Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ένα πουλί τραγούδαγε







Είδα ένα πολύ ωραίο όνειρο χθες. Ένα πουλάκι τραγουδούσε, καθότανε  χαμηλά και το χώμα όπου στεκότανε είχε το χρώμα της άμμου και την υφή της σκόνης. Απέναντί του σε ημικύκλιο όλα τα ζώα και τα πουλιά της πλάσης ακούγανε μαγεμένα το τραγούδι του, εντελώς αφοσιωμένα, τόσο πολύ τα είχε συναρπάσει αυτό το κελάηδημα, που είχανε πάρει το χρώμα του εδάφους και δεν φαινότανε, σαν χαμαιλέοντες προσαρμοσμένα στον περιβάλλοντα χώρο. Πλησίασα με περιέργεια και το μόνο που είδα ήτανε ένα πουλάκι να τραγουδάει. Στάθηκα και εγώ και άκουγα το συγκλονιστικό πραγματικά τραγούδι του. Την ώρα που τελείωνε όμως και κανονικά θα ήτανε η ώρα των πολύ θερμών χειροκροτημάτων, τα ζωντανά συνήλθανε και πλέον δεν ήτανε καθόλου αφομοιωμένα με το περιβάλλον και το γλυκό κελάηδημα του πουλιού εκείνου, αρχίσανε να κινούνται γρήγορα , ο τόπος γέμισε κατσίκες, πτηνά, σκόνη και πανικό..

Την προηγούμενη νύχτα είχα πιεί μια μπύρα και είχα τρελά διασκεδάσει με τους φίλους μου στην συναυλία των Blues Wire..

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Οι διάφανες μέρες του Αυγούστου και η Καστοριά.




Τις τελευταίες μέρες του  ο Αύγουστος τις αφιερώνει στην ανάγκη του για τελειότητα και γι αυτό τις κάνει όσο πιο όμορφες μπορεί. Το θέλουν και εκείνες και γίνονται συνεργάτες του, φοράνε το πιο διάφανο χρώμα του ουρανού, ζεσταίνουν τους δρόμους με τις πιο  ιδανικές θερμοκρασίες, χαίρονται οι λιγοστοί διαβάτες που απομείνανε, αμετανόητοι εραστές της καλοκαιρινής πόλης. Οι λιγοστοί ξένοι που τολμούν και την επιλέγουνε, είναι τυχεροί γιατί θα τους αγαπήσει και ίσως τους αποκαλύψει και κάτι από την  ψυχή της. 

Η Καστοριά φαίνεται και είναι όμορφη, έτσι που λάμπει από  το κάλλος που απλόχερα της χαρίστηκε λόγω της κυρίαρχης θέσης της πάνω από την λίμνη και κάτω από τον ουρανό. Γιατί η Καστοριά είναι πάνω από την λίμνη, καθρεφτίζεται στα νερά της, την υποτάσσει και της υποτάσσεται και με αυτή τη λάγνα διάθεση μαγνητίζει τους πάντες, ξέρει να το κάνει, ξέρει επίσης και να το απολαμβάνει.

Ταυτόχρονα είναι η πόλη που βρωμίζει την λίμνη της με ασύδοτη ευκολία και χωρίς καμία εμφανή τύψη, ξεχνάει εύκολα τα χρόνια που επιζούσε και διατρεφότανε από αυτήν, σπάνια σκέφτεται πώς θα πρέπει να διορθώσει την ζημιά που προκαλεί σε αυτήν την υδάτινη ανάσα, υιοθετεί μια κακομαθημένη αλήτικη και προκλητική συμπεριφορά, νομίζει  πως το δικαιούται και έτσι λάθος εκφράζεται, με τον εγωισμό της υπεροχής της.

Όμως.. είναι υπέροχη όταν σε παίρνει από το χέρι  και με μια σπάνια ευαισθησία σε πάει περίπατο  στον δρόμο δίπλα και γύρω από την λίμνη, χαρίζει στα μάτια σου το πιο σπάνιο φως, κίτρινο και γαλάζιο και πράσινο, που ξετρυπώνει ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα των πλατανιών, σου μεταγγίζει την δροσερή ανάσα των πανύψηλων δέντρων και θαμπώνει τα μάτια σου με τις αστραφτερές αντανακλάσεις των νερών. 

Είναι υπέροχη και ξέρει να σε ξαφνιάζει. Εκεί μέσα στην φύση βάζει μια βυζαντινή Παναγία να σου χαμογελάει, σε συγκινεί αυτή η συνάντηση, αναβλύζει μέσα σου μια μνήμη προγονική, θέλεις να συναντηθείς με αυτήν την ανάγκη, μπαίνεις μέσα στον ναό και σε κυριεύουν αμέσως οι σκιές. Όταν βγεις έξω θα νομίζεις πως είσαι εμπλουτισμένος με μια άλλη γνώση, απατηλή ή όχι, καμία σημασία δεν έχει, εσύ έχεις κερδίσει αυτό που δεν φαντάστηκες, χαίρεσαι και ευχαριστείς γι αυτό, είσαι έτοιμος να συνεχίσεις, επιθυμείς να γνωρίσεις καλύτερα τον τόπο αυτόν με τα κρυμμένα μυστικά και τα φανερά κάλλη.


Και τότε είσαι δικός της. Θα σε αγαπήσει όπως μόνο εκείνη ξέρει να αγαπά, θα σε περπατήσει σε ξεχασμένα σοκάκια και χορταριασμένες αυλές παλιών αρχοντικών, θα σε ξεναγήσει σε όλους τους τρούλους και τις κεραμοσκεπές, θα σου δείξει τα απομεινάρια από τα τείχη που κάποτε την προστάτευαν, θα κλάψει με λύσσα εκεί που τα ίχνη των  εβραίων κατοίκων της και  της πολυπολιτισμικής της εποχής, έχουνε με επιμέλεια εξαφανιστεί, θα σου δείξει ακόμα και την ντροπή της για τον ερειπωμένο Μεντρεσέ και το ένα και ξεχασμένο τζαμί της πόλης.

Θα σου εξομολογηθεί τότε τον πόνο της και την κρυφή της ελπίδα, πως θα μπορούσαν λέει όλα να αλλάξουνε, πως θα μπορούσαν αυτά τα ερείπια να γίνουν μνημεία μιας νέας, ενδιαφέρουσας εποχής και πως οι χιλιάδες τουρίστες που θα τα επισκέπτονταν θα τα μεταφέρανε σαν παραμύθι  στις πατρίδες τους και  θα λέγανε για μια σπουδαία πόλη, τόσο σπουδαία που αγάπησε τις μνήμες  και το παρελθόν της, όσο και την ίδια της την υπόσταση.

 Έτσι θα γίνετε φίλοι μοιραζόμενοι μνήμες, επιθυμίες και πληγές. Τώρα είσαστε έτοιμοι να καθίσετε στο ίδιο τραπέζι και να τσουγκρίσετε τα ποτήρια σας πίνοντας τσίπουρο δίπλα στην λίμνη. Και αφού πιείτε και λυθεί η γλώσσα σας θα σας μιλήσει και  για τα άλλα στολίδια της.

 Θα σας πει για τα μεγάλα κρύα  και τα πανέμορφα χιονισμένα δάση. Για τον Γράμμο και το Βίτσι, το εμφύλιο αίμα,  τα ερειπωμένα χωριά  και  το Πάρκο της Εθνικής Συμφιλίωσης. Για τις λίμνες της Πρέσπας, τον Λιμναίο της οικισμό με τις καλαμένιες του σκεπές, τα απολιθωμένα δάση και τα πολύχρωμα φύλλα του φθινοπώρου, τα άγρια μανιτάρια και τα ταβερνάκια που τα μαγειρεύουνε. Για τα ραγκουτσάρια του χειμώνα και τα ολονύκτια γλέντια τους. Για τα μικρά καφέ που επωάζουν ωραίες παρέες, καλλιτεχνικές ανησυχίες και  όμορφες στιγμές.  Για τις αντίζηλες πόλεις και  τους θαυμάσιους ανθρώπους της. Για τα ποτάμια και τα καλοκαιρινά πάρτυ που γεμίζουν τις όχθες τους με νεαρούς πόθους και μοναδικά καλοκαιρινές κεφάτες στιγμές

 Και έτσι καθώς θα πίνετε και θα εξομολογείστε κοινωνώντας  τους πόθους και τα πάθη σας, κάπως έτσι θα σας βρει το ξημέρωμα, και τότε ξαφνικά θα έχετε ανακαλύψει πως έχετε γίνει μύστες και γνώστες  μιας μεγάλης  πανανθρώπινης ανάγκης, της σπουδαίας επιθυμίας για επικοινωνία μεταξύ κάθε ανθρώπου, κάθε πόλης και κάθε φυλής του κόσμου ετούτου, που ολοκληρώνεται μόνο όταν  έχει  κατακτήσει και έχει πλήρως κατακτηθεί..





 

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Θάλασσες-πατρίδες.




Η θάλασσα χθες στους αμμόλοφους ήτανε πεντακάθαρη, πανέμορφη και ψυχρή. Σε ξεγελούσε η χλιαρή της επιφάνεια και σε πάγωνε η κρύα αγκαλιά της. Όμως πανέμορφη. Θα την παρομοίαζες με μια ψηλή, ξανθιά, ονειρεμένης ομορφιάς γυναίκα, που όταν έψαχνες τα μάτια της σε άδειαζε με μιας  το αφηρημένο γκρίζο χρώμα τους. Όχι, δεν γίνατε φίλες με αυτήν την θάλασσα, έφυγες μέσα στους πρώτους ίσκιους της νύχτας με μια ανεξήγητη θλίψη, απορώντας και ψάχνοντας μάταια την προέλευσή της.

Το σπίτι στο Λιτόχωρο σε περίμενε με μισάνοιχτη την εξώπορτα της αυλίτσας. Η κληματαριά κούνησε τα φύλλα της και τα άγουρα τσαμπιά ενοχλημένα ρίξανε μια νυσταγμένη ματιά. Το άλλο πρωί θα σου κρυφογελούσαν ένοχα κάτω απ τον ήλιο. Μπήκες στο σπίτι και σε κυρίευσαν τα συναισθήματα. Όλα ήταν στην θέση τους, όπως τα θυμόσουνα, πεντακάθαρα και φιλόξενα. Ένοιωσες ευγνωμοσύνη για το αίσθημα ασφάλειας που σε κυρίευσε καθώς άπλωνες τις βρεγμένες πετσέτες στο μπαλκόνι. Πολύ αργότερα, όταν τα μάτια σου θα κλείνανε από νύστα, θα σκεφτόσουνα πως ο Όλυμπος είχε τις κακές του και γι αυτό η ζέστη ήτανε ανυπόφορη. Όμως το πρωί ξύπνησες ανάλαφρα με τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπάνε και τις φωνές  έξω από το παράθυρο που καλημερίζονταν μεταξύ τους.

Σήμερα αυτή η θάλασσα στον ίσκιο του Ολύμπου, η «δική σου» όπως την ονομάζεις,  σε υποδέχτηκε με φωνές. Και σένα σου είχει λείψει, αυτή η γαλαζοπράσινη γειτονιά  είναι σαν την κολλητή σου φίλη,  την αγαπάς, δεν είναι τέλεια, δεν είναι πεντακάθαρη, έχει ελαττώματα, και σου θυμίζει τον εαυτό σου που συνεχώς επαναπροσδιορίζεται και πάντα σε ξαφνιάζει με κάτι που έχει παραλείψει.

Κολυμπάς για ώρα πολλή και το αγιασμένο νερό σε θεραπεύει. Μέσα στο νερό, νομίζεις πως έτσι που «βαδίζεις» με  τα μεγάλα θαλάσσια νοητά βήματά σου, θα περάσεις απέναντι ξυστά από το πρώτο πλοκάμι της Χαλκιδικής  και θα πιάσεις λιμάνι στην σγουρή άμμο της Τορώνης και στο θαυμάσιό της ηλιοβασίλεμα να θυμηθείς τα άλλα αγαπημένα σου καλοκαίρια και να ψάξεις το μυστικό που σε ξαναγυρίζει σε εκείνα τα ιριδίζοντα νερά του δειλινού δίπλα στην άμμο. Ύστερα βγαίνεις έξω και τα ξεχνάς όλα. Σήμερα ο ήλιος λάμπει εδώ, το σούρουπο στο ταβερνάκι δίπλα στο κύμα ευωδιάζει ούζο και  χταπόδι στα κάρβουνα, και καθώς  ζαλίζεσαι σιγά-σιγά νοιώθεις πως  χάνεσαι απέναντι στον ορίζοντα μαζί με τα χρώματα που σκάνε στον ουρανό και στα ασημένια νερά της μεγάλης πατρίδας, της θάλασσας..

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Το φιλί.





Λίγο πριν απομακρυνθεί από το τραπέζι εκείνος, σαν κάτι να θυμήθηκε, γύρισε πίσω και την φίλησε στιγμιαία στο στόμα. Ερωτικά.

Μία τυχαία θεατής  του φιλιού από το απέναντι τραπέζι που έπληττε από ώρα, ένοιωσε στο δευτερόλεπτο μια ακύμαντη θάλασσα να μπαίνει στα μάτια της και να την πλημμυρίζει. Της ήρθε να δακρύσει απ το αλμυρό νερό, μα κάτι την έκανε να το μετανιώσει και έμεινε να κοιτάζει με θαυμασμό το φιλί, που αιωρήθηκε για ώρα στην ατμόσφαιρα, εκστασιασμένο από την εντύπωση που είχε προκαλέσει.

Κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό και όλοι συνέχιζαν αδιάφοροι τις κουβέντες τους.

Έκανε ζέστη και το καλοκαίρι έχυνε άφθονο χρυσό χρώμα στο δέρμα των ανθρώπων, στην άμμο και στην τυρκουάζ θάλασσα..


Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Οι φίλες μου.




Οι φίλες μου είναι νεράιδες. Μαζί κατοικούμε στο παρακμιακό κέντρο της πόλης παρέα με γέρους και αλήτες-πουλιά. Οι φίλες μου ξέρουν να λένε τον καφέ, να ερμηνεύουν τα όνειρα που βλέπουν τις σκοτεινές νύχτες και να χορεύουν με τα ξωτικά την άνοιξη στα πυκνά δάση. Οι φίλες μου νομίζουν πως είμαι σπουδαία συγγραφέας, ή μεγάλη φωτογράφος, ή κάτι μπερδεμένο ανάμεσα σ αυτά τα δύο. Εγώ βέβαια δεν είμαι τίποτα απ´ όλα αυτά, είμαι ακριβώς ίδια με αυτές τις αστραφτερές υπάρξεις που λάμπουν στην ζωή μου και την κάνουν ακριβή. Το φως  από τις φίλες μου δεν το βλέπουν οι άλλοι, προς τα μέσα φέγγει, σαν εσωτερικός ήλιος τις φωτίζει και κάνει το δέρμα και την σκέψη τους διάφανη σαν γιαπωνέζικη πορσελάνη. Όταν με βαριούνται φεύγουν και χάνονται στην ασημένια άσφαλτο που κατηφορίζει προς την λίμνη και τότε εγώ κάθομαι και κλαίω που τις έχασα, κλαίω τόσο πολύ που στερεύουν τα δάκρυά μου και κάποια από αυτά γίνονται μαργαριτάρια, τα κρεμάω με χρυσή αλυσίδα γύρω απ´ το λαιμό μου και τις νύχτες που κοιμάμαι τα ακουμπάω στο μέρος της καρδιάς. Οι φίλες μου  κάθε άνοιξη μου χαρίζουν και από κάτι, μία λευκή ελπίδα σαν άγραφη κόλλα χαρτί, μια κόκκινη παπαρούνα σαν την ερωτευμένη άνοιξη, ένα ποτήρι γεμάτο κρασί σαν το μεθυσμένο μου μυαλό, μία ανθοδέσμη μαργαρίτες σαν τις μεγάλες αμφιβολίες της ύπαρξης. Οι φίλες μου δεν μου λεν σ αγαπώ, μου κάνουν μεγάλες αγκαλιές χωρίς λόγια, μου κρατάνε σφιχτά το χέρι όταν πονάω, πίνουνε λικέρ μαστίχα μαζί μου τις νύχτες και όταν μας πνίγει ένα αβάσταχτο αχ, μαζί ακούμε τα αηδόνια της νύχτας που τραγουδάνε για μας ήχους πανάρχαιους…

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Χρέος ελάχιστο.




Όταν ένα κουρασμένο απόγευμα  χτυπήσει η εξώπορτα, θα σηκώσεις ξαφνιασμένη το κεφάλι σου από τις σελίδες του βιβλίου, θα βάλεις τον σελιδοδείκτη στο άνοιγμα, «ποιος να ναι;» θα αναρωτηθείς αφηρημένα, θα ψάξεις  τις παντόφλες σου και θα ανοίξεις την πόρτα.

Πως εισέρχεται στην ζωή σου μια ανυποψίαστη εκδοχή και κυρίως πως την επεξεργάζεσαι;  Το καινούριο  σαν νέα πιθανότητα είναι πάντα ευπρόσδεκτο μα πρέπει να του κάνεις  χώρο για να μπορεί να αναπτυχθεί, ίσως  ενοχλεί ο απροσδόκητος εισβολέας στο τακτοποιημένο σου σύμπαν, μπορεί μια άκρη του μυαλού σου να προτιμούσε  να είχε χτυπήσει το κουδούνι του γείτονα και συ να συνέχιζες αμέριμνα χαμένη στις ιστορίες που γράψανε άλλοι για σένα και που περιγράφουνε κάτι σαν αυτό που τώρα ζεις.

Οι ήρωες των βιβλίων μυρίζουν σαν και σένα, γελάνε με τα ίδια αστεία, τους αρέσουν τα γλυκά όπως ακριβώς και σε σένα, χάνονται στο πράσινο της άνοιξης με τον ίδιο τρόπο που και συ αγαπάς, σου κρατάνε το χέρι  μπροστά στο θαύμα μιας κόκκινης παπαρούνας που σπαρταράει  κάτω απ τον ήλιο τον Μάιο. Οι ήρωες του βιβλίου ερωτεύονται παράφορα, κάνουν έρωτα και  συναντούν το Θείο  σε αυτή την ένωση, τόσο πολύ το πλησιάζουν που τιμωρούνται γι αυτό, υποφέρουν, πονάνε και εν τέλει διδάσκονται από αυτή την οδύνη. 

Τις ιστορίες του βιβλίου τις ζήσανε μόνο όσοι αναπνεύσανε βαθειά την περιοχή που τους δόθηκε και γεμίσανε  τα πνευμόνια τους με αυτήν την μυρωδιά.  Την ώρα που  ανοίγουν οι πόρτες,  σαν προσευχή του ελάχιστου χαμογέλα  και κάνε το γέλιο σου να ακουστεί δυνατά, να φτάσει ως την χώρα του Πήτερ Παν και από κει να γυρίσει πίσω εξαγνισμένο από την αθώα παιδικότητα της πρώτης φοράς, τότε που τα γάργαρα νερά καθρεφτίζονταν στα μάτια σου, τότε που όλα ήταν εφικτά και ακόμα και το πρήξιμο από το τσίμπημα μιας μέλισσας θεραπευότανε σε μια μέρα..