Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάτι δικά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάτι δικά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

Το πορτοκάλι.


 

Ο μπαμπάς μου καθαρίζει πορτοκάλι. Με το μαχαίρι κόβει το επάνω μέρος του σαν να κόβει  καπέλο. Μόνο την φλούδα. Στην συνέχεια το χαράζει· γύρω-γύρω με το μαχαίρι το χαράζει μία φορά, και μετά άλλη μία, κάθετα στην άλλη γραμμή. Ξεφλουδίζει το πορτοκάλι με άνεση. Το έχει κάνει πολλές φορές, έχει συνηθίσει το χέρι του την διαδικασία, το κάνει να μου φαίνεται εύκολο.  Δεν είναι· όταν προσπάθησα να το κάνω μόνη μου, απλά τσαλαπάτησα ένα πορτοκάλι. 

Αφού αφαιρέσει τις φλούδες, τις βάζει πάνω στην σόμπα. Η μυρωδιά των εσπεριδοειδών φτάνει σιγά σιγά στην μύτη μου. Ανασαίνω βαθειά μια μυρωδιά που μου αρέσει, μια μυρωδιά που ο μπαμπάς μου εφήυρε. «Θέλεις πορτοκάλι;» ακούω την φωνή του. Θέλω. Είμαι οκτώ χρονών και θέλω να φάω αυτό που μου προσφέρει ο μπαμπάς μου. Φοβάμαι μήπως είναι ξινό, σκέφτομαι πως μπορεί νάχει κουκούτσια. Αλλά θέλω. Καθώς καταπίνω το ζουμερό φρούτο, μία χαρά κατεβαίνει μαζί του από το στόμα στο σώμα μου. «Ο μπαμπάς είναι στο σπίτι, κάθεται στο δωμάτιο μαζί μας, έξω χιονίζει και ε υ τ υ χ ώ ς δεν θα φύγει για να πάει στην δουλειά του.»

Κάτω ακούγεται ο θόρυβος που κάνει η μαμά. Ταψιά και κατσαρόλες και η φωνή του παππού μου που διακόπτει την σιωπή. Εγώ σωπαίνω και τρώω πορτοκάλι από το χέρι του μπαμπά. Δεν μιλώ, δεν θέλω να διακόψω αυτή την σιωπή την γεμάτη ευτυχία και μυρωδιά πορτοκαλιού. Σωπαίνω και ακούω την φωνή που τραγουδάει στο ραδιόφωνο, «φέρτε μου ένα μαντολίνο-για να δείτε πώς πονώ» λέει αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τι θα πει πονώ και μου φαίνεται πως ακούω το πιο χαρούμενο τραγούδι στον κόσμο. Κάπως έτσι κάποιες αναμνήσεις φυτεύονται μέσα μας και δεν χάνονται ποτέ, γίνονται αιώνιες και πολύ δεδομένες. Ευτυχώς.


Ο μπαμπάς ανοίγει το πορτάκι της σόμπας. Με προσοχή σπρώχνει με την μασιά στο χέρι του τις ξεροκαμένες φλουδίτσες και τις πετάει στην φωτιά. Οι φλόγες τις καταπίνουν λαίμαργα και μία άλλου είδους ευωδιά απλώνεται  τώρα στο δωμάτιο. Το τσικ τσικ που ακούγεται καθώς καίγονται οι φλούδες, το ζεστό μας δωμάτιο, το χιόνι που πέφτει έξω, ο μπαμπάς μου που σιγοτραγουδάει, οι θόρυβοι κάτω στην κουζίνα. Γιορτή. Το βράδυ θα κόψουμε την βασιλόπιττα και θα νοιώσω μία από τις πρώτες απογοητεύσεις την ζωής μου αν δεν κερδίσω το φλουρί. Αλλά δεν με νοιάζει · σήμερα, χάρηκα τόσο δυνατά με αυτό το πορτοκάλι από τα χέρια του μπαμπά.

Και κάπως έτσι, κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου  αυτό το φρούτο, θυμάμαι. Και νοερά μυρίζω  τις ξεροκαμένες πορτοκαλόφλουδες των οκτώ μου χρόνων, σε ένα χωριό της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, μια παραμονή Πρωτοχρονιάς με πολύ χιόνι και κρύο.

Καλή χρονιά να έχουμε.

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2024

Ψυχοσάββατο.


 

 

Η μνήμη μας είναι ένα αδιευκρίνιστο σύμπαν, με δικούς του νόμους και κανόνες. Παράξενα όπλα χρησιμοποιεί για να μας επαναφέρει εκεί που θέλει. Μια ξαφνική μυρωδιά που βγαίνει από ένα παράθυρο, ένας ήχος από κάποιο πουλί που κελαηδάει, μια μουσική.

 

Με τον παππού μου τον Χρήστο ας πούμε με συνδέει μια λεπτή κλωστή που στην άκρη της κρέμεται μια φράση. Είναι λοιπόν αυτή μια φράση χωρίς ιδιαίτερη σημασία και που ψάξε να βρεις εσύ γιατί, ρίζωσε στο μυαλό μου: «Νύφη, αυτό το σταφύλι κάνει καλό κρασί, γαλλικό είναι.» 

 

Είχαμε τότε αμπέλι, μελίσσια, κότες, γίδες, αγελάδα, και ένα μουλάρι που το λέγανε Μάρκο. Ο παππούς μου έκανε κρασί και τσίπουρο, έβγαζε και μέλι. Πέθανε όταν ήμουνα πολύ μικρή, την λύπη μου για αυτό το γεγονός ούτε που την θυμάμαι. Από όσα λοιπόν εδώ σας απαριθμώ, τίποτα δεν έχει απομείνει. Και εμείς οι ίδιοι φύγαμε από το χωριό και το σπίτι εκείνο, απέμεινε καλοκαιρινό καταφύγιο. Μόνο μια ρίζα «γαλλικό» επέζησε, έχει ριζώσει εκεί, απλώνεται και μεγαλώνει στον φράχτη  και γεμίζει σταφύλια ολόγλυκα και μυρωδάτα.

 Και κατά έναν περίεργο και ανεξήγητο τρόπο, έχω κληρονομήσει την φροντίδα του. Είπαμε, μέσα μου έχω ριζωμένη μια κλωστή που με πάει κατευθείαν στον πλανήτη των αναμνήσεων και στα λόγια του παππού μου, αυτά που με πολλή πειθώ δηλώνανε την ποιότητα του κλήματος. «Είναι γαλλικό.» Το κλαδεύω, του μιλάω, το τρυγώ και πιάνω τον εαυτό μου να συνδέεται κάπως ανοίκεια τρυφερά με αυτό. Πρόσφατα έμαθα πως το λένε Ιζαμπέλα, οπότε ναι, ταιριάζει το όνομα με την καταγωγή που του απέδιδε ο παππούς μου.

Στο χωριό χθες, άναψα κεράκι στους τάφους των προγόνων μου. Ήταν ψυχοσάββατο βλέπεις. Μάζεψα και τα τελευταία σταφύλια από την κληματαριά. Γλυκά και μυρωδάτα. «Και λίγο στυφά» (στραβομουτσουνιάζουν  όσοι δεν καταλαβαίνουν την προτίμησή μου σε αυτά.) Και σας λέω με σιγουριά πως και ο παππούς ήταν εκεί, με παρακολουθούσε με περηφάνια και με λίγη περιέργεια: «Άσε και κάτι για τις μέλισσες Ντίνκα, μην τα κόβεις όλα.»

 Ήταν μια ωραία ημέρα, ο ουρανός είχε ήλιο και λίγα άσπρα σύννεφα έτρεχαν εκεί, στα μνήματα τα κυκλάμινα είχανε βάψει με το γλυκό τους μωβ χρώμα  το πράσινο και μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω μου. Το ποτάμι βούιζε κάπου μακριά, τα δέντρα σαν φύλακες στην θέση τους, έριξα μια ματιά στο σπίτι, κλείδωσα, έφυγα.

 Στον δρόμο της επιστροφής  είχα στο μυαλό μου  τον παππού. Και αυτές εδώ, οι περίπου τετρακόσιες λέξεις που σας γράφω, είναι ένα νοερό μονοπάτι που με οδήγησε πίσω στον χρόνο και στην φωνή του:

 «Νύφη, αυτό το σταφύλι κάνει καλό κρασί, γαλλικό είναι.» 

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

11Μαΐου


 Χθες βράδυ με τρόμαξε ο σεισμός. Είχα μόλις γυρίσει στο σπίτι μισομεθυσμένη απο δύο ποτήρια άσπρο κρασί που ήπιαμε στον καθαρό αέρα της όχθης της Αγοράς. Και καθώς τρομάζοντας με κατέκλυσαν οι σκέψεις της ματαιότητας, θυμήθηκα τα λόγια της γριούλας που, χθες το μεσημέρι, μου διέκοψε το διάβασμα στο πεζούλι κάτω απο τα πεύκα:

«Τίποτα η ζωή, τυράνια, οικονομίες, προσπαθεια. Τίποτα στο τέλος. Πεθανε ο άντρας μου, πέθανε ο γυιός μου, πέθαναν όλοι. Μόνη μου έμεινα. Κανείς. Βγαίνω λίγο περπατάω, βλέπω τηλεόραση, τίποτα και η τηλεόραση. Θα δεις. Θα παντρευτείς, θα μεγαλώσεις, θα περάσουν όλα. Τίποτα στο τέλος, τίποτα» 


(το ότι με ρώτησε τι τάξη πηγαίνω -αφού διαβάζω- ενώ είδε το μυρμηγκάκι στο μανίκι μου και το έδιωξε,είχε καλή όραση δηλαδή, εγώ το αφήνω ασχολίαστο και εκτεθειμένο σε πικρόχολες ή χαμογελαστές σκέψεις.)


Έχω καταλήξει πως η 11η Μαΐου είναι μία σημαντική ημερομηνία στην ζωή μου, αφού καταμετρώ σε αυτήν σημαντικές ενάρξεις σχέσεων ή καταστάσεων, με όμορφο ή άσχημο τέλος (δεν έχει καμμία σημασία αυτό).

Οπότε χθες, που ζαλισμένη από το κρασί με κατατρόμαξε ο σεισμός, δεν κουνήθηκα καθόλου από την θέση μου, σκέφτηκα πως το νούμερο 11 Μαΐου κάτι ενδιαφέρον θα μου φέρει, μπορεί και ένα τέλος ή μια αρχή, και έτσι αποκοιμήθηκα.


Θέλω όμως σήμερα να γράψω κάτι για τα όσα αφήσαμε πίσω μας  αυτή την τρομερή χρονιά και τα όσα  θα ονειρευτούμε μπροστά μας. Πίσω μου βλέπω τις στενάχωρες απώλειες, τον φόβο και την μοναξιά του κόβιντ, την αγάπη των φίλων μου και των δικών μου, τα όσα κατάφερα να υλοποιήσω και να φέρω εις πέρας αυτόν τον δύσκολο χειμώνα, την νέα ζωή ( το δώρο του κορονοϊού) που ήρθε στην οικογένειά μου και την άλλαξε, το κέφι και τις αντοχές που κατάφερα να διατηρήσω.  


Όμως σήμερα το πρωΐ, ήρθε μια τέτοια στιγμή που με νίκησε μια κούραση ψυχική, κάτι σαν άδειασμα εξαντλητικό, σαν την ματαιότητα που τα λόγια της μελαγχολικής και γλυκύτατης γιαγιούλας  μου εκφράσανε. 


Ίσως οι αντοχές να έχουν όρια, ίσως πάλι και όχι. Έτσι κ αλλιώς ξέρουμε πως όλα είναι όπως εμείς αποφασίσαμε να είναι και όσο τους επιτρέψαμε να μας κατακλύσουνε.


Και αυτή είναι μια πεποίθηση πολύ αισιόδοξη έχω να πώ, γιατί έχει την δύναμη να φέρει τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω. Ή και να τα τινάξει όλα στον αέρα.

Γιατί, πριν απο κάθε αθέατη αλλαγή που έρχεται καλπάζοντας, πάντα υπάρχει μια στιγμή που όλα αιωρούνται, σιωπούν και περιμένουνε.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Το δέντρο

«Θυμάμαι με μεγάλη καθαρότητα πότε φωτογράφησα αυτό το δέντρο. Έχουν περάσει δύο χρόνια,είναι και πάλι χειμώνας και κάνει κρύο, και τότε χειμώνας ήτανε, μια καθαρή και κρύα μέρα -πάμε στην Προκοπάνα; πρότεινες -ναι, ναι, συμφώνησα. Μέσα σε έναν κύκλο γυροφέρναμε, η ζωή σχεδίαζε τα δικά της, όλοι είχαμε σχέδια, εγώ να βγάλω μια ωραία φωτογραφία, εσύ να χαραχτείς σε μιας συγκίνησης την αιχμή. Όταν φτάσαμε, ο ήλιος πήγαινε να κρυφτεί βαριεστημένα πίσω από το ψηλό βουνό, ένα σκυλί αλυχτούσε κάπου μακριά, οι καρποί της αγριοτριανταφυλιάς κοκκινίζανε στο γκρίζο. Άνθρωπος δεν υπήρχε στο χωριό, μια εκκλησία έστεκε σαν φύλακας τεράστιος, στην πλατεία ακουγότανε η βρύση που έχυνε το νερό της στην τσιμεντένια γούρνα. Έβαλα στην χούφτα μου και ήπια, πάγωσαν τα δόντια και η γλώσσα,και τα δάχτυλα, λίγο ακόμα και θα μουδιάζανε και αυτά. Φύγαμε. Τότε είδα το δέντρο. Φώναζε μοναξιά. Ο ουρανός πάνω του έσταζε γαλάζια άχνη και το χώμα, ξερό από καιρό και αβοήθητο, πέθαινε. -Μια στιγμή, σταμάτα λίγο, είπα. Σταμάτησες το αυτοκίνητο πρόθυμα, δεν μου χαλούσες χατήρι, πάτησα κάμποσα κλικ, φύγαμε. Γύρισα πίσω να κοιτάξω, ένα μαύρο πουλί πέταξε στον ουρανό, έφυγε ψηλά και χάθηκε, -νυχτώνει, τελειώνει και ο Νοέμβρης, αύριο αλλάζει ο μήνας, είπα. Δεν μίλησες, μόνο κοίταζες κάπου μακριά, πάντα κοίταζες κάπου μακριά, ο ήχος του αυτοκινήτου μουρμούριζε καθησυχαστικά, όταν φτάσαμε στην πόλη είχε νυχτώσει και ένα μεγάλο φεγγάρι έλαμπε στα νερά της λίμνης..»

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

έξη μήνες μετά.

Ο μπαμπάς έφυγε μια ανοιξιάτικη μέρα ήσυχα ήσυχα και χωρίς να πει κουβέντα. Αργότερα, μέσα στη μέρα, του χάιδεψα τα μαλλιά ( μια τρυφερή κίνηση που δεν συνηθίζεται στην οικογένειας μας) και το μόνο που βρήκα να του πω ήταν «στο καλό μπαμπάκα μου, έκανες ότι καλύτερο μπορούσες στην ζωή σου.» Δεν ξέρω αν η ψυχή του ήταν κάπου στο ταβάνι και με άκουσε, ούτε ξέρω πώς θα ήθελε να είναι αυτός ο αποχαιρετισμός. Ο τελευταίος. Όμως ποτέ δεν ήρθε στο όνειρό μου και λέω πως δεν μπορεί, κάποια στιγμή, θα ήθελε να κάνει μία βόλτα εκεί την ώρα που κοιμάμαι. Μετά θυμάμαι πόσο του άρεσε να κάθεται στην αυλή τα καλοκαίρια και να συζητάει με την θείτσα μου. Και αμέσως μια ησυχία μπαίνει στο μυαλό μου και μια εικόνα εμφανίζεται στα μάτια μου. Ο μπαμπάς μου τώρα κάνει παρέα με την θείτσα μου και γι’αυτο ξεχνάει νάρθει στο όνειρό μου. Έχουνε πιάσει την κουβέντα και έχουν εντελώς ξεχάσει τον κάτω κόσμο. Μάταια πάμε και τους ανάβουμε κεράκι, μάταια και η χλόη, που έχει γεμίσει μωβ κυκλάμινα τους φωνάζει με τον τρόπο της να ρίξουν μια ματιά. Ο μπαμπάς έχει απλώσει τα κουρασμένα χέρια του στον ήλιο, και οι παλάμες του ακουμπάνε στα πόδια, αυτά τα πόδια που τον είχανε προδώσει μένοντας ακίνητα για έναν χρόνο στο κρεβάτι. Η θείτσα μου γελάει με κάτι που θυμάται και η φωνή της φτάνει μέχρι τ αυτιά μου, ήρεμη, γλυκιά και σιγανή. Νομίζω πως η μαμά μου πάντα ζήλευε λίγο αυτήν την συμπάθεια που είχαν ο ένας για τον άλλον, ένα ταίριασμα που τους επέτρεπε να κάνουν ωραίες κουβέντες τα καλοκαίρια στην αυλή του χωριού. Η μαμά μου που είναι πάντα λυπημένη πια. Που την συγκλονίζει η μοναξιά, η απουσία του μπαμπά και η νοσταλγία της παρέας του..

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

μωβ χαρά.


Αυτή την εποχή, η λίμνη είναι πεντακάθαρη. Χιλιάδες μικρά ψαράκια κολυμπάνε, τα βλέπω να διαχωρίζονται σε ομάδες και να ξεχύνονται δεξιά κ αριστερά, μάλλον χαίρονται, η ίσως ξεκινάνε ένα δικό τους ταξίδι στην περιορισμένη υδάτινη λιμνίσια περιοχή.

Τα μοναχικά δείχνουν να βαριούνται, κάθονται ακίνητα κ ησυχάζουν, μπορεί να ξεκουράζονται, μπορεί να απολαμβάνουν, μπορεί ακόμα και να με παρακολουθούν.

Είναι απομεσήμερο και ένας χλωμός ήλιος έχει νικήσει το κρύο. Η άνοιξη έχει κυριεύσει το χώμα, τα δέντρα, το βουνό,τα πάντα. Μωβ θάλασσες στην άκρη της λίμνης, έχουν ανθίσει αυτά τα άγρια λουλουδάκια που τόσο αγαπώ.

Κάθομαι και τα χαϊδεύω, με χαϊδεύουν κ αυτά, συνομιλώ μαζί τους σε μια γλώσσα που μου είναι άγνωστη και ολόδική μου. Μέσα στο στήθος μου χορεύουν συναισθήματα και αισθήσεις, γελάω, μυρίζω, παραμιλάω και αγαπώ.

Από τα δέντρα ακούγονται πουλιά, η πόλη είναι μακρυά, την βλέπω να καθρεφτίζεται στα νερά της, μια απόλυτη γαλήνη κυριαρχεί στο σύμπαν μου, θέλω να μείνω εδώ, θέλω να γίνω ένα λιλά αγριολούλουδο, να ανθίζω κάθε άνοιξη και να πλημμυρίζω με ομορφιά τα μάτια των ρομαντικών,  και κανένα “μετά” να μην με τρομάζει...

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

μύρισε άνοιξη




(Να μυρίζει άνοιξη και  ήλιος να λούζει το κεφάλι μας. Να ανοίγουμε έκπληκτα τα μάτια, ακόμα μία φορά, σε μια ακόμη ανθισμένη αμυγδαλιά. Να την μυρίζουμε και να κρατάμε την ανάσα μας και η μυρωδιά της να φτάνει ως το βάθος, εκεί που λέει πως  είναι η καρδιά μας. Πρόθυμη να γίνει ροζ, αμετανόητη και θαρραλέα. Να πιανόμαστε χέρι-χέρι, να κάνουμε στα ψέματα πως όλα πάνε καλά και όλα να πάνε καλά. Να ξεχνάμε το φίδι και τον φόβο, να μην σκεφτόμαστε τόσο πολύ, να κοιμόμαστε οχτώ ώρες μονορούφι και να ξυπνάμε ευγνώμονες και ορεξάτοι. Να σε κοιτάζω στα μάτια για μια στιγμή και μια αιωνιότητα, να χαμογελάς μυστήρια και ποτέ, μα ποτέ να μην μπορώ να σ ερμηνεύσω.


Αλήθεια, έχεις σκαρφαλώσει ποτέ σε δέντρο; Λίγο το φοβάσαι και  πολύ το θέλεις, στο τέλος κερδίζει η επιθυμία, τολμηρά σκαρφαλώνεις, ανεβαίνεις από κλαδί σε κλαδί, μια ευφορία σε κυριεύει, φτάνεις ψηλά, κοιτάζεις ψηλά, ουρανός- ήλιος-φύλλα-καρποί όλα συμπαραστέκονται, το έχεις κυριεύσει, είναι δικό σου αυτό το μικρούτσικο σύμπαν. Και τότε θες δε θες, ρίχνεις μια ματιά κάτω, από εκεί που ξεκίνησες. Και σε πιάνει ένας φόβος και σε πιάνει ένας ίλιγγος. «Πώς θα κατέβω τώρα;» λέει αυτός ο φόβος. Τα πόδια μουδιάζουν, το μυαλό παραλύει, το σώμα σφίγγεται. Θέλεις να μείνεις για πάντα εκεί, νοιώθεις τρόμο, νοιώθεις και τόλμη, θα τα καταφέρω; ρωτάς το στομάχι σου.


 Πάντα τα καταφέρνεις. Κανείς δεν έμεινε ψηλά στο δέντρο, ούτε απέκτησε φτερά για να κατέβει πετώντας. Οι ερωτευμένοι και τα παιδιά μόνο πετάνε στα σύννεφα ενώ  αναζητούν ασφάλεια και αγάπη..)



(η φωτογραφία από εδώ:)

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

τα λυπημένα όνειρα τα ακυρώνει η εποχή που τα φύλλα πέφτουν στο χώμα




(Μια μέρα το δόντι μου έσπασε -ένοιωσα ξαφνικά να το μασάω- και έτσι ανακάλυψα την καταστροφή. Ο οδοντίατρος μου είπε πως είχε ραγίσει από καιρό και τώρα ήρθε η ώρα του για  να σπάσει τελείως. Έτσι απλά, τόσο απλά.)

*


Εκείνα τα χρόνια ήτανε τελείως ανέμελα, μαγικά και ερωτευμένα. Κατεβαίναμε με το τρόλεϊ για λουκουμάδες στην Αιόλου, μπαίναμε στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα νήματα, ξεκαρδιζόμασταν χωρίς αιτία και αφορμή, λέγαμε για τους έρωτές μας. Ήμασταν χρωματιστές κλωστές αιωρούμενες ή ίσως φουσκωμένα μπαλόνια. Εγώ κόκκινο και πράσινο, εσύ μπλε και κίτρινο.
 Όταν ανηφορίζαμε την Σπετσών ήτανε άνοιξη και τα κλαδιά των δέντρων απ τα πεζοδρόμια γέρνανε ως τους ώμους μας. Γελούσες, «έλα να μπούμε στο παπουτσάδικο να βρούμε φτηνά και νόστιμα παπουτσάκια», έλεγες. Δύο κορίτσια, στην Αθήνα του ογδόντα.

Στο δωμάτιο- τραπεζαρία του σπιτιού μας, υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης, ο καθρέφτης (μετά που σηκώναμε τα μάτια από το μεσημεριανό), έδειχνε την ξεθωριασμένη ταπετσαρία του τοίχου απέναντι και λίγο από το ξύλινο μωσαϊκό του πατώματος «τέτοιο πάτωμα έχει και το προεδρικό μέγαρο» έλεγε η μαμά σου και εμείς αποχαυνωμένες από το φαγητό, τον ήλιο και την κούραση της βόλτας, παίζαμε με τα ψίχουλα χωρίς να μιλάμε. Κάτω, στην οδό Κυψέλης, τα αυτοκίνητα μουρμουρίζανε μέρα νύχτα.

Σε αυτή λοιπόν την ωραία και ηδονική εποχή ξεχαστήκαμε για πολλά χρόνια και χαζεύαμε και απολαμβάναμε, ώσπου ήρθε μια στιγμή που, όπως λέει ο Λειβαδίτης:

“Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς — η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι,
και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο,
κορόιδεψα έναν γέρο,
τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια”

Και τώρα δεν σε αναγνωρίζω πια, ούτε και εσύ εμένα, ποιες ήμασταν, τι μας έκανε φίλες, γιατί δεν καταλάβαμε πότε ράγισε το πολύτιμο πορσελάνινο διάφανο φλιτζάνι μας που μέσα του χωρέσανε τόσα γέλια κλάματα και ακυρωμένες λέξεις. Μιλάμε, και η φωνή σου μέσα απ τα σύρματα του τηλεφώνου χάνεται ανάμεσα σε λέξεις αταίριαστες, σε λέξεις που δεν καταλαβαίνω, σε συνήθειες άλλες, σε χάνω, σε έχω χάσει από καιρό, πού είναι εκείνο το κορίτσι με τα γαλάζια μάτια και την μεγάλη καρδιά;

«Το πιο δύσκολο πράγμα στην ζωή είναι οι σχέσεις» επαναλαμβάνει το μυαλό μου, «όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα»
μουρμουρίζει ο ποιητής  και ένα κομματάκι μέσα μου, στεναχωριέται που δεν στεναχωριέμαι για σένα πια. Και εκεί σε εκείνο το μικρούτσικο σύμπαν της μη στεναχώριας -τι κρίμα- χωράνε όλοι όσοι δεν είναι πια φίλοι μου και δεν είναι ούτε και εχθροί μου. 

Και τότε φοβάμαι, φοβάμαι πολύ, τόσο πολύ φοβάμαι που θέλω να αγκαλιάσω σφιχτά τους ανθρώπους της ζωής μου. Και για μια στιγμή πελώρια και ελάχιστη μαζί να προσευχηθώ  (ακούγοντας τον εναρμονισμένο με αυτή την αγκαλιά χτύπο της καρδιάς μας) και να τους πω με λέξεις, και όχι με  όλα τα ευκόλως εννοούμενα, το πόσο πολύ τους αγαπώ..

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

Ιστορίες της γειτονιάς.





Στο απέναντι μπαλκόνι κατοικεί ο αγαπημένος μου γείτονας. Ψηλός, ευθυτενής, με άσπρα μαλλιά σαν του Γλέζου, πλησιάζει με επιτυχία τα ενενήντα. Διαβάζει Επίκουρο, έχει  κήπο,  μια μυρωδάτη συκιά, (τα γλυκά της τα σύκα του Αυγούστου  τα μοιράζεται με τους γείτονες). 

Έχει βαθιές πληγές στην ψυχή και κανένα σκοτάδι. Στο σπίτι του δεν έχω μπει ποτέ, μόνο καλημέρες λέμε και καμιά ανέφελη κουβέντα από αυτές που γίνονται από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Γελαστός και γλυκομίλητος, μοιράζει όμορφες λέξεις και εγώ θαυμάζω ενδόμυχα την ικανότητά του να ζει μόνος, να απλώνει τα ρούχα του στον ήλιο και να χαμογελάει πλατιά. Πάντα. 

Ώρες-ώρες έχω μια ανεξήγητη βεβαιότητα πως μέσα στο σπίτι του δεν υπάρχουν  έπιπλα, καρέκλες-τραπέζι-κρεβάτι, αλλά ένας καταπράσινο κήπος, με φυτά παράξενα, παραδείσια πουλιά και έναν ήλιο ολόδικό του, που τον φωτίζει τις μέρες και τον κοιμίζει τις νύχτες, γι’ αυτό και ο αγαπημένος μου γείτονας δεν φαίνεται  ποτέ δυστυχισμένος και μόνος. 

Το φετινό καλοκαίρι εντελώς ξαφνικά και ανεξήγητα (για μια γυναίκα που τον βλέπει μόνο από το απέναντι μπαλκόνι) οι ώμοι του αγαπημένου μου γείτονα γείρανε και το χαμόγελό του σαν να χλόμιασε λιγάκι. «Γιατί;»  τον ρώτησα μια μέρα «ω, είναι τόσα πολλά τα χρόνια που έχω στην πλάτη μου» μου απάντησε γελώντας γλυκά και κουρασμένα  και τότε εγώ σαν να τρόμαξα για όλα τα χρόνια που περνάνε, όλων, και για τα δικά μου, και «είδα» πως ο κήπος του σπιτιού του μπορεί να έχει τώρα φθινόπωρο και σύννεφα και ίσως και λίγο κρύο και πως ο ήλιος του γέρασε και αυτός και δεν έχει πια δύναμη να του ζεστάνει τα κόκαλα και την ψυχή και ένοιωσα σε ίσιες δόσεις λύπη και χαρά, λύπη για της ζωής μας το φως που σβήνει αδιόρατα, αργά και αμετάκλητα και χαρά για το χαμόγελο  (του αγαπημένου μου γείτονα), που συμφιλιώνεται με αυτή την απέραντη σιωπή και ησυχία..



Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

σήμερα γιορτάζει το καλοκαίρι





Τις καλοκαιρινές μέρες που μοιάζουν με γλυκό  βανίλια μέσα στο ιδρωμένο- παγωμένο ποτήρι, τις αγαπάμε. Αργά και ηδονικά λιώνει στο στόμα το έδεσμα, αργά και ηδονικά οι χαϊδεμένες ώρες λύνονται η μία πίσω από την άλλη και χάνονται κάπου, ποιος ξέρει που.

έρχεται μετά το νερό και σβήνει (για λίγο) την γλύκα, ο ουρανίσκος ξαναζητάει την απόλαυση και εμείς δεν του χαλάμε χατίρια γιατί έτσι θέλουμε και έτσι  μας αρέσει.

αυτές οι μέρες, οι ανέμελες, οι ανώφελες, οι γλυκές σαν αμαρτία μέρες, μπορούν και γράφουν αναμνήσεις. Το δέρμα τις αποθηκεύει σε κάποιο σύννεφο και τις αφήνει εκεί να ονειρεύονται. 

σε ανύποπτο χρόνο μία μυρωδιά τις ξαναφέρνει πίσω ορμητικά  και ένα  μυστηριώδες (για τους αδαείς) χαμόγελο χαϊδεύει τα χείλη, τα μάτια και το μέτωπο.