Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

μωβ χαρά.


Αυτή την εποχή, η λίμνη είναι πεντακάθαρη. Χιλιάδες μικρά ψαράκια κολυμπάνε, τα βλέπω να διαχωρίζονται σε ομάδες και να ξεχύνονται δεξιά κ αριστερά, μάλλον χαίρονται, η ίσως ξεκινάνε ένα δικό τους ταξίδι στην περιορισμένη υδάτινη λιμνίσια περιοχή.

Τα μοναχικά δείχνουν να βαριούνται, κάθονται ακίνητα κ ησυχάζουν, μπορεί να ξεκουράζονται, μπορεί να απολαμβάνουν, μπορεί ακόμα και να με παρακολουθούν.

Είναι απομεσήμερο και ένας χλωμός ήλιος έχει νικήσει το κρύο. Η άνοιξη έχει κυριεύσει το χώμα, τα δέντρα, το βουνό,τα πάντα. Μωβ θάλασσες στην άκρη της λίμνης, έχουν ανθίσει αυτά τα άγρια λουλουδάκια που τόσο αγαπώ.

Κάθομαι και τα χαϊδεύω, με χαϊδεύουν κ αυτά, συνομιλώ μαζί τους σε μια γλώσσα που μου είναι άγνωστη και ολόδική μου. Μέσα στο στήθος μου χορεύουν συναισθήματα και αισθήσεις, γελάω, μυρίζω, παραμιλάω και αγαπώ.

Από τα δέντρα ακούγονται πουλιά, η πόλη είναι μακρυά, την βλέπω να καθρεφτίζεται στα νερά της, μια απόλυτη γαλήνη κυριαρχεί στο σύμπαν μου, θέλω να μείνω εδώ, θέλω να γίνω ένα λιλά αγριολούλουδο, να ανθίζω κάθε άνοιξη και να πλημμυρίζω με ομορφιά τα μάτια των ρομαντικών,  και κανένα “μετά” να μην με τρομάζει...

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

μύρισε άνοιξη




(Να μυρίζει άνοιξη και  ήλιος να λούζει το κεφάλι μας. Να ανοίγουμε έκπληκτα τα μάτια, ακόμα μία φορά, σε μια ακόμη ανθισμένη αμυγδαλιά. Να την μυρίζουμε και να κρατάμε την ανάσα μας και η μυρωδιά της να φτάνει ως το βάθος, εκεί που λέει πως  είναι η καρδιά μας. Πρόθυμη να γίνει ροζ, αμετανόητη και θαρραλέα. Να πιανόμαστε χέρι-χέρι, να κάνουμε στα ψέματα πως όλα πάνε καλά και όλα να πάνε καλά. Να ξεχνάμε το φίδι και τον φόβο, να μην σκεφτόμαστε τόσο πολύ, να κοιμόμαστε οχτώ ώρες μονορούφι και να ξυπνάμε ευγνώμονες και ορεξάτοι. Να σε κοιτάζω στα μάτια για μια στιγμή και μια αιωνιότητα, να χαμογελάς μυστήρια και ποτέ, μα ποτέ να μην μπορώ να σ ερμηνεύσω.


Αλήθεια, έχεις σκαρφαλώσει ποτέ σε δέντρο; Λίγο το φοβάσαι και  πολύ το θέλεις, στο τέλος κερδίζει η επιθυμία, τολμηρά σκαρφαλώνεις, ανεβαίνεις από κλαδί σε κλαδί, μια ευφορία σε κυριεύει, φτάνεις ψηλά, κοιτάζεις ψηλά, ουρανός- ήλιος-φύλλα-καρποί όλα συμπαραστέκονται, το έχεις κυριεύσει, είναι δικό σου αυτό το μικρούτσικο σύμπαν. Και τότε θες δε θες, ρίχνεις μια ματιά κάτω, από εκεί που ξεκίνησες. Και σε πιάνει ένας φόβος και σε πιάνει ένας ίλιγγος. «Πώς θα κατέβω τώρα;» λέει αυτός ο φόβος. Τα πόδια μουδιάζουν, το μυαλό παραλύει, το σώμα σφίγγεται. Θέλεις να μείνεις για πάντα εκεί, νοιώθεις τρόμο, νοιώθεις και τόλμη, θα τα καταφέρω; ρωτάς το στομάχι σου.


 Πάντα τα καταφέρνεις. Κανείς δεν έμεινε ψηλά στο δέντρο, ούτε απέκτησε φτερά για να κατέβει πετώντας. Οι ερωτευμένοι και τα παιδιά μόνο πετάνε στα σύννεφα ενώ  αναζητούν ασφάλεια και αγάπη..)



(η φωτογραφία από εδώ:)

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

πάει το 18, welcome 19!






Πάει λοιπόν και το 18. Μας δίδαξε, μας πίκρανε, μας πόνεσε, μας γλύκανε, από όλα είχε.

Ας πούμε «καλή χρονιά» λοιπόν, κανέναν δεν πειράξανε οι ευχές, μία ακόμα δεν μας χαλάει. Σημασία έχει να κρατάμε μέσα μας όλο και λιγότερο εγώ και ίσως αυτό να είναι που γεννάει όλο και περισσότερη αγάπη. Και να αμφισβητούμε. Και να αλλάζουμε. Τίποτα δεν είναι ίδιο με πέρυσι, τίποτα δεν θα είναι ίδιο του χρόνου. Και να χαιρόμαστε. Πολύ. Το σώμα μας, τον ήλιο, την θάλασσα τους άλλους ανθρώπους. Να σβήσουμε τον φόβο, να ξεμεθύσουμε από τις βεβαιότητες. Και όπως λέει και μια ψυχή “ούτε μια μέρα να μην χαρίζουμε της απελπισίας”.

Συνέχεια θα ελπίζουμε σε φωτεινά μονοπάτια και ας λένε πως είναι η ελπίδα το πιο γλυκό δηλητήριο..

Καλή Χρονιά Υπέροχα Πλάσματα

  

(η εικόνα από εδώ )

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα




Τα Χριστούγεννα τα αγαπώ. Μου μοιάζουν κάτι σαν δώρο στο τέλος του χρόνου. Έρχονται ξαφνικά, σε μια στιγμή, πάντα νωρίτερα απ την ημερομηνία τους. Γίνεται τότε ένα κλικ και  «αααα..να, ήρθανε τα Χριστούγεννα» χαμογελάω, με   μάτια  γεμάτα καρδούλες.

Φέτος τα ανακάλυψα νύχτα στην Θεσσαλονίκη. Στο κέντρο της πόλης, εκεί που οι υπερ_ψηλές πολυκατοικίες σκύβουν επάνω σου και σου μιλάνε. Εκεί που οι βιοτεχνίες του άλλοτε δεν υπάρχουν πια, αλλά από τα ψηλά τώρα ακούγονται  ήχοι ξαφνιαστικά υπέροχοι, ντράμς, σαξόφωνα, ωραίες φωνές και που πλήθος συνωστίζεται σε εισόδους ψάχνοντας το αυθεντικό κάτι της φοβερής εποχής που ζούμε. Σ αυτούς τους δρόμους τα αναμμένα λαμπάκια κραυγάζουν δοξαστικά και συναγωνίζονται μεταξύ τους αναβοσβήνοντας, ζώντας μια εφήμερη δόξα, όσο μικρή και παιχνιδιάρικη τους αξίζει.  Και εμείς πάντα θεατές σε χαρές ανέξοδες και πολύ προσωπικά βιωμένες.


Καλά Χριστούγεννα.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

τα λυπημένα όνειρα τα ακυρώνει η εποχή που τα φύλλα πέφτουν στο χώμα




(Μια μέρα το δόντι μου έσπασε -ένοιωσα ξαφνικά να το μασάω- και έτσι ανακάλυψα την καταστροφή. Ο οδοντίατρος μου είπε πως είχε ραγίσει από καιρό και τώρα ήρθε η ώρα του για  να σπάσει τελείως. Έτσι απλά, τόσο απλά.)

*


Εκείνα τα χρόνια ήτανε τελείως ανέμελα, μαγικά και ερωτευμένα. Κατεβαίναμε με το τρόλεϊ για λουκουμάδες στην Αιόλου, μπαίναμε στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα νήματα, ξεκαρδιζόμασταν χωρίς αιτία και αφορμή, λέγαμε για τους έρωτές μας. Ήμασταν χρωματιστές κλωστές αιωρούμενες ή ίσως φουσκωμένα μπαλόνια. Εγώ κόκκινο και πράσινο, εσύ μπλε και κίτρινο.
 Όταν ανηφορίζαμε την Σπετσών ήτανε άνοιξη και τα κλαδιά των δέντρων απ τα πεζοδρόμια γέρνανε ως τους ώμους μας. Γελούσες, «έλα να μπούμε στο παπουτσάδικο να βρούμε φτηνά και νόστιμα παπουτσάκια», έλεγες. Δύο κορίτσια, στην Αθήνα του ογδόντα.

Στο δωμάτιο- τραπεζαρία του σπιτιού μας, υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης, ο καθρέφτης (μετά που σηκώναμε τα μάτια από το μεσημεριανό), έδειχνε την ξεθωριασμένη ταπετσαρία του τοίχου απέναντι και λίγο από το ξύλινο μωσαϊκό του πατώματος «τέτοιο πάτωμα έχει και το προεδρικό μέγαρο» έλεγε η μαμά σου και εμείς αποχαυνωμένες από το φαγητό, τον ήλιο και την κούραση της βόλτας, παίζαμε με τα ψίχουλα χωρίς να μιλάμε. Κάτω, στην οδό Κυψέλης, τα αυτοκίνητα μουρμουρίζανε μέρα νύχτα.

Σε αυτή λοιπόν την ωραία και ηδονική εποχή ξεχαστήκαμε για πολλά χρόνια και χαζεύαμε και απολαμβάναμε, ώσπου ήρθε μια στιγμή που, όπως λέει ο Λειβαδίτης:

“Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς — η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι,
και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο,
κορόιδεψα έναν γέρο,
τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια”

Και τώρα δεν σε αναγνωρίζω πια, ούτε και εσύ εμένα, ποιες ήμασταν, τι μας έκανε φίλες, γιατί δεν καταλάβαμε πότε ράγισε το πολύτιμο πορσελάνινο διάφανο φλιτζάνι μας που μέσα του χωρέσανε τόσα γέλια κλάματα και ακυρωμένες λέξεις. Μιλάμε, και η φωνή σου μέσα απ τα σύρματα του τηλεφώνου χάνεται ανάμεσα σε λέξεις αταίριαστες, σε λέξεις που δεν καταλαβαίνω, σε συνήθειες άλλες, σε χάνω, σε έχω χάσει από καιρό, πού είναι εκείνο το κορίτσι με τα γαλάζια μάτια και την μεγάλη καρδιά;

«Το πιο δύσκολο πράγμα στην ζωή είναι οι σχέσεις» επαναλαμβάνει το μυαλό μου, «όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα»
μουρμουρίζει ο ποιητής  και ένα κομματάκι μέσα μου, στεναχωριέται που δεν στεναχωριέμαι για σένα πια. Και εκεί σε εκείνο το μικρούτσικο σύμπαν της μη στεναχώριας -τι κρίμα- χωράνε όλοι όσοι δεν είναι πια φίλοι μου και δεν είναι ούτε και εχθροί μου. 

Και τότε φοβάμαι, φοβάμαι πολύ, τόσο πολύ φοβάμαι που θέλω να αγκαλιάσω σφιχτά τους ανθρώπους της ζωής μου. Και για μια στιγμή πελώρια και ελάχιστη μαζί να προσευχηθώ  (ακούγοντας τον εναρμονισμένο με αυτή την αγκαλιά χτύπο της καρδιάς μας) και να τους πω με λέξεις, και όχι με  όλα τα ευκόλως εννοούμενα, το πόσο πολύ τους αγαπώ..