Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


 

Δεκαεφτά γράμματα σε μία λέξη. «Δεκαπενταύγουστος» λέμε και είναι αμέτρητες οι εικόνες που ξεχύνονται στον νου. Και σχεδόν όλες από το χωριό. (Καλά και μερικές από θάλασσες). Η εκκλησία που γιορτάζει της Παναγιάς, το οικογενειακό τραπέζι, το πανηγύρι, η πλατεία και ο κόσμος· που ελκύεται και προσελκύει. Η Κατίνα από το Κλίβελαντ, η Λούλα από την Μελβούρνη, οι γυναίκες που ντύνονται στα παραδοσιακά και χορεύουν. Όμορφα.

Σουβλάκια, αγαπητικές παρέες, μπύρες. Δυνατή, ανυπόφορη μουσική. Πότε θα απαγορέψουμε τους ενισχυτές; Πότε θα ξανατραγουδήσει ένας νεώτερος Θύμιος με το κλαρίνο του; Μόνο με το κλαρίνο του, χωρίς παρεμβάσεις, άντε και το τύμπανο και κάποιο άλλο κλαρίνο μαζί. Να αγαλλιάζει η καρδιά και να χαίρονται τα αυτιά και τα σωθικά των ανθρώπων. Αχ. Από αυτά τα αχ της νοσταλγίας, για όσα χάθηκαν αλλά πηγαινοέρχονται στην μνήμη. Απαιτητικά.

Για μια ακόμη φορά αξιωθήκαμε το οικογενειακό τραπέζι. Η μητέρα μου μεγάλωσε, ο χρόνος φαίνεται σε κάθε της κίνηση, σε κάθε γκριμάτσα του προσώπου της. Αλλά δεν το βάζει κάτω. Είναι από την γενιά που γέννησε τις γυναίκες της Πίνδου, σκάβει κήπο, καλλιεργεί, κουράζεται. Αλλά δεν βαρυγκομεί.  «Με πονάει η πλάτη μου» λέει χωρίς να σε βαραίνει. Μαγειρεύει για όλους μας με ικανοποίηση, το φαγητό της πια μιλάει χωρίς λέξεις, λίγο κάηκε το κρέας, λίγο οι πατάτες είναι κάπως. Την ευγνωμονούμε γι’ αυτό σιωπηλά, είναι αυτό το τραπέζι  η συγκολλητική ταινία που μας συνδέει, που φέρνει τα παιδιά μας από την Θεσσαλονίκη και εμάς απ’ όπου και αν είμαστε· έστω  και για μία ημέρα, να φάμε τις ντομάτες της αυλής και το κρέας με πατάτες στον φούρνο της γιαγιάς. 

Γέμισε η γειτονιά μας κόσμο. Η Λέτη, ο Παύλος, η Καίτη, ήρθανε στο χωριό και  τα φωτισμένα σπίτια τους χαίρονται.  Κάτω από το δέντρο της αυλής στον διπλανό κήπο, τρώμε γαλακτομπούρεκο  και περιμένουμε να δροσίσει πίνοντας νερό παγωμένο. Τι ανυπόφορη αυτή η φετινή ζέστη Παναγία μου;

 Κατά τις οκτώμισι ο αέρας αλλάζει. Δροσίζει απαλά και αργά-αργά η μέρα χάνεται. Ησυχάζουν όλα, σωπαίνουμε κι εμείς. Έχει μια γαλήνη αυτή η ώρα... Ακούγεται το ποτάμι που κυλάει ανεπηρέαστο, το γαύγισμα ενός σκύλου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη που τραγουδάει στο ραδιόφωνο της μάνας μου. Έχει δυναμώσει την ένταση για να ακούει, ξάπλωσε να ξεκουραστεί ικανοποιημένη, χάρηκε τα παιδιά και τα εγγόνια της, χάρηκε και τον φετινό Δεκαπενταύγουστο.Θα κοιμηθεί γαλήνια.

Του χρόνου πάλι.

Χρόνια Πολλά.

 

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Αύγουστος

 

12 Αυγούστου.


Στην άκρη του ορίζοντα διακρίνεται ένας πλαστικός μονόκερος. Ο ελαφρύς παφλασμός του νερού τον μετακινεί απαλά πέρα δώθε, κάποιες παιδικές φωνές διεκδικούν την χρήση του, έχει χρώμα  ρόζ-κίτρινο-μπλε και άσπρο.

Μέσα στην θάλασσα, δύο γυναίκες και ένας άντρας κολυμπάνε αργά και συζητάνε. Το ελαφρύ αεράκι μεταφέρει τις φωνές τους ως την ακρογιαλιά, κάτω από την ομπρέλα μου. Συζητάνε για τον κορονοιό και τις οικονομικές επιπτώσεις στο περιβάλλον τους. Ο άντρας κυριαρχεί στην κουβέντα, και οι γνώσεις του για τις επιχειρήσεις που πλήττονται είναι αρκετά εξειδικευμένες, έτσι που σιγά σιγά οι λέξεις του γίνονται αδιάφορες και κυλάνε σαν στραγάλια στο χώμα.

Πενήντα μέτρα πιο εκεί, ένα ζευγάρι μετακινεί τις καρέκλες του, και κάθεται με τρόπο που ο ένας να αντικρίζει τον άλλον. Έχουν μια οικειότητα καθώς μετακινούνται και μια αρμονία εξαιρετική. 

Η γυναίκα, διαβάζει με προσήλωση ένα βιβλίο. Φαίνεται πως αυτό που υπάρχει στις σελίδες του, την συναρπάζει και την κάνει να ξεχνάει την θάλασσα πίσω της. Προσπαθώ να μαντέψω τί δουλειά κάνει, αν έχει παιδιά, πόσο ευχαριστημένη είναι από την ζωή της, αν αγαπάει τον άντρα που κάθεται δίπλα της.

Εκείνος φοράει μαύρα γυαλιά και κοιτάζει την θάλασσα. Είναι ψηλός, αδύνατος, φοράει μπλέ σορτσάκι και οι κινήσεις του προδίδουν μια ανεπαίσθητη θηλυπρέπεια.

Όταν σηκώνονται για να κολυμπήσουν, το κάνουν και πάλι μαζί, με ενορχηστρωμένες κινήσεις πέφτουν ταυτόχρονα στο νερό, γελάνε με κάποιο αστείο που είπανε, επιστρέφουν στην ακτή μαζί, η σχέση τους μοιάζει με γαλήνιο παφλασμό νερού σε καλοκαιρινό δειλινό.


Είναι 12 Αυγούστου του 2020, ο καιρός είναι φανταστικός, η θάλασσα αμνιακός σάκος, σε περικλείει,  σε αγκαλιάζει και σε κανακεύει, μάνα και θεότητα μαζί, αφήνεσαι με πίστη, χάνεσαι  μέσα της, σε διαλύει και σε συναρμολογεί,αφαιρεί άχρηστα κομμάτια, ξεσκονίζει εγκαταλελειμμένα, φυσάει μέσα τους νέα πνοή, «κοίτα» μουρμουρίζει, «εδώ άνοιξε ένας καινούργιος χώρος, ρίξε σποράκι να δεις τι θα φυτρώσει», δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά σου, είναι αλμυρά, αλμυρή είναι και η θάλασσα, κάτι σπάζει και  λιώνει στο στήθος σου, μια νοσταλγία βαριά σαν πέτρα κατρακυλάει στον βυθό, βγαίνεις έξω, τα χαλικάκια καίνε στις πατούσες σου, κυλάνε στο χώμα οι αλμυρές σταγόνες, η άμμος  αδιάφορη τις στεγνώνει γρήγορα..



20 Αυγούστου
Μια ήσυχη λύπη σωπαίνει στην καρδιά μου. Έχει κουρνιάσει εκεί και ξεκουράζεται. Κάπου κάπου της χαϊδεύω την πλάτη χωρίς να μιλάω. Το χέρι μου της προσφέρεται, η πλάτη της ανταποκρίνεται στην προσφορά. Είμαστε συνομήλικες, είμαστε γυναίκες, μαζί θα το πάμε ως το τέλος αυτό το παράξενο, δύσκολο, πικρό και αλλόκοτο καλοκαίρι.
Δεν κλαίμε, ούτε μιλάμε. Η σιωπή μας έχει χιλιάδες χρώματα, άπειρες μουσικές, λόγια ανείπωτα. Το βασίλεμα του ήλιου βάφει τα χέρια μας,ο ήχος που το κύμα σκάει στα βότσαλα μας συγκλονίζει, του Αιγαίου το φως μας γεμίζει ρίγη.
Δεν υπάρχει τέλος, ούτε μέση, ούτε αρχή. Με κοιτάζει, και καθώς τα τεράστια μάτια της με καταπίνουνε, ένας φόβος με κυριεύει μη και χαθώ μέσα της, ή μήπως εγώ την χάσω. Και τότε τι θα γίνω χωρίς αυτή, μια μέδουσα γυαλί θα γίνω, που κάποιος φοβήθηκε και την πέταξε στην ξηρά, εκείνη έγινε ένα υγρό τίποτα και σαν ένα τέτοιο τίποτα, λαίμαργα την ρούφηξε η άμμος..


26/8, 21:30
Ο Αύγουστος φεύγει με μεγάλα βήματα. Ρίχνει μια ματιά πίσω του, αυτά που εγκαταλείπει τον αφήνουν αδιάφορο, «καλύτερη η ανυπαρξία» μονολογεί, «η καρδιά μου κουράστηκε από τα όχι σας» για πρώτη φορά θέλει να φύγει πριν την ώρα του, βιάζεται, ανησυχεί, τόσο ανησυχεί που ξεχνάει να κοιτάξει το φως, τον ήλιο που δύει, τα χρώματα που σκάνε στον ουρανό.
Και /τι κρίμα που δεν τα βλέπει/ είναι τα μόνα που θα μπορούσανε να τον κάνουνε να αλλάξει γνώμη, μόνο αυτά λάμπουν αιώνια, ανεπηρέαστα και συγκλονιστικά, αδιαφορώντας για αυτό το τρομερό καλοκαίρι του 2020..


Αύγουστος και 29.
Η Μελίνα παίζει με τις μέδουσες στην ακρογιαλιά. Είναι διάφανες και μικρές, δεν την τρομάζουν, γυαλιά τις λένε και όντως μοιάζουν με διάφανο γυαλί.
Εγώ πάλι ανατριχιάζω. Έχω μάθει να τις φοβάμαι. Όταν ήμουνα στην ηλικία της Μελίνας, μια μεγάλη τσούχτρα τσίμπησε την Χ., ξαδέρφη της μαμάς μου και αυτό το συμβάν είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις στα παιδικά μου μάτια γιατί το συζητούσαμε για χρόνια και με μεγάλη ένταση.
Ξαναγυρίζουμε στην ακτή. Ο μπαμπάς της Μελίνας καθόλου δεν φοβάται και την αφήνει να παίζει. Είναι μαυρισμένος από τον ήλιο και έχει τατουάζ στο μπράτσο του. Διαβάζει ένα βιβλίο και χαϊδεύει τον σκύλο του.
Δεν ρίχνει ματιές στην εξάχρονη Μελίνα, φαίνεται πως την εμπιστεύεται και την διδάσκει με τον τρόπο του, πως ο κόσμος είναι μια υπόθεση που μόνη της θα κατακτήσει.
Η Μελίνα συνεχίζει να παίζει αμέριμνα. Δεν το ξέρει ακόμα, αλλά όταν θα μεγαλώσει θα είναι ατρόμητη και ευτυχισμένη μέσα στην θάλασσα, στα μεγάλα δάση και στις σφιχτές αγκαλιές. Έτσι μου αρέσει να την σκέφτομαι.
Μικρό κοριτσάκι με το μελένιο όνομα, παίξε όσο πιο πολύ μπορείς. Παίξε και με τα «μη» και «πρέπει» που δεν μπορεί, κάπου θα τα συναντήσεις και εσύ.
Και μάθε να τα αναγνωρίζεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.
Χρησιμοποίησε τα σαν τις μέδουσες-γυαλιά. Άφησέ τα να αστράφτουν στα χέρια σου για όσο/ και αν δεις πως σου τοξινώνουν το χέρι σου, ριξτα στην άμμο να πάνε να χαθούν..



 29 του Αυγούστου του 2020.
Τα παιδάκια παίζουν στο νερό με τον άντρα.Τα ανεβάζει στους ώμους του, κάνουν βουτιές, φωνάζουν, πιτσιλάνε το ένα το άλλο, χαίρονται.
Χαίρεται και αυτός μαζί τους.
Η μητέρα τους κάθεται κάτω από την ομπρέλα. Φοράει κόκκινο μαγιώ, έχει μαύρα σγουρά μαλλιά και είναι ας πούμε στην δεύτερη νεότητά της. Νωρίτερα κολυμπούσε μαζί του στα βαθιά, και καθώς πλησιάζανε στην ακτή, τον φίλησε στο στόμα με αγάπη και του είπε «σ ευχαριστώ.»
Τώρα κάτι διαβάζει κάτω από την ομπρέλα και είναι πολύ αφοσιωμένη στις σελίδες που έχει μπροστά της,ενώ τα παιδιά και εκείνος παίζουν αμέριμνα και για ώρα πολλή στο διάφανο νερό.
Βγάζω το αυθαίρετο συμπέρασμα πως είναι ο σύντροφος και όχι ο πατέρας, και μάλλον έτσι είναι, γιατί τα παιδιά τον φωνάζουνε Γιώργο.
Ο Γιώργος είναι ψηλός και μαυρισμένος, έχει αρχή φαλάκρας και ωραίο χαμόγελο. Παίζει με τα παιδιά και χαίρεται η ψυχή του.
Τους κρυφοκοιτάζω και χαίρομαι και εγώ, αυτοί οι δύο, μοιάζουν με δώρο ο ένας για τον άλλον, και η ζωή δεν είναι και τόσο μεγάλη καριόλα τελικά.




Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

σήμερα γιορτάζει το καλοκαίρι





Τις καλοκαιρινές μέρες που μοιάζουν με γλυκό  βανίλια μέσα στο ιδρωμένο- παγωμένο ποτήρι, τις αγαπάμε. Αργά και ηδονικά λιώνει στο στόμα το έδεσμα, αργά και ηδονικά οι χαϊδεμένες ώρες λύνονται η μία πίσω από την άλλη και χάνονται κάπου, ποιος ξέρει που.

έρχεται μετά το νερό και σβήνει (για λίγο) την γλύκα, ο ουρανίσκος ξαναζητάει την απόλαυση και εμείς δεν του χαλάμε χατίρια γιατί έτσι θέλουμε και έτσι  μας αρέσει.

αυτές οι μέρες, οι ανέμελες, οι ανώφελες, οι γλυκές σαν αμαρτία μέρες, μπορούν και γράφουν αναμνήσεις. Το δέρμα τις αποθηκεύει σε κάποιο σύννεφο και τις αφήνει εκεί να ονειρεύονται. 

σε ανύποπτο χρόνο μία μυρωδιά τις ξαναφέρνει πίσω ορμητικά  και ένα  μυστηριώδες (για τους αδαείς) χαμόγελο χαϊδεύει τα χείλη, τα μάτια και το μέτωπο.

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

(Summertime)





Θα είναι απόγευμα και θα κοιμάσαι. Το δωμάτιο θα λούζεται σε χρυσοκόκκινο φως, τα λευκά σεντόνια θα μυρίζουν αντηλιακό Nivea  και το σώμα σου έρωτα και καλοκαίρι.

Θα σηκωθώ ήσυχα και θα γεύομαι ξυπόλητη  πεπόνι ζουμερό.  Από το ανοιχτό μπαλκονάκι στον Παγασητικό, θ αστράφτει η θάλασσα. Γυμνή και ελεύθερη θα δίνεται στην δύση, δεκάρα δεν θα δίνει για των ανθρώπων τις αόρατες, μάταιες, ασήμαντες ματιές. Στην αυλή ο μαυρούλης ξενοδόχος μας  θα καπνίζει ήσυχα, παρέα με την ξανθιά γυναίκα του με τα γαλάζια μάτια, και θα πίνουν παγωμένες λεμονάδες και καφέ  ελληνικό.

 Όταν ξυπνήσεις ένα αγιόκλημα θα πιάσει να μυρίζει δυνατά, θα σου δαγκώσω απαλά τα χείλη και μαζί, θα ρουφήξουμε λαίμαργα την ευωδιά του. Πίσω μας, το  βουνό θα θέλει να πνίξει  στο πράσινο τις  ανθισμένες  καστανιές χωρίς να το καταφέρνει , χιλιάδες αγριολούλουδα στην σκιά τους, ανύποπτα θα γοητεύονται  από μέλισσες και πεταλούδες, τα πόδια μας μπλεγμένα θα θαυμάζουν τον - βαμμένο στα χρώματα της δύσης- τοίχο  απέναντι, το καλοκαίρι θα κραυγάζει την δόξα και εμείς, μόλις που θα ανασαίνουμε, σιωπηλοί και μαγεμένοι..

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Οι διάφανες μέρες του Αυγούστου και η Καστοριά.




Τις τελευταίες μέρες του  ο Αύγουστος τις αφιερώνει στην ανάγκη του για τελειότητα και γι αυτό τις κάνει όσο πιο όμορφες μπορεί. Το θέλουν και εκείνες και γίνονται συνεργάτες του, φοράνε το πιο διάφανο χρώμα του ουρανού, ζεσταίνουν τους δρόμους με τις πιο  ιδανικές θερμοκρασίες, χαίρονται οι λιγοστοί διαβάτες που απομείνανε, αμετανόητοι εραστές της καλοκαιρινής πόλης. Οι λιγοστοί ξένοι που τολμούν και την επιλέγουνε, είναι τυχεροί γιατί θα τους αγαπήσει και ίσως τους αποκαλύψει και κάτι από την  ψυχή της. 

Η Καστοριά φαίνεται και είναι όμορφη, έτσι που λάμπει από  το κάλλος που απλόχερα της χαρίστηκε λόγω της κυρίαρχης θέσης της πάνω από την λίμνη και κάτω από τον ουρανό. Γιατί η Καστοριά είναι πάνω από την λίμνη, καθρεφτίζεται στα νερά της, την υποτάσσει και της υποτάσσεται και με αυτή τη λάγνα διάθεση μαγνητίζει τους πάντες, ξέρει να το κάνει, ξέρει επίσης και να το απολαμβάνει.

Ταυτόχρονα είναι η πόλη που βρωμίζει την λίμνη της με ασύδοτη ευκολία και χωρίς καμία εμφανή τύψη, ξεχνάει εύκολα τα χρόνια που επιζούσε και διατρεφότανε από αυτήν, σπάνια σκέφτεται πώς θα πρέπει να διορθώσει την ζημιά που προκαλεί σε αυτήν την υδάτινη ανάσα, υιοθετεί μια κακομαθημένη αλήτικη και προκλητική συμπεριφορά, νομίζει  πως το δικαιούται και έτσι λάθος εκφράζεται, με τον εγωισμό της υπεροχής της.

Όμως.. είναι υπέροχη όταν σε παίρνει από το χέρι  και με μια σπάνια ευαισθησία σε πάει περίπατο  στον δρόμο δίπλα και γύρω από την λίμνη, χαρίζει στα μάτια σου το πιο σπάνιο φως, κίτρινο και γαλάζιο και πράσινο, που ξετρυπώνει ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα των πλατανιών, σου μεταγγίζει την δροσερή ανάσα των πανύψηλων δέντρων και θαμπώνει τα μάτια σου με τις αστραφτερές αντανακλάσεις των νερών. 

Είναι υπέροχη και ξέρει να σε ξαφνιάζει. Εκεί μέσα στην φύση βάζει μια βυζαντινή Παναγία να σου χαμογελάει, σε συγκινεί αυτή η συνάντηση, αναβλύζει μέσα σου μια μνήμη προγονική, θέλεις να συναντηθείς με αυτήν την ανάγκη, μπαίνεις μέσα στον ναό και σε κυριεύουν αμέσως οι σκιές. Όταν βγεις έξω θα νομίζεις πως είσαι εμπλουτισμένος με μια άλλη γνώση, απατηλή ή όχι, καμία σημασία δεν έχει, εσύ έχεις κερδίσει αυτό που δεν φαντάστηκες, χαίρεσαι και ευχαριστείς γι αυτό, είσαι έτοιμος να συνεχίσεις, επιθυμείς να γνωρίσεις καλύτερα τον τόπο αυτόν με τα κρυμμένα μυστικά και τα φανερά κάλλη.


Και τότε είσαι δικός της. Θα σε αγαπήσει όπως μόνο εκείνη ξέρει να αγαπά, θα σε περπατήσει σε ξεχασμένα σοκάκια και χορταριασμένες αυλές παλιών αρχοντικών, θα σε ξεναγήσει σε όλους τους τρούλους και τις κεραμοσκεπές, θα σου δείξει τα απομεινάρια από τα τείχη που κάποτε την προστάτευαν, θα κλάψει με λύσσα εκεί που τα ίχνη των  εβραίων κατοίκων της και  της πολυπολιτισμικής της εποχής, έχουνε με επιμέλεια εξαφανιστεί, θα σου δείξει ακόμα και την ντροπή της για τον ερειπωμένο Μεντρεσέ και το ένα και ξεχασμένο τζαμί της πόλης.

Θα σου εξομολογηθεί τότε τον πόνο της και την κρυφή της ελπίδα, πως θα μπορούσαν λέει όλα να αλλάξουνε, πως θα μπορούσαν αυτά τα ερείπια να γίνουν μνημεία μιας νέας, ενδιαφέρουσας εποχής και πως οι χιλιάδες τουρίστες που θα τα επισκέπτονταν θα τα μεταφέρανε σαν παραμύθι  στις πατρίδες τους και  θα λέγανε για μια σπουδαία πόλη, τόσο σπουδαία που αγάπησε τις μνήμες  και το παρελθόν της, όσο και την ίδια της την υπόσταση.

 Έτσι θα γίνετε φίλοι μοιραζόμενοι μνήμες, επιθυμίες και πληγές. Τώρα είσαστε έτοιμοι να καθίσετε στο ίδιο τραπέζι και να τσουγκρίσετε τα ποτήρια σας πίνοντας τσίπουρο δίπλα στην λίμνη. Και αφού πιείτε και λυθεί η γλώσσα σας θα σας μιλήσει και  για τα άλλα στολίδια της.

 Θα σας πει για τα μεγάλα κρύα  και τα πανέμορφα χιονισμένα δάση. Για τον Γράμμο και το Βίτσι, το εμφύλιο αίμα,  τα ερειπωμένα χωριά  και  το Πάρκο της Εθνικής Συμφιλίωσης. Για τις λίμνες της Πρέσπας, τον Λιμναίο της οικισμό με τις καλαμένιες του σκεπές, τα απολιθωμένα δάση και τα πολύχρωμα φύλλα του φθινοπώρου, τα άγρια μανιτάρια και τα ταβερνάκια που τα μαγειρεύουνε. Για τα ραγκουτσάρια του χειμώνα και τα ολονύκτια γλέντια τους. Για τα μικρά καφέ που επωάζουν ωραίες παρέες, καλλιτεχνικές ανησυχίες και  όμορφες στιγμές.  Για τις αντίζηλες πόλεις και  τους θαυμάσιους ανθρώπους της. Για τα ποτάμια και τα καλοκαιρινά πάρτυ που γεμίζουν τις όχθες τους με νεαρούς πόθους και μοναδικά καλοκαιρινές κεφάτες στιγμές

 Και έτσι καθώς θα πίνετε και θα εξομολογείστε κοινωνώντας  τους πόθους και τα πάθη σας, κάπως έτσι θα σας βρει το ξημέρωμα, και τότε ξαφνικά θα έχετε ανακαλύψει πως έχετε γίνει μύστες και γνώστες  μιας μεγάλης  πανανθρώπινης ανάγκης, της σπουδαίας επιθυμίας για επικοινωνία μεταξύ κάθε ανθρώπου, κάθε πόλης και κάθε φυλής του κόσμου ετούτου, που ολοκληρώνεται μόνο όταν  έχει  κατακτήσει και έχει πλήρως κατακτηθεί..





 

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Θάλασσες-πατρίδες.




Η θάλασσα χθες στους αμμόλοφους ήτανε πεντακάθαρη, πανέμορφη και ψυχρή. Σε ξεγελούσε η χλιαρή της επιφάνεια και σε πάγωνε η κρύα αγκαλιά της. Όμως πανέμορφη. Θα την παρομοίαζες με μια ψηλή, ξανθιά, ονειρεμένης ομορφιάς γυναίκα, που όταν έψαχνες τα μάτια της σε άδειαζε με μιας  το αφηρημένο γκρίζο χρώμα τους. Όχι, δεν γίνατε φίλες με αυτήν την θάλασσα, έφυγες μέσα στους πρώτους ίσκιους της νύχτας με μια ανεξήγητη θλίψη, απορώντας και ψάχνοντας μάταια την προέλευσή της.

Το σπίτι στο Λιτόχωρο σε περίμενε με μισάνοιχτη την εξώπορτα της αυλίτσας. Η κληματαριά κούνησε τα φύλλα της και τα άγουρα τσαμπιά ενοχλημένα ρίξανε μια νυσταγμένη ματιά. Το άλλο πρωί θα σου κρυφογελούσαν ένοχα κάτω απ τον ήλιο. Μπήκες στο σπίτι και σε κυρίευσαν τα συναισθήματα. Όλα ήταν στην θέση τους, όπως τα θυμόσουνα, πεντακάθαρα και φιλόξενα. Ένοιωσες ευγνωμοσύνη για το αίσθημα ασφάλειας που σε κυρίευσε καθώς άπλωνες τις βρεγμένες πετσέτες στο μπαλκόνι. Πολύ αργότερα, όταν τα μάτια σου θα κλείνανε από νύστα, θα σκεφτόσουνα πως ο Όλυμπος είχε τις κακές του και γι αυτό η ζέστη ήτανε ανυπόφορη. Όμως το πρωί ξύπνησες ανάλαφρα με τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπάνε και τις φωνές  έξω από το παράθυρο που καλημερίζονταν μεταξύ τους.

Σήμερα αυτή η θάλασσα στον ίσκιο του Ολύμπου, η «δική σου» όπως την ονομάζεις,  σε υποδέχτηκε με φωνές. Και σένα σου είχει λείψει, αυτή η γαλαζοπράσινη γειτονιά  είναι σαν την κολλητή σου φίλη,  την αγαπάς, δεν είναι τέλεια, δεν είναι πεντακάθαρη, έχει ελαττώματα, και σου θυμίζει τον εαυτό σου που συνεχώς επαναπροσδιορίζεται και πάντα σε ξαφνιάζει με κάτι που έχει παραλείψει.

Κολυμπάς για ώρα πολλή και το αγιασμένο νερό σε θεραπεύει. Μέσα στο νερό, νομίζεις πως έτσι που «βαδίζεις» με  τα μεγάλα θαλάσσια νοητά βήματά σου, θα περάσεις απέναντι ξυστά από το πρώτο πλοκάμι της Χαλκιδικής  και θα πιάσεις λιμάνι στην σγουρή άμμο της Τορώνης και στο θαυμάσιό της ηλιοβασίλεμα να θυμηθείς τα άλλα αγαπημένα σου καλοκαίρια και να ψάξεις το μυστικό που σε ξαναγυρίζει σε εκείνα τα ιριδίζοντα νερά του δειλινού δίπλα στην άμμο. Ύστερα βγαίνεις έξω και τα ξεχνάς όλα. Σήμερα ο ήλιος λάμπει εδώ, το σούρουπο στο ταβερνάκι δίπλα στο κύμα ευωδιάζει ούζο και  χταπόδι στα κάρβουνα, και καθώς  ζαλίζεσαι σιγά-σιγά νοιώθεις πως  χάνεσαι απέναντι στον ορίζοντα μαζί με τα χρώματα που σκάνε στον ουρανό και στα ασημένια νερά της μεγάλης πατρίδας, της θάλασσας..