Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Το φλουρί.




 Η βασιλόπιτα ψηνόταν στον φούρνο όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. «Ποιός νάναι;» αναρωτήθηκαν με τα μάτια οι ένοικοι του σπιτιού. Έτρεξε ο μικρός, άνοιξε την πόρτα, έκανε ένα βήμα πίσω «μαμά!» φώναξε αμήχανα. 

 Στο άνοιγμα της πόρτας στεκότανε ένας άντρας, φορούσε καπέλο και τα ρούχα του ήταν σα να βγαίνανε από άλλη εποχή. Φαρδύ τουίντ παντελόνι με ρεβέρ και σακάκι ριγέ, ένα τσαλακωμένο και παράταιρο σύνολο, σαν ξένο επάνω του. Ο άνθρωπος που φαινότανε να κουβαλάει στους ώμους του όλη την κούραση του κόσμου, χαμογέλασε «είμαι κατάκοπος» είπε, «φέρτε μου σας παρακαλώ ένα ποτήρι  νερό και μια καρέκλα να ξεκουραστώ».

Ξαφνιασμένοι του δείξανε να καθίσει στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση. Στο δωμάτιο, μια νέα γυναίκα καθότανε σε μια κίτρινη ξεθωριασμένη πολυθρόνα και παρακολουθούσε μια ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ,  ήτανε δε τόσο αφοσιωμένη που δεν είχε προσέξει την είσοδο του άγνωστου εισβολέα. «Ποιός είναι αυτός;» ρώτησε με τα μάτια τον άντρα της. Εκείνος την καθησύχασε με ένα νεύμα και πήγε στην κουζίνα να φέρει το νερό.

Έξω από το παράθυρο πέταξε ένα σμήνος πουλιών. Είχε ομίχλη και οι πολυκατοικίες μέσα από αυτή την θολότητα, φαινότανε σχεδόν όμορφες. Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει τα πουλιά ώσπου χάθηκαν ψηλά στον ουρανό.

«Σου αρέσει να κάνεις όνειρα;» την ρώτησε τότε ο άντρας του καναπέ, «όχι» απάντησε εκείνη ξαφνιασμένη που άκουγε να την ρωτάει κάτι τόσο προσωπικό ένας ξένος, «έχω ξεχάσει πώς είναι να ονειρεύεσαι» και ξανά-αφοσιώθηκε στην οθόνη προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από την κουβέντα που τυχόν θα ακολουθούσε.

Εκείνη την στιγμή έγινε κάτι  που η γυναίκα το χαρακτήρισε τρελό και περίεργο. Ο άντρας σηκώθηκε από τον καναπέ, περπάτησε στο δωμάτιο μέχρι την πολυθρόνα της, έσκυψε κοντά στο πρόσωπό της και την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια· μια περίεργη ζαλάδα την κυρίευσε και αφέθηκε σε κείνη την ματιά. Νόμισε πως το δωμάτιο γέμισε ομίχλη και πως ξαφνικά ξεχύθηκε στον χώρο μια πολύ ευχάριστη μυρωδιά που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευσης της. «Και όμως» της είπε τότε ο άγνωστος, « σύντομα θα ζήσεις τόσα γεγονότα που θα είναι σαν να ονειρεύεσαι, η ζωή σου δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια και εσύ θα θέλεις και θα φοβάσαι όσα θέλεις. Μόνο που κανείς δεν θα σε ρωτάει πια».

«Μυρίζει γλυκό κεράσι» απάντησε η γυναίκα και σκέφτηκε: «μα τί του λέω, αυτό μονάχα βρήκα να πω;» και φωναχτά, «τίποτα δεν θέλω ν αλλάξει, οι αλλαγές δεν μου αρέσουν και τόσο».

Ο άντρας τότε σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο. Ένας βρώμικος ουρανός πάνω από κάτι τρισάθλιες πολυκατοικίες τράβηξε την προσοχή του ενώ η ομίχλη είχε χαθεί. Έμεινε κοιτώντας έξω και φαινόταν σκεφτικός . «Όμως» γύρισε και την κοίταξε, «θα έχεις την δυνατότητα της επιλογής. Να τι θα γίνει: Σε δύο ώρες που θα κόψεις την βασιλόπιττα, το μαχαίρι σου θα καταλάβει το τυχερό κομμάτι. Τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβούν. Να «κλέψεις» και να κερδίσεις το φλουρί, ή να το αφήσεις στην τύχη  του και τότε ίσως το κερδίσει κάποιος άλλος. Στην πρώτη περίπτωση η ζωή σου θα παραμείνει όπως είναι, στην δεύτερη σύντομα θα υπάρξουν συνταρακτικές, συναρπαστικές  και δύσκολες αλλαγές, εσύ αποφασίζεις».

Τότε μπήκε ο άντρας της στο δωμάτιο και έδωσε νερό του ξένου. Εκείνος το ήπιε μονορούφι, σκούπισε το στόμα του και «ευχαριστώ, μπορώ να φύγω τώρα, καλή χρονιά να έχετε» ευχήθηκε και   κατευθύνθηκε προς στην έξοδο και ενώ στο δωμάτιο κυριαρχούσε η μυρωδιά από το γλυκό κεράσι τους φάνηκε, πως τον  παράξενο επισκέπτη τον κατάπιε  απότομα η ανοιχτή εξώπορτα και το ημίφως της σκάλας.

Η ώρα πέρασε, ο καινούργιος χρόνος μπήκε, γέμισε το σπίτι χαρούμενες φωνές, ευχές και αγκαλιές, ήρθε και η ώρα για την κοπή της πίτας. Πήρε η γυναίκα το μαχαίρι, σταύρωσε την πίτα, μέτρησε τα κεφάλια-κομμάτια που θα μοίραζε και έκανε τον υπολογισμό για την δίκαιη μοιρασιά. Στην άκρη του μυαλού της γυροφέρνανε τα  λόγια του ξένου. «Σε δύο ώρες που θα κόψεις την βασιλόπιττα, το μαχαίρι σου θα καταλάβει το τυχερό κομμάτι» της είχε πει. 
Με μια ανεπαίσθητη ταραχή άρχισε να κόβει και στο τρίτο κομμάτι, ένοιωσε κάτι να την εμποδίζει, «νάτο» σκέφτηκε εδώ είναι το φλουρί. Ένοιωσε να ιδρώνει ξαφνικά. Εντάξει, δεν την έλεγες και προληπτική, αλλά και πάλι αυτή η σύμπτωση την έβαζε σε σκέψεις. «Τι μου είπε αυτός;» αναρωτήθηκε, «αν κλέψω τίποτα δεν θ αλλάξει στην ζωή μου;»
Προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο καθυστερώντας όσο μπορούσε και μέσα της κορόιδευε τον εαυτό της και τις σκέψεις που έκανε. Όταν τελείωσε, κοντοστάθηκε και ενώ όλοι περιμένανε, εκείνη έκλεισε τα μάτια. Σε δευτερόλεπτα πέρασε μπροστά της όλη της η ζωή, οι χαρές και η ασφάλεια στο τακτοποιημένο της σύμπαν, μαζί με τα όλα αδιέξοδά της. Έμεινε έτσι για λίγο, ένοιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά και όλα να γίνονται κόκκινα στο κεφάλι της, όπως συμβαίνει πάντα τις ώρες των  εκείνων που ονομάζουμε με στόμφο «η ώρα των μεγάλων αποφάσεων».
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια της, μεθυσμένη ακόμα από το κόκκινο που έρρεε στις αρτηρίες της, έκανε τρεις στροφές το ταψί χάνοντας το σημάδι με το τυχερό κομμάτι και άρχισε να μοιράζει στον καθένα με τ όνομά του. Αφού τελείωσε, ευχήθηκε καλή χρόνια για μια ακόμη φορά, και πήρε το μαχαίρι να ψάξει και εκείνη το δικό της, μήπως και βρει το φλουρί.
Ένοιωθε παράξενα και σαν να βρισκότανε μέσα σε μια ελαφριά ζάλη  χωρίς να έχει πιει ούτε μια γουλιά κρασί. Πέρασε από το μυαλό της η τρελή σκέψη πως ίσως  πριν λίγο είχε ανοίξει μόνη της μια πόρτα απίθανων εκπλήξεων, ή μπορεί και το κουτί της Πανδώρας. Ύστερα χαμογέλασε και καθησύχασε τον εαυτό της λέγοντάς του  πως τίποτα απ´ όλα αυτά δεν είχε στ´ αλήθεια  συμβεί και πως μάλλον τα ονειρεύτηκε όλα, και τον άντρα με το κουρασμένο πρόσωπο που μύριζε γλυκό κεράσι και τον διάλογο που ακολούθησε, γιατί απλά την είχε πάρει ο ύπνος στην ξεθωριασμένη κίτρινη πολυθρόνα απέναντι από την τηλεόραση, όπου έπαιζε μια ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ..

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Για την Άννα.




« Άννα μου,

χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου. Φορούσες εκείνη την πλισέ φουστίτσα που είχες αγοράσει από μια λαϊκή στην Μπολόνια και στριφογύριζες κάτω από τον ήλιο. «Κοιτάξτε», μας έλεγες, «σαν ομπρέλα έγινε η φούστα μου», και γελούσες δυνατά. Τα μαύρα σου μαλλιά αστράφτανε σαν έβενος και εμείς οι φιλενάδες σου σε κοιτάζαμε θαμπωμένες. Σε θαυμάζαμε και σε ζηλεύαμε  λίγο, για την αέρινη σιλουέτα σου, την λεπτή σου μέση και την γλυκύτατη ματιά που έκανε τα αγόρια να σε θέλουνε  και τον κόσμο να σε αγαπά.

Θυμάσαι τότε που κάναμε βόλτες με τα αγόρια στον δημόσιο δρόμο και ερωτευόμασταν την ζωή; Ήτανε Μάιος, οι μαργαρίτες ξετρελαμένες χύνανε την μυρωδιά τους στον αέρα και εμείς τις μαδούσαμε για να μάθουμε αν μας αγαπάει. Ποιος μας αγαπούσε τότε και από ποιόν περιμέναμε το ναι;  Τίποτα δεν θυμάμαι αλλά ναι, ξέρω πως ήτανε  άνοιξη, ήμασταν η άνοιξη, όλος ο κόσμος ήτανε δικός μας, εμείς και οι φιλενάδες μας και  οι φίλοι μας τα αγόρια που  συχνά μαλώναμε  μαζί τους, «υπάρχει φιλία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών;», εμείς λέγαμε ναι, εκείνα λέγανε όχι.

Θυμάμαι που κόβαμε δρόμο, (για να πάμε πιο γρήγορα στο σπίτι), μέσα από τα χωράφια και το νεκροταφείο. Η δημοσιά  ήτανε ψηλά και το κατηφορικό μονοπάτι μας έκανε να τρέχουμε, μόλις φτάναμε στο τοιχαλάκι που χώριζε το χωράφι από το νεκροταφείο, γυρίζαμε να κοιτάξουμε την παρέα που αφήναμε πίσω, ο Μ. μας φώναζε, «που πάτε, γυρίστε πίσω» εγώ φοβόμουνα την μαμά μου, εσύ ήθελες να είσαι η τέλεια κόρη για τον μπαμπά σου, ανεβαίναμε τον τοίχο, περπατούσαμε  στα πράσινα χόρτα και τα ανθισμένα λουλούδια, πέτρινοι σταυροί τριγύρω, αδιαφορούσαμε για τους νεκρούς, αδιαφορούσαμε  για τον θάνατο, ήμασταν   κάτι ατρόμητα, αθάνατα και ανίκητα κορίτσια.

Τώρα που σου γράφω είναι αργά, είμαι λίγο ζαλισμένη από μια ξεθωριασμένη λύπη και  ένα κόκκινο λικέρ  που πίνω σε μικρές γουλιές από ένα τοσοδά ποτηράκι. Θυμάμαι πως  ήτανε τέλος Γενάρη που χτύπησε το τηλέφωνο και η Σ. μου είπε πως έφυγες για πάντα. Για πάντα μακριά μας εσύ που αγαπούσες τόσο το κοντά, εσύ, που καμία ξένη χώρα και καμία πατρίδα δεν κατάφερε να σε κρατήσει μακριά από τα χώματα που σε γεννήσανε και την αγκαλιά του μπαμπά σου. Και τι αστείο, εκεί που τρέχοντας διασχίζαμε το μονοπάτι, εκεί κοιμάσαι πια, εκεί που έχει  ακόμα μαργαρίτες την άνοιξη, πεσμένα φύλλα το φθινόπωρο και χιόνι πολύ τον χειμώνα και που κανένα κοριτσίστικο πόδι δεν κόβει δρόμο τώρα πια  για να τρέξει  να γλυτώσει από το μάλωμα της αυστηρής μαμάς του..»

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Φεβρουάριος




Ο Φεβρουάριος φέτος, αν ήτανε γυναίκα θα είχε γκρίζα μάτια και ξανθά μαλλιά. Θα ήταν όμορφη και θα φορούσε ζεστά μάλλινα ανοιχτόχρωμα ρούχα, και γούνινο άσπρο σκούφο. Αν χιόνιζε, θα σήκωνε το πρόσωπό της στον ουρανό και θα άφηνε τις νιφάδες να κάθονται πάνω στο άσπρο δέρμα της, θα έμενε με κλειστά μάτια και ηδονική έκφραση και το χιόνι θα συνέχιζε να πέφτει και να λιώνει πάνω στο ζεστό της δέρμα. Οι άνθρωποι θα την κοιτάζανε με περιέργεια και λίγο θαυμασμό, «ποια είναι αυτή που τολμάει να αψηφάει τον χειμώνα;» θα σκεφτόντουσαν από μέσα τους και απέξω τους θα τολμούσαν λίγο να χαμογελάσουν, τόσο λίγο που κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί , γιατί ξέρετε πως με το χιόνι γελάνε μόνο τα παιδιά, οι τρελοί και οι ποιητές. 

Κάποια στιγμή η γυναίκα θα άνοιγε τα μάτια της και κείνα θα χαμογελούσαν, θα έπαιρνε τότε από το χέρι τα παιδιά και θα παίζανε χιονοπόλεμο με φωνές χαράς και αλαλαγμούς μάχης, ο εφήμερος νικητής θα είχε κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια, ο νικημένος θα ένοιωθε το χιόνι να λιώνει στην ραχοκοκαλιά και στην κόκκινη μύτη του αλλά καθόλου δεν θα τον ένοιαζε, καθόλου, έτσι θα τελείωνε ο Ιανουάριος, την άλλη μέρα όλα θα αλλάζανε, οι αλκυονίδες ημέρες θα διεκδικούσαν μερίδιο δικό τους στον καιρό, ο ήλιος θα φώτιζε και θα χρωμάτιζε τα πάντα, τα παιδιά θα συνέχιζαν να παίζουν τα απογεύματα στις πλατείες με κόκκινα μάγουλα και παγωμένα χέρια και η άνοιξη θα πλησίαζε σιγά-σιγά..

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

ραγκουτσάρια εν έτει 2017




(φωτογραφία αρχείου, Ιανουάριος του 16)



Τα παλιά τα χρόνια, στο χωριό μου,  το must των ημερών ήτανε να ντυθεί κανείς τρομακτικό καρναβάλι. Και φυσικά με κρυμμένο το πρόσωπο, ώστε κανείς να μην μπορεί να σε αναγνωρίσει. Σηκώνανε τα χέρια τους τα τρομακτικά αυτά καρναβάλια και "ΑΑΑΑΑΑΑαααααα!!!!!" φωνάζανε κοιτώντας μας και τότε, εμείς τα μικρά χεζόμασταν από τον φόβο μας.

Είχα έναν ξάδερφο λοιπόν ( λέω είχα, γιατί έδωσε μιά και έφυγε νέος από τούτον τον ντουνιά), που ήτανε πολύ ψηλός και όταν φορούσε τα καρναβαλίστικα, τα διάλεγε ένα νούμερο μεγαλύτερο, γιατί τα γέμιζε με άχυρο, πολύ άχυρο, στα πόδια, στα μανίκια, στον κορμό, και τότε γινότανε τεράστιος και τρομακτικός.
Πάντα πετύχαινε τον έναν στόχο, της τρομακτικότητας, τον άλλο της ανωνυμίας ποτέ, γιατί όλοι τον αναγνωρίζανε από το ύψος του. Καταπληκτικές εποχές, με φτώχεια και ανυποψίαστη ευτυχία.

Ώρα του καλή του Κοσμά. Εύσημο-μνημόσυνο για κείνον, εύσημα σκέτα για όλα τα καρναβάλια της ζωής μας, που γλεντήσαμε με την ψυχή μας, μεθύσαμε με το ίδιο μας το κέφι, είδαμε τον ουρανό ξαπλωμένοι στο τσαρσί, αγκαλιασμένοι όλη η παρέα σαν ένα ολόσωμο σύμπαν, συνένοχοι και συμμέτοχοι μαζί σε ένα συμβάν που πυροδοτούσε σημεία του μυαλού μας ανέγγιχτα από τον χρόνο. 

Έτσι ξαναγινόμασταν παιδιά, έτσι γινόταν εφικτό να φιλιώσουμε με την του Διόνυσου απαγορευμένη διάσταση, έτσι κερδίζαμε μέρες από την ζωή μας, έτσι γινόμασταν αθάνατοι.
 Ευχή: ας είμαστε ικανοί θεέ των ραγκουτσαριών να ξανανταμώνουμε πάντα με αυτή την Θεία μέθεξη που μας βγάζει από το ρούχο της ζωής μας και μας πετάει ψηλά στον ουρανό..


(Αφιερωμένο, στην παρέα των ραγκουτσαριών που κοντά είκοσι χρόνια μου τροφοδοτούσε την ύπαρξη)





Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

άχνη στον αέρα.


Το πρώτο που θυμάμαι μόλις ακούω την λέξη Χριστούγεννα είναι τα κάλαντα. Η ανάμνηση πηγαινοέρχεται· μία στα πολύ παιδικά μου χρόνια στο χωριό, με πολύ χιόνι, κρύο, παγωμένα δάχτυλα, τάλιρα και δραχμούλες και μία στην εφηβεία μου, στην Καστοριά με τους φίλους μου από το σχολείο. Τα αγάπησα και  τ’  αγαπώ σαν ονειροπαρμένη. Είμαι πανέτοιμη την ήμερα εκείνη και περιμένω:

- «να τα πούμε;»
 -«να τα πείτε φυσικά»

 Tα λένε -όχι όλα- μόνο όσα θυμούνται, πρόσωπα παιδικά, αγοράκια και κοριτσάκια που δεν σε κοιτούν στα μάτια, μόνο ντροπαλά τραγουδάνε με φωνές χερουβείμ του ονείρου.

Πολύ αργότερα αγάπησα τους κουραμπιέδες. Βρήκα την συνταγή που  γεμίζει την ατμόσφαιρα   μυρωδιά γιορτής και ψημένα αμύγδαλα, ζεστό βούτυρο και γλυκιά άχνη με βανίλια. Με συναρπάζει η διαδικασία όπου  δάχτυλα και  δαχτυλάκια ξεφλουδίζουν με υπομονή τα ζεματισμένα αμύγδαλα, τα ψιλοκόβουνε και μαζί  μ αυτά, σκορπίζουνε πάνω στο τραπεζομάντηλο κομματάκια αγάπης. Κάνουν καρδούλες τα μάτια μου και  για τις μύτες που οσφραίνονται ανυπόμονα τον αέρα και περιμένουν να δοκιμάσουνε τον πρώτο κουραμπιέ (ζεστό ακόμα).


Είναι αυτή η γιορτή ένα κομματάκι  τόσο δα από έναν   καλά κρυμμένο εαυτό στην ενήλικη κυνικότητά μας;  Έχει κάτι από την δύναμη και την αδυναμία μας;  Είναι η χαμένη μας παιδικότητα που κολλάει χαριτωμένα τα μούτρα της πίσω από το τζάμι;  Ή μήπως είναι μόνο η ανάγκη πετάξουμε  για λίγο ψηλά σαν νιφάδα χιονιού στον παγωμένο ουρανό του Δεκέμβρη και ύστερα να ξανακυλήσουμε πίσω  και να λιώσουμε ηδονικά πάνω σε μια ζεστή παλάμη; Μικρή σημασία έχει γιατί, έτσι και αλλιώς, στο τέλος πάντα ένας άγιος με κόκκινο σκούφο θα είναι εκεί για να μας γοητεύει και να μας απογοητεύει, χειραγωγώντας με επιτυχία την απόλυτη ανάγκη μας για το ανεκπλήρωτο.