Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Για την Άννα.




« Άννα μου,

χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου. Φορούσες εκείνη την πλισέ φουστίτσα που είχες αγοράσει από μια λαϊκή στην Μπολόνια και στριφογύριζες κάτω από τον ήλιο. «Κοιτάξτε», μας έλεγες, «σαν ομπρέλα έγινε η φούστα μου», και γελούσες δυνατά. Τα μαύρα σου μαλλιά αστράφτανε σαν έβενος και εμείς οι φιλενάδες σου σε κοιτάζαμε θαμπωμένες. Σε θαυμάζαμε και σε ζηλεύαμε  λίγο, για την αέρινη σιλουέτα σου, την λεπτή σου μέση και την γλυκύτατη ματιά που έκανε τα αγόρια να σε θέλουνε  και τον κόσμο να σε αγαπά.

Θυμάσαι τότε που κάναμε βόλτες με τα αγόρια στον δημόσιο δρόμο και ερωτευόμασταν την ζωή; Ήτανε Μάιος, οι μαργαρίτες ξετρελαμένες χύνανε την μυρωδιά τους στον αέρα και εμείς τις μαδούσαμε για να μάθουμε αν μας αγαπάει. Ποιος μας αγαπούσε τότε και από ποιόν περιμέναμε το ναι;  Τίποτα δεν θυμάμαι αλλά ναι, ξέρω πως ήτανε  άνοιξη, ήμασταν η άνοιξη, όλος ο κόσμος ήτανε δικός μας, εμείς και οι φιλενάδες μας και  οι φίλοι μας τα αγόρια που  συχνά μαλώναμε  μαζί τους, «υπάρχει φιλία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών;», εμείς λέγαμε ναι, εκείνα λέγανε όχι.

Θυμάμαι που κόβαμε δρόμο, (για να πάμε πιο γρήγορα στο σπίτι), μέσα από τα χωράφια και το νεκροταφείο. Η δημοσιά  ήτανε ψηλά και το κατηφορικό μονοπάτι μας έκανε να τρέχουμε, μόλις φτάναμε στο τοιχαλάκι που χώριζε το χωράφι από το νεκροταφείο, γυρίζαμε να κοιτάξουμε την παρέα που αφήναμε πίσω, ο Μ. μας φώναζε, «που πάτε, γυρίστε πίσω» εγώ φοβόμουνα την μαμά μου, εσύ ήθελες να είσαι η τέλεια κόρη για τον μπαμπά σου, ανεβαίναμε τον τοίχο, περπατούσαμε  στα πράσινα χόρτα και τα ανθισμένα λουλούδια, πέτρινοι σταυροί τριγύρω, αδιαφορούσαμε για τους νεκρούς, αδιαφορούσαμε  για τον θάνατο, ήμασταν   κάτι ατρόμητα, αθάνατα και ανίκητα κορίτσια.

Τώρα που σου γράφω είναι αργά, είμαι λίγο ζαλισμένη από μια ξεθωριασμένη λύπη και  ένα κόκκινο λικέρ  που πίνω σε μικρές γουλιές από ένα τοσοδά ποτηράκι. Θυμάμαι πως  ήτανε τέλος Γενάρη που χτύπησε το τηλέφωνο και η Σ. μου είπε πως έφυγες για πάντα. Για πάντα μακριά μας εσύ που αγαπούσες τόσο το κοντά, εσύ, που καμία ξένη χώρα και καμία πατρίδα δεν κατάφερε να σε κρατήσει μακριά από τα χώματα που σε γεννήσανε και την αγκαλιά του μπαμπά σου. Και τι αστείο, εκεί που τρέχοντας διασχίζαμε το μονοπάτι, εκεί κοιμάσαι πια, εκεί που έχει  ακόμα μαργαρίτες την άνοιξη, πεσμένα φύλλα το φθινόπωρο και χιόνι πολύ τον χειμώνα και που κανένα κοριτσίστικο πόδι δεν κόβει δρόμο τώρα πια  για να τρέξει  να γλυτώσει από το μάλωμα της αυστηρής μαμάς του..»

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Φεβρουάριος




Ο Φεβρουάριος φέτος, αν ήτανε γυναίκα θα είχε γκρίζα μάτια και ξανθά μαλλιά. Θα ήταν όμορφη και θα φορούσε ζεστά μάλλινα ανοιχτόχρωμα ρούχα, και γούνινο άσπρο σκούφο. Αν χιόνιζε, θα σήκωνε το πρόσωπό της στον ουρανό και θα άφηνε τις νιφάδες να κάθονται πάνω στο άσπρο δέρμα της, θα έμενε με κλειστά μάτια και ηδονική έκφραση και το χιόνι θα συνέχιζε να πέφτει και να λιώνει πάνω στο ζεστό της δέρμα. Οι άνθρωποι θα την κοιτάζανε με περιέργεια και λίγο θαυμασμό, «ποια είναι αυτή που τολμάει να αψηφάει τον χειμώνα;» θα σκεφτόντουσαν από μέσα τους και απέξω τους θα τολμούσαν λίγο να χαμογελάσουν, τόσο λίγο που κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί , γιατί ξέρετε πως με το χιόνι γελάνε μόνο τα παιδιά, οι τρελοί και οι ποιητές. 

Κάποια στιγμή η γυναίκα θα άνοιγε τα μάτια της και κείνα θα χαμογελούσαν, θα έπαιρνε τότε από το χέρι τα παιδιά και θα παίζανε χιονοπόλεμο με φωνές χαράς και αλαλαγμούς μάχης, ο εφήμερος νικητής θα είχε κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια, ο νικημένος θα ένοιωθε το χιόνι να λιώνει στην ραχοκοκαλιά και στην κόκκινη μύτη του αλλά καθόλου δεν θα τον ένοιαζε, καθόλου, έτσι θα τελείωνε ο Ιανουάριος, την άλλη μέρα όλα θα αλλάζανε, οι αλκυονίδες ημέρες θα διεκδικούσαν μερίδιο δικό τους στον καιρό, ο ήλιος θα φώτιζε και θα χρωμάτιζε τα πάντα, τα παιδιά θα συνέχιζαν να παίζουν τα απογεύματα στις πλατείες με κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια και η άνοιξη θα πλησίαζε σιγά-σιγά..

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ραγκουτσάρια εν έτει 2017




(φωτογραφία αρχείου, Ιανουάριος του 16)



Τα παλιά τα χρόνια, στο χωριό μου,  το must των ημερών ήτανε να ντυθεί κανείς τρομακτικό καρναβάλι. Και φυσικά με κρυμμένο το πρόσωπο, ώστε κανείς να μην μπορεί να σε αναγνωρίσει. Σηκώνανε τα χέρια τους τα τρομακτικά αυτά καρναβάλια και "ΑΑΑΑΑΑΑαααααα!!!!!" φωνάζανε κοιτώντας μας και τότε, εμείς τα μικρά χεζόμασταν από τον φόβο μας.

Είχα έναν ξάδερφο λοιπόν ( λέω είχα, γιατί έδωσε μιά και έφυγε νέος από τούτον τον ντουνιά), που ήτανε πολύ ψηλός και όταν φορούσε τα καρναβαλίστικα, τα διάλεγε ένα νούμερο μεγαλύτερο, γιατί τα γέμιζε με άχυρο, πολύ άχυρο, στα πόδια, στα μανίκια, στον κορμό, και τότε γινότανε τεράστιος και τρομακτικός.
Πάντα πετύχαινε τον έναν στόχο, της τρομακτικότητας, τον άλλο της ανωνυμίας ποτέ, γιατί όλοι τον αναγνωρίζανε από το ύψος του. Καταπληκτικές εποχές, με φτώχεια και ανυποψίαστη ευτυχία.

Ώρα του καλή του Κοσμά. Εύσημο-μνημόσυνο για κείνον, εύσημα σκέτα για όλα τα καρναβάλια της ζωής μας, που γλεντήσαμε με την ψυχή μας, μεθύσαμε με το ίδιο μας το κέφι, είδαμε τον ουρανό ξαπλωμένοι στο τσαρσί, αγκαλιασμένοι όλη η παρέα σαν ένα ολόσωμο σύμπαν, συνένοχοι και συμμέτοχοι μαζί σε ένα συμβάν που πυροδοτούσε σημεία του μυαλού μας ανέγγιχτα από τον χρόνο. 

Έτσι ξαναγινόμασταν παιδιά, έτσι γινόταν εφικτό να φιλιώσουμε με την του Διόνυσου απαγορευμένη διάσταση, έτσι κερδίζαμε μέρες από την ζωή μας, έτσι γινόμασταν αθάνατοι.
 Ευχή: ας είμαστε ικανοί θεέ των ραγκουτσαριών να ξανανταμώνουμε πάντα με αυτή την Θεία μέθεξη που μας βγάζει από το ρούχο της ζωής μας και μας πετάει ψηλά στον ουρανό..


(Αφιερωμένο, στην παρέα των ραγκουτσαριών που κοντά είκοσι χρόνια μου τροφοδοτούσε την ύπαρξη)





Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

άχνη στον αέρα.


Το πρώτο που θυμάμαι μόλις ακούω την λέξη Χριστούγεννα είναι τα κάλαντα. Η ανάμνηση πηγαινοέρχεται· μία στα πολύ παιδικά μου χρόνια στο χωριό, με πολύ χιόνι, κρύο, παγωμένα δάχτυλα, τάλιρα και δραχμούλες και μία στην εφηβεία μου, στην Καστοριά με τους φίλους μου από το σχολείο. Τα αγάπησα και  τ’  αγαπώ σαν ονειροπαρμένη. Είμαι πανέτοιμη την ήμερα εκείνη και περιμένω:

- «να τα πούμε;»
 -«να τα πείτε φυσικά»

 Tα λένε -όχι όλα- μόνο όσα θυμούνται, πρόσωπα παιδικά, αγοράκια και κοριτσάκια που δεν σε κοιτούν στα μάτια, μόνο ντροπαλά τραγουδάνε με φωνές χερουβείμ του ονείρου.

Πολύ αργότερα αγάπησα τους κουραμπιέδες. Βρήκα την συνταγή που  γεμίζει την ατμόσφαιρα   μυρωδιά γιορτής και ψημένα αμύγδαλα, ζεστό βούτυρο και γλυκιά άχνη με βανίλια. Με συναρπάζει η διαδικασία όπου  δάχτυλα και  δαχτυλάκια ξεφλουδίζουν με υπομονή τα ζεματισμένα αμύγδαλα, τα ψιλοκόβουνε και μαζί  μ αυτά, σκορπίζουνε πάνω στο τραπεζομάντηλο κομματάκια αγάπης. Κάνουν καρδούλες τα μάτια μου και  για τις μύτες που οσφραίνονται ανυπόμονα τον αέρα και περιμένουν να δοκιμάσουνε τον πρώτο κουραμπιέ (ζεστό ακόμα).


Είναι αυτή η γιορτή ένα κομματάκι  τόσο δα από έναν   καλά κρυμμένο εαυτό στην ενήλικη κυνικότητά μας;  Έχει κάτι από την δύναμη και την αδυναμία μας;  Είναι η χαμένη μας παιδικότητα που κολλάει χαριτωμένα τα μούτρα της πίσω από το τζάμι;  Ή μήπως είναι μόνο η ανάγκη πετάξουμε  για λίγο ψηλά σαν νιφάδα χιονιού στον παγωμένο ουρανό του Δεκέμβρη και ύστερα να ξανακυλήσουμε πίσω  και να λιώσουμε ηδονικά πάνω σε μια ζεστή παλάμη; Μικρή σημασία έχει γιατί, έτσι και αλλιώς, στο τέλος πάντα ένας άγιος με κόκκινο σκούφο θα είναι εκεί για να μας γοητεύει και να μας απογοητεύει, χειραγωγώντας με επιτυχία την απόλυτη ανάγκη μας για το ανεκπλήρωτο.


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η χρονιά που δεν πήγαμε στο πανηγύρι.





Η Αλέκα πέθανε μια μέρα σαν και τούτη που περιμέναμε το πανηγύρι του Άργους. Είχε ήλιο έξω και εμείς  μια μεγάλη χαρά που θα πηγαίναμε. Κάποια στιγμή, εκεί που περιμέναμε το λεωφορείο να μας μεταφέρει στην πόλη, είδαμε την Ελένη του Χαρίση  να κατηφορίζει βιαστικά. Φαινότανε ταραγμένη·  "τι τρέχει;" την ρωτήσανε οι γυναίκες. Εκείνη άρχισε να μιλάει βιαστικά και  καθώς μιλούσε έχανε τα λόγια της, σάλια ξεφεύγανε από το στόμα της, στο τέλος άρχισε να κλαίει. "Τι έγινε;"  ρωτήσαμε τη μάνα με περιέργεια. Εκείνη μας αγκάλιασε και μας είπε πως δεν θα πηγαίναμε στο Άργος αυτή τη φορά, γιατί κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί στο χωριό μας.

 Δεν είχε όρεξη να μιλήσει άλλο, τα μάτια της είχανε μια μεγάλη λύπη και από πράσινα γινήκανε σκούρο καφέ. Φοβηθήκαμε να ρωτήσουμε παραπάνω και περιμέναμε ανήσυχα εγώ και ο αδερφός μου να μάθουμε τι είχε συμβεί. Στο σπίτι, μας φέρθηκε τόσο τρυφερά που μας ξένισε· δεν ήμασταν συνηθισμένοι βλέπεις σε τέτοιες γλύκες, η μάνα ήτανε μια αυστηρή γυναίκα που δεν χάριζε τα χάδια της εύκολα. Μας έδωσε να φάμε από μια μεγάλη φέτα ψωμί βούτυρο με μέλι, καθίσαμε ήσυχα στην γωνιά μας.

Τότε μπήκε στο σπίτι η θείτσα μου, ταραγμένη και αυτή και άρχισαν να μιλάνε. Έτσι μάθαμε πως το προηγούμενο βράδυ η Αλέκα, συμμαθήτριά μας και φίλη από το πάνω χωριό, είχε πάει να μαζέψει το μουλάρι από το χωράφι που το είχανε δέσει με τριχιά για να βόσκει όλη μέρα. Καθώς γύριζε στο σπίτι με το ζώο έδεσε στο χεράκι της την άκρη της τριχιάς και μάλλον κατηφόριζε τραγουδώντας. Κάπου εκεί παραμόνευε φαίνεται και η κακιά της η μοίρα, γιατί εκείνη την ώρα κάτι το τρόμαξε το ζωντανό και εκείνο άρχισε ξαφνικά  να τρέχει. Το παιδί δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ούτε να λύσει το σκοινί από το χέρι του και έτσι ένας τρελός χορός θανάτου ξεκίνησε και τελείωσε με το μουλάρι να επιστρέφει ώρες αργότερα στο σπίτι σέρνοντας  πίσω του το νεκρό κορίτσι.

Την άλλη μέρα την κηδέψαμε. Μια όμορφη μέρα ενός πικρού Σεπτέμβρη η Αλέκα, το κορίτσι με τα ξανθά σγουρά μαλλιά, τα κόκκινα μάγουλα και το πλατύ χαμόγελο στα χείλη ταξίδεψε στην κοιλάδα με τους λειμώνες και χάθηκε από τις ζωές μας. Περάσανε πολλά χρόνια από τότε μα κάθε Σεπτέμβρη την θυμάμαι και στην ανάμνησή της, γεμίζει λύπη η ψυχή μου και φως τα μάτια μου· είναι το φως που άφησε πίσω του το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά, είναι η  κατάκτηση της κάθε μέρας που νυχτώνει,  ή μήπως είναι το πανηγύρι που μας περιμένει;

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

(Μερικές φορές θέλω να πηδήξω πάνω από την σκιά μου)



..και τότε ονειρεύομαι πως είμαι ηρωίδα μυθιστορήματος καλοκαιρινού που ταξιδεύει σε πανέμορφο τουριστονήσι, τα  μάτια μου θαυμάζουν επικά ηλιοβασιλέμματα και γαλάζιες θάλασσες, ανακαλύπτω μυστικά μονοπάτια, χάνομαι σε πράσινα πευκοδάση, ανασαίνω βαθιά την μυρωδιά τους· θεραπεύομαι.

Ύστερα κολυμπάω σε πρασινογάλαζα νερά, τόσο διάφανα που νομίζω πως θα σπάσουν, είμαι μια γυναίκα- δελφίνι, γύρω μου κολυμπάνε σαργοί και χρυσοκίτρινα ψαράκια, γλυστράω και χάνομαι σε ακρογιαλιές με ονόματα ποιητικά, γυαλισκάρι, μυρτιώτισσα, κοντογυαλός, οι λέξεις  τους σκάνε σαν κύμα στ αυτιά  μου· με ηδονίζουν.

Ό άντρας που είναι μαζί μου μ´ αγαπάει και αυτή η αυταπάτη μοιάζει τόσο πολύ με την θάλασσα.. Είναι η θάλασσα και είμαι η αμμουδιά, πάει και έρχεται, μια μου λέει ναι και μια μου λέει όχι, τη μέρα γελάει σαν παιδί, τη νύχτα γίνεται ένα θορυβώδες κύμα που τα παρασύρει όλα.

 Πιάνω  τότε χαρτί να γράψω για το όνειρό μου αυτό και το μόνο που θυμάμαι είναι ένα φεγγάρι να γλιστράει στη θάλασσα την νύχτα και να γεμίζει ασήμι τον ουρανό, στο κατάστρωμα έχει μπόλικη ομορφιά, υγρασία και κρύο, χώνομαι σε μια ζεστή μασχάλη, με υιοθετεί με πρόθυμη διάθεση, μένω για λίγο εκεί, μ αρέσει και με φοβίζει, με φοβίζει σαν το σκοτάδι που καταπίνει όλο το φως, μ αρέσει σαν όλες τις θάλασσες, τους ουρανούς· τον κόσμο όλο αχ..



Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ένα πουλί τραγούδαγε







Είδα ένα πολύ ωραίο όνειρο χθες. Ένα πουλάκι τραγουδούσε, καθότανε  χαμηλά και το χώμα όπου στεκότανε είχε το χρώμα της άμμου και την υφή της σκόνης. Απέναντί του σε ημικύκλιο όλα τα ζώα και τα πουλιά της πλάσης ακούγανε μαγεμένα το τραγούδι του, εντελώς αφοσιωμένα, τόσο πολύ τα είχε συναρπάσει αυτό το κελάηδημα, που είχανε πάρει το χρώμα του εδάφους και δεν φαινότανε, σαν χαμαιλέοντες προσαρμοσμένα στον περιβάλλοντα χώρο. Πλησίασα με περιέργεια και το μόνο που είδα ήτανε ένα πουλάκι να τραγουδάει. Στάθηκα και εγώ και άκουγα το συγκλονιστικό πραγματικά τραγούδι του. Την ώρα που τελείωνε όμως και κανονικά θα ήτανε η ώρα των πολύ θερμών χειροκροτημάτων, τα ζωντανά συνήλθανε και πλέον δεν ήτανε καθόλου αφομοιωμένα με το περιβάλλον και το γλυκό κελάηδημα του πουλιού εκείνου, αρχίσανε να κινούνται γρήγορα , ο τόπος γέμισε κατσίκες, πτηνά, σκόνη και πανικό..

Την προηγούμενη νύχτα είχα πιεί μια μπύρα και είχα τρελά διασκεδάσει με τους φίλους μου στην συναυλία των Blues Wire..