλη βρίσκομαι, τι λες, είναι δυνατόν να χαθώ στα χιόνια της γειτονιάς μας;

  ******

[Κατεβαίνω κάτω…αλήθεια λέει, η μπότα μου βυθίζεται στο χιόνι και  εξαφανίζεται μέσα του, ναι το χιόνι φτάνει μέχρι το γόνατο…Μα να σας πω κάτι; Ποτέ η αυλή  δεν μου φάνηκε τόσο όμορφη όσο μέσα σε τούτο τον «χαλασμό»....!!!!!]

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Παραμονή πρωτοχρονιάς




Νωρίς το βραδάκι άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και αποφασισμένο. Και η γη, κουρασμένη από το κρύο, το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. .Πρώτα σκεπάστηκαν τα τζάμια των αυτοκινήτων και καθώς οι νιφάδες χορεύανε ένα φανταστικό χορό στα φώτα της πόλης σιγά-σιγά σκεπάζανε τα πάντα. Όσοι είχαν την τύχη να αποκοιμηθούνε κοιτάζοντας πίσω από τα τζάμια την χιονισμένη πολιτεία, ξύπνησαν με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο στα χείλη τους.

 Το πρωΐ, το χιόνι άστραφτε καλωσυνάτα, σαν παιδί χαρούμενο που θέλει παιχνίδια. Η μέρα συγυρισμένη  και ντυμένη κάτασπρα, με μια ομίχλη στην σωστή της δόση, χαμογελούσε και αυτή. Οι άνθρωποι που ήταν εκείνη την ώρα έξω, ξεχάσανε για λίγο τα βάσανά τους και ξεσκονίσανε από μέσα τους το κομμάτι του εαυτού τους το γεμάτο αγάπη: «καλημέρα, χρόνια πολλά», λέγανε ο ένας στον άλλον και ας μην γνωρίζονταν καθόλου. 

Στα στενά δρομάκια τα παιδιά παίζανε χιονοπόλεμο και κάνανε χιονάνθρωπο. Τα μάγουλά τους βάφανε το άσπρο της μέρας με το κόκκινο της άφατης χαράς και ήτανε ένα θαύμα να τα χαζεύεις. Άντρες, συνήθως σκυθρωποί, δίνανε με αυθόρμητη συμπαράσταση την σκούπα τους στον ιδιοκτήτη του διπλανού αυτοκινήτου για να το καθαρίσει από το χιόνι, «καλή χρονιά να έχουμε γείτονα» εύχονταν ο ένας στον άλλον. 

Στο βάθος του ουρανού φάνηκε ένα χλωμό φως και ένα μικρούτσικο κομμάτι του από το πιο όμορφο γαλάζιο. Κάτω, η λίμνη έλαμπε παγωμένη με μια θαμπάδα εκπληκτική, καθώς την χάϊδευε η ομίχλη και την αποχαιρετούσε. Πολύ γρήγορα, βίαια σχεδόν, ξεπρόβαλε ό ήλιος,  ζεστός και αλαζόνας,  και το χιόνι άρχισε να λυώνει. Σαν να ξυπνούσαν από παραμύθι, όλα αρχίσανε να συνέρχονται. Οι νοικοκυρές θυμηθήκανε τις προετοιμασίες για την γιορτή, οι μανάδες μην κρυώσουν τα παιδάκια τους από τις ξάπλες στο χιόνι, τα πεύκα  να αφήσουνε  να πέσει από πάνω τους το άσπρο φορτίο  και  όλοι κλείσανε μέσα τους σαν θησαυρό τις χιονισμένες στιγμές που ζήσανε.

 Ήτανε παραμονή πρωτοχρονιάς και ήτανε μόλις χθες…Καλή χρονιά σε όλους μας.-