Κυριακή, 15 Αυγούστου 2021

(Ας γράψουμε κάτι και για τον φετεινό δεκαπενταύγουστο.)



Χθες πήγαμε στο πανηγύρι. Τα παλιά τα χρόνια το χωριό την γιόρταζε την Παναγιά και στην πλατεία υπήρχανε για δύο νύχτες τραπέζια, οργανοπαίχτες και κόσμος πολύς. Ύστερα ήρθε το River Party και όλα αλλάξανε.

 

Όμως χθες το βράδυ, η νύχτα είχε κάτι από τα παλιά. Μπορεί να μην χορέψανε τα πόδια μας, αλλά οι αναμνήσεις μας, μας χορέψανε στο ταψί. Τα θυμηθήκαμε όλα. Τις βόλτες πέρα δώθε, τα φλερτ τα εφηβικά, τους ελληνοαμερικάνους που (τώρα και τότε) είναι πάντα εδώ αυτή τη μέρα, το πρώτο τσιγάρο που καπνίσαμε κρυφά, τα κοριτσίστικα μυστικά μας.

 

Είναι που η ψυχή -που δεν γερνάει ποτέ- παθαίνει ντεζαβού και ξαναγίνεται έφηβη κρατώντας τα εγγόνια από το χέρι.  Είναι που ξανασυναντιόμαστε  γύρω από μια πλατεία, όλοι μαζί, τραπέζι- τραπέζι, όσοι τότε μετρούσαμε τα βήματά μας και τρέχαμε προς την μεγάλη έξοδο της ζωής.

 

Και ήτανε ωραία χθες βράδυ. Χθές, που ο κορονοιός μας χώριζε και μας ένωνε, δεν μας άφησε να πιαστούμε χέρι χέρι, μόνο μας συνέδεσε με τις αόρατες κλωστές της νοσταλγίας. Και με τα γέλια στο πρόσωπο και τα μάτια γεμάτα με κάτι από το φως της εφηβείας.

 

Χρόνια μας πολλά.

 


Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

11Μαΐου


 Χθες βράδυ με τρόμαξε ο σεισμός. Είχα μόλις γυρίσει στο σπίτι μισομεθυσμένη απο δύο ποτήρια άσπρο κρασί που ήπιαμε στον καθαρό αέρα της όχθης της Αγοράς. Και καθώς τρομάζοντας με κατέκλυσαν οι σκέψεις της ματαιότητας, θυμήθηκα τα λόγια της γριούλας που, χθες το μεσημέρι, μου διέκοψε το διάβασμα στο πεζούλι κάτω απο τα πεύκα:

«Τίποτα η ζωή, τυράνια, οικονομίες, προσπαθεια. Τίποτα στο τέλος. Πεθανε ο άντρας μου, πέθανε ο γυιός μου, πέθαναν όλοι. Μόνη μου έμεινα. Κανείς. Βγαίνω λίγο περπατάω, βλέπω τηλεόραση, τίποτα και η τηλεόραση. Θα δεις. Θα παντρευτείς, θα μεγαλώσεις, θα περάσουν όλα. Τίποτα στο τέλος, τίποτα» 


(το ότι με ρώτησε τι τάξη πηγαίνω -αφού διαβάζω- ενώ είδε το μυρμηγκάκι στο μανίκι μου και το έδιωξε,είχε καλή όραση δηλαδή, εγώ το αφήνω ασχολίαστο και εκτεθειμένο σε πικρόχολες ή χαμογελαστές σκέψεις.)


Έχω καταλήξει πως η 11η Μαΐου είναι μία σημαντική ημερομηνία στην ζωή μου, αφού καταμετρώ σε αυτήν σημαντικές ενάρξεις σχέσεων ή καταστάσεων, με όμορφο ή άσχημο τέλος (δεν έχει καμμία σημασία αυτό).

Οπότε χθες, που ζαλισμένη από το κρασί με κατατρόμαξε ο σεισμός, δεν κουνήθηκα καθόλου από την θέση μου, σκέφτηκα πως το νούμερο 11 Μαΐου κάτι ενδιαφέρον θα μου φέρει, μπορεί και ένα τέλος ή μια αρχή, και έτσι αποκοιμήθηκα.


Θέλω όμως σήμερα να γράψω κάτι για τα όσα αφήσαμε πίσω μας  αυτή την τρομερή χρονιά και τα όσα  θα ονειρευτούμε μπροστά μας. Πίσω μου βλέπω τις στενάχωρες απώλειες, τον φόβο και την μοναξιά του κόβιντ, την αγάπη των φίλων μου και των δικών μου, τα όσα κατάφερα να υλοποιήσω και να φέρω εις πέρας αυτόν τον δύσκολο χειμώνα, την νέα ζωή ( το δώρο του κορονοϊού) που ήρθε στην οικογένειά μου και την άλλαξε, το κέφι και τις αντοχές που κατάφερα να διατηρήσω.  


Όμως σήμερα το πρωΐ, ήρθε μια τέτοια στιγμή που με νίκησε μια κούραση ψυχική, κάτι σαν άδειασμα εξαντλητικό, σαν την ματαιότητα που τα λόγια της μελαγχολικής και γλυκύτατης γιαγιούλας  μου εκφράσανε. 


Ίσως οι αντοχές να έχουν όρια, ίσως πάλι και όχι. Έτσι κ αλλιώς ξέρουμε πως όλα είναι όπως εμείς αποφασίσαμε να είναι και όσο τους επιτρέψαμε να μας κατακλύσουνε.


Και αυτή είναι μια πεποίθηση πολύ αισιόδοξη έχω να πώ, γιατί έχει την δύναμη να φέρει τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω. Ή και να τα τινάξει όλα στον αέρα.

Γιατί, πριν απο κάθε αθέατη αλλαγή που έρχεται καλπάζοντας, πάντα υπάρχει μια στιγμή που όλα αιωρούνται, σιωπούν και περιμένουνε.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

Το χιόνι του Αγίου Βαλεντίνου.


 

Ξημερώματα χθες άρχισε να χιονίζει. Έπεφτε απαλό, ήσυχο και αποφασισμένο το χιόνι, σαν τα παλιά τα χρόνια.  Έμεινα ώρες πίσω από το τζάμι να το χαζεύω-  χόρευε ασταμάτητα στον αέρα - και  όταν σουρούπωσε, με πλημμύρισε μια ήσυχη γαλήνη και μια σιγουριά πως «όλα θα πάνε καλά» και πως η φύση ξαναπήρε το παιχνίδι στα χέρια της. «Εδώ είμαι » έμοιαζε  να λέει, «θα τα φροντίσω όλα εγώ.»

Χιόνιζε όλη μέρα κ όλη νύχτα, και το πρωί η πόλη ήταν κάτασπρη και πανέμορφη σαν μωρό. Πήρα τους δρόμους ντυμένη ζεστά, και το απάτητο χιόνι, μου σκέπαζε τις γαλότσες-ευτυχώς δεν τις κατάπινε μέσα του. Μια μαγεία ήτανε όλα και τα παιδιά, που τα μυρίζονται αυτά πριν από εμάς, είχανε πάρει τους δρόμους και κυλιόντουσαν με αγαλλίαση στο χιόνι. Ακόμα και οι άσχημες πολυκατοικίες μοιάζανε  όμορφες μέσα σε αυτή την λαμπρή λευκότητα. Και οι άνθρωποι ήτανε όμορφοι.  Όλοι χαμογελούσαν, και οι καλημέρες που ανταλλάσσαμε μεταξύ μας, νόμιζες πως πριν σβήσουν, χοροπηδούσαν στον αέρα σαν πέταλα μιας ανθισμένης  αμυγδαλιάς.

Ένα πουλάκι παραπατούσε στο πεζούλι και έμοιαζε χαμένο, τα χρώματά του μπλέ και κίτρινα,  πιτσιλίσανε  το λευκό σαν σε  καμβά ζωγράφου, μου έμοιασε με Αλκυόνη, αυτή την εποχή  δεν είναι που την καλοκαιρία των προηγουμένων ημερών την ονομάζουμε «αλκυονίδες ημέρες;»

Και ξαφνικά όπως περπατάω, θυμάμαι παλιές ευτυχίες. Θα πάω τώρα λέει στο «Ερμού», να πιώ μια ζεστή σοκολάτα που θα μου ετοιμάσει η Μαρία, εκεί θα είναι όλοι οι φίλοι μου, θα γελάμε και θα μιλάμε, θα λέμε για βιβλία και για μουσική, θα λέμε και για έρωτες, όλα θα τα χωράει  αυτό το μαγαζί, όλη μας η ύπαρξη θα  το χαίρεται στο εκατό τοις εκατό, τι κρίμα που δεν υπάρχει πια.. Μαρία ακούς;


 Τριάντα ώρες κράτησε ο χιονιάς. Τώρα ένας παγωμένος βοριάς φυσάει  από το Βίτσι και κρυσταλλιάζει τα πάντα.  Αλλά δεν μας πειράζει .Μπορεί αντί για τον φτερωτό θεό σήμερα να γιορτάσαμε τον θεό χειμώνα, μπορεί ο σκαλόδρομος αύριο να είναι παγωμένος και απρόσιτος, μπορεί να δυσφορήσουμε και με αυτόν τον εγκλεισμό. Όμως κάθε που θα περνάνε οι σημερινές εικόνες σαν φιλμ στην σκέψη μας, ένα χαμόγελο θα γεμίζει το στήθος μας και στο κεφάλι μας,  μία νέα υπέροχη ανάμνηση θα εγγράφεται σαν παρακαταθήκη για το μέλλον.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2020

Η Μαύρη Κάμπια.

 




«Λέω να σου μιλήσω σήμερα  για αυτήν, για την Μαύρη Κάμπια λέω» είπε. Σήκωσα τα μάτια από το βιβλίο και  έμεινα να την κοιτάζω. Οι ιστορίες της Πουλχερίας όταν αποφάσιζε να  διακόψει την σιωπή της, αληθινές ή ψεύτικες, ήταν από αυτές που σου μένουν αλησμόνητες.  Έτσι, αποφάσισα να την ακούσω με προσοχή. Σώπασε για λίγη ώρα και όταν άρχισε να μιλάει, είχε μια προσήλωση εσωτερική, σαν να μιλούσε μόνο στον εαυτό της.

« Δεν σου έχω πει πως κάποτε, πολλά χρόνια πριν, αγάπησα έναν άντρα.  Όταν τον σκέφτομαι ακόμα πονάνε τα σπλάχνα μου και η καρδιά μου χάνει έναν χτύπο, γι αυτό, μη με ρωτάς πολλά.  Μπορεί και εκείνος να με αγάπησε λίγο, με μια αγάπη αξεδιάλυτη και περίεργη, μια με λάτρευε και μια με αγνοούσε, για τίποτα δεν είμαι σίγουρη, το μόνο που ξέρω είναι  πως  είχε τον νου του αλλού, σε όλες τις γυναίκες του κόσμου και στα μεγάλα ταξίδια. «Να το ξέρεις, δεν θα σε αγαπήσω, θέλω να ερωτευτώ μια άλλη, μια γυναίκα μυθική, να με εμπνέει και να με τρελαίνει» αυτά έλεγε και εγώ έχανα την λαλιά μου και έμενα σιωπηλή και αμίλητη.

Μαζί βέβαια ζούσαμε ένα θαύμα. Χορταίναμε την θάλασσα,  την ζωή και τα βουνά, κολυμπούσαμε γυμνοί και αθώοι, γινόμασταν ένα με την άμμο και τα βότσαλα, με τα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου και τις νιφάδες του χειμώνα. Τον λάτρευα, ώρες-ώρες ήθελα πολύ να μπορούσα να τον καταπιώ, να γίνει δικό μου κομμάτι, σώμα  και αίμα μου και να μείνει για πάντα εκεί. Με ήθελε  και εκείνος, «είσαι εκείνη που μαζί της καταλαβαίνω πώς θέλω να είναι η γυναίκα που θα αγαπήσω»  έλεγε.

Αλλά δεν ήμουν εγώ.

Μια μέρα μου έφερε στο σπίτι μια Μαύρη Κάμπια. «Μαζί της θα ζήσουμε από δω και πέρα» μου είπε, «κοίτα να την αγαπήσεις».

Η Μαύρη Κάμπια μπήκε στο  δωμάτιο με  τους διάφανους τοίχους και εγώ,  καταδικασμένη και ανήμπορη, έβλεπα τα πάντα απέξω. Ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα αποτελούσε το μαρτύριό μου.  Κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Παρασκευή εκείνος έμπαινε μέσα, έκλεινε την πόρτα πίσω του, της μιλούσε, της γελούσε και την ερωτευότανε, και εγώ  έκλεινα τα μάτια μου και τα έσφιγγα δυνατά, τόσο δυνατά που πονούσαν οι βολβοί μου. Και ύστερα  έκλαιγα, με ένα βουβό κλάμα, χωρίς ήχο. Εκείνες τις φοβερές στιγμές που σταματούσε ο χρόνος, το κεφάλι μου πονούσε δυνατά, ενώ κάτι που έμοιαζε με δηλητηριώδη σκορπιό, μου  δάγκωνε χωρίς δισταγμό την καρδιά.  Ο σκορπιός, ή ότι ήτανε αυτό τέλος πάντων, της αφαιρούσε  κάθε φορά και από ένα μικρό κομμάτι, μέρα τη μέρα μίκραινε η καρδιά μου, ώσπου στο τέλος δεν απέμεινε τίποτα από αυτήν, παρά μόνο ένας σκούρος  λεκές στο στήθος.

Στη συνέχεια, χορτασμένος εκείνος, έβγαινε από το δωμάτιο και είμαι σίγουρη πως ξεχνούσε και την ύπαρξη του δωματίου και την Μαύρη Κάμπια που είχε φέρει στο σπίτι ένα απόγευμα. Έτρωγε τότε από το πιάτο της αγάπης μου με λαιμαργία και μεγάλη όρεξη και όταν τελείωνε, γύριζε την πλάτη του  σε όλα και  αφοσιωνότανε με προσήλωση στην δουλειά του.

Με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που ζούσα, (είχα μια κάμπια αντίζηλο μέσα στο ίδιο μου το σπίτι), είχε αποκτήσει η καθημερινότητά μου μια εναλλασσόμενη αγωνία. Δεν  ήμουνα πια  ούτε ευτυχισμένη ούτε δυστυχισμένη, έρμαιο μιας ανάπηρης αγάπης ήμουνα, με μια απέραντη λύπη χυμένη σε κάθε εκατοστό του σώματός μου.  Μαζί με την λύπη, μια ζήλεια θέριευε μέσα μου και  μεγάλωνε και φούσκωνε, και έμοιαζε με  μεγαλειώδες κύμα που -αργά, αργά-ερχόταν καταπάνω μου  με ορμή..

Ώσπου ένα μεσημέρι ακούστηκε ένα κρακ. Κάτι έσπασε με θόρυβο, η τζαμαρία του γείτονα, ή  μια βίδα μέσα στο κεφάλι  μου; Για έναν μυστήριο λόγο αυτός ο θόρυβος ενεργοποίησε  μέσα μου κάτι τελεσίδικο.  Σηκώθηκα  σαν υπνωτισμένη, άνοιξα την πόρτα  που οδηγούσε στο γυάλινο δωμάτιο και μπήκα μέσα.

Η Μαύρη Κάμπια ήταν εκεί. Ανύποπτη και ήσυχη ζεσταινότανε από μία αχτίδα του ήλιου που έριχνε το φως της  στα ξύλινα σανίδια. Την ένοιωσα να ανυπομονεί  περιμένοντάς τον και εξοργίστηκα. Με άρπαξε τότε από τα μαλλιά ένας τυφλός θυμός, σήκωσα το γυμνό μου πόδι και την πάτησα με δύναμη· η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Όταν συνήλθα είδα  ό,τι απέμεινε από εκείνη στο πάτωμα. Ένας βρώμικος λεκές που μύριζε ανυπόφορα.

Την ίδια ώρα εκείνος μπήκε στο δωμάτιο, έριξε μια ματιά και μόλις είδε την εικόνα στο πάτωμα με άρπαξε από τους ώμους. «Τι έγινε; τι έκανες; εσύ το έκανες; » φώναξε με όση δύναμη είχε. Ένοιωθα αναγούλα και το μόνο που κατάφερα να πω ήταν,  «με πονάει πολύ η καρδιά μου. Δώσε μου ξύλα και φωτιά να κάψω τον κόσμο..»  Άφησε τους ώμους μου και με κοίταξε  με απόγνωση, «τι κρίμα που δεν κατάφερες να την αγαπήσεις»  είπε και  έσκυψε το κεφάλι του  στο στήθος..»

 

Η Πουλχερία σταμάτησε να μιλάει και  μια  σιωπή που την έκοβες με το μαχαίρι απλώθηκε στο δωμάτιο. Το πολύφωτο έκανε σκιές στον τοίχο, μοιάζανε με ζευγάρι αγκαλιασμένο σε ταγκό. Έξω  από το παράθυρο η νύχτα έπεφτε απαλά,  δύο άστρα ενώθηκαν στον ουρανό και εγώ έμεινα να τα κοιτάζω χωρίς να ξέρω τι θάθελα να πω..

 

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2020

Το δέντρο

«Θυμάμαι με μεγάλη καθαρότητα πότε φωτογράφησα αυτό το δέντρο. Έχουν περάσει δύο χρόνια,είναι και πάλι χειμώνας και κάνει κρύο, και τότε χειμώνας ήτανε, μια καθαρή και κρύα μέρα -πάμε στην Προκοπάνα; πρότεινες -ναι, ναι, συμφώνησα. Μέσα σε έναν κύκλο γυροφέρναμε, η ζωή σχεδίαζε τα δικά της, όλοι είχαμε σχέδια, εγώ να βγάλω μια ωραία φωτογραφία, εσύ να χαραχτείς σε μιας συγκίνησης την αιχμή. Όταν φτάσαμε, ο ήλιος πήγαινε να κρυφτεί βαριεστημένα πίσω από το ψηλό βουνό, ένα σκυλί αλυχτούσε κάπου μακριά, οι καρποί της αγριοτριανταφυλιάς κοκκινίζανε στο γκρίζο. Άνθρωπος δεν υπήρχε στο χωριό, μια εκκλησία έστεκε σαν φύλακας τεράστιος, στην πλατεία ακουγότανε η βρύση που έχυνε το νερό της στην τσιμεντένια γούρνα. Έβαλα στην χούφτα μου και ήπια, πάγωσαν τα δόντια και η γλώσσα,και τα δάχτυλα, λίγο ακόμα και θα μουδιάζανε και αυτά. Φύγαμε. Τότε είδα το δέντρο. Φώναζε μοναξιά. Ο ουρανός πάνω του έσταζε γαλάζια άχνη και το χώμα, ξερό από καιρό και αβοήθητο, πέθαινε. -Μια στιγμή, σταμάτα λίγο, είπα. Σταμάτησες το αυτοκίνητο πρόθυμα, δεν μου χαλούσες χατήρι, πάτησα κάμποσα κλικ, φύγαμε. Γύρισα πίσω να κοιτάξω, ένα μαύρο πουλί πέταξε στον ουρανό, έφυγε ψηλά και χάθηκε, -νυχτώνει, τελειώνει και ο Νοέμβρης, αύριο αλλάζει ο μήνας, είπα. Δεν μίλησες, μόνο κοίταζες κάπου μακριά, πάντα κοίταζες κάπου μακριά, ο ήχος του αυτοκινήτου μουρμούριζε καθησυχαστικά, όταν φτάσαμε στην πόλη είχε νυχτώσει και ένα μεγάλο φεγγάρι έλαμπε στα νερά της λίμνης..»

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2020

έξη μήνες μετά.

Ο μπαμπάς έφυγε μια ανοιξιάτικη μέρα ήσυχα ήσυχα και χωρίς να πει κουβέντα. Αργότερα, μέσα στη μέρα, του χάιδεψα τα μαλλιά ( μια τρυφερή κίνηση που δεν συνηθίζεται στην οικογένειας μας) και το μόνο που βρήκα να του πω ήταν «στο καλό μπαμπάκα μου, έκανες ότι καλύτερο μπορούσες στην ζωή σου.» Δεν ξέρω αν η ψυχή του ήταν κάπου στο ταβάνι και με άκουσε, ούτε ξέρω πώς θα ήθελε να είναι αυτός ο αποχαιρετισμός. Ο τελευταίος. Όμως ποτέ δεν ήρθε στο όνειρό μου και λέω πως δεν μπορεί, κάποια στιγμή, θα ήθελε να κάνει μία βόλτα εκεί την ώρα που κοιμάμαι. Μετά θυμάμαι πόσο του άρεσε να κάθεται στην αυλή τα καλοκαίρια και να συζητάει με την θείτσα μου. Και αμέσως μια ησυχία μπαίνει στο μυαλό μου και μια εικόνα εμφανίζεται στα μάτια μου. Ο μπαμπάς μου τώρα κάνει παρέα με την θείτσα μου και γι’αυτο ξεχνάει νάρθει στο όνειρό μου. Έχουνε πιάσει την κουβέντα και έχουν εντελώς ξεχάσει τον κάτω κόσμο. Μάταια πάμε και τους ανάβουμε κεράκι, μάταια και η χλόη, που έχει γεμίσει μωβ κυκλάμινα τους φωνάζει με τον τρόπο της να ρίξουν μια ματιά. Ο μπαμπάς έχει απλώσει τα κουρασμένα χέρια του στον ήλιο, και οι παλάμες του ακουμπάνε στα πόδια, αυτά τα πόδια που τον είχανε προδώσει μένοντας ακίνητα για έναν χρόνο στο κρεβάτι. Η θείτσα μου γελάει με κάτι που θυμάται και η φωνή της φτάνει μέχρι τ αυτιά μου, ήρεμη, γλυκιά και σιγανή. Νομίζω πως η μαμά μου πάντα ζήλευε λίγο αυτήν την συμπάθεια που είχαν ο ένας για τον άλλον, ένα ταίριασμα που τους επέτρεπε να κάνουν ωραίες κουβέντες τα καλοκαίρια στην αυλή του χωριού. Η μαμά μου που είναι πάντα λυπημένη πια. Που την συγκλονίζει η μοναξιά, η απουσία του μπαμπά και η νοσταλγία της παρέας του..

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Οκτώβριος, 17, 2020



Η μαμά μου ξέρει το βουνό σαν την τσέπη της. Όταν μεγάλωνε, ο Γράμμος ήτανε σαν μία προέκταση της αυλής της. Περπατάμε στα μονοπάτια και τα μάτια της ζωντανεύουν. Λέει τα ονόματα των χωραφιών (που τώρα είναι δάση) με την παλιά τους ονομασία, θυμάται τίνος είναι η κάθε καστανιά που συναντάμε, «νά η μηλιά που από αυτήν ήθελα να τρώω μήλα όταν ήμουνα έγκυος σε σένα» μου την συστήνει, η μηλιά έχει γεράσει, ένα κατσιασμένο δέντρο χωρίς ζωντάνια είναι, η μαμά μου την βλέπει με τα μάτια της νεότητάς της, πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έχει ξανανεβεί στο βουνό, περπατάει στο μονοπάτι ατρόμητη, και είναι σαν τα χρόνια να ξεφλουδίζονται και να πέφτουν από την πλάτη της, « να οι καστανιές μας» δείχνει κάπου πολύ μακριά «θα κατεβούμε αυτή την πλαγιά και μετά θα ανηφορίσουμε προς τα δέντρα, και θα μαζέψουμε πολλά κάστανα.»

Η πλαγιά, είναι τεράστια, σαν πίστα χιονοδρομικού, χορτάριασμένη, και μόνο που το σκέφτομαι με πιάνει ένας γελαστός τρόμος, «πάμε» μου λέει, γελάω, «μαμά μήπως έχεις ξεχάσει πόσο χρόνων είσαι;» την ρωτάω, «τον άλλο μήνα θα μπω στα 88» μου απαντάει, τώρα όμως έχει στα μάτια το θάρρος και την δύναμη των δέκα  χρόνων της και τρέχει στο λιβάδι, μαζεύει κάστανα με την κολλητή της την Ντίνα, την αγαπημένη ξαδερφούλα της που δεν υπάρχει πια, γεμίζουν τους ντορβάδες γελώντας, ατρόμητες και υπέροχες.


Δεν κατεβαίνουμε την πλαγιά (προς μεγάλη της απογοήτευση) δεν μαζεύουμε κάστανα από τις καστανιές μας. «Α, μου λέει, αυτή η καστανιά μας να δεις τί νόστιμα κάστανα έχει, είναι στρογγυλά και κρακ... σπάζουν στο στόμα σου όταν  τα τρώς, ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΘΑ ΠΑΜΕ» μου ανακοινώνει με βεβαιότητα.


Επιστρέφουμε στο χωριό εγώ και ένα δεκάχρονο κοριτσάκι στο διπλανό κάθισμα, μια ζωντανή απόδειξη πως η ψυχή δεν γερνάει ποτέ, και πως κάπου λίγο πιο έξω από τον καθημερινό μας ορίζοντα, μας περιτριγυρίζουνε πολλά. Είναι αόρατα είναι και ορατά και έχουν  την δύναμη να μας επαναπροσδιορίσουν και να μας ανανεώσουν και την διάθεση και  την υγεία.

Καλημέρα σας☀️