Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Το δέντρο της καρδιάς μου


Στον δρόμο για το χωριό μου και μέσα σε ένα διπλανό χωράφι υπάρχει το δέντρο που αγαπώ. Λέω υπάρχει αν και δεν υπάρχει πια, αλλά για μένα θα υπάρχει για πάντα σαν έρωτας βαθύς και σαν πληγή ανίατη. Ανακάλυψα πρόσφατα και με μεγάλη μου λύπη πως το δέντρο αφαιρέθηκε (τί λέξη, αφαιρέθηκε, φοβάμαι να πω ξεριζώθηκε ή κόπηκε άσπλαχνα) και αφαιρέθηκε λοιπόν γιατί απλά από το σημείο εκείνο περνάει ο αγωγός φυσικού αερίου. Είναι το δέντρο της φωτογραφίας που βλέπετε. Το έχω φωτογραφίσει σε όλες τις εποχές. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πέρισυ, μέσα στον βαρύ χιονιά, το φωτογράφησα και χειμώνα. Είχα δημιουργήσει μία σχέση μαζί του νομίζω, τί νομίζω δηλαδή, σίγουρη είμαι πως με γνώριζε και κάθε που με έβλεπε πόζαρε για να φωτογραφηθεί και σαν να κουνούσε ελαφρά τα φύλλα του. Εμένα μου έμοιαζε τότε πως χαμογελούσε με ένα απαλό αριστοκρατικό μειδίαμα, κάτι σαν το χαμόγελο της Τζοκόντα και  κάπως σαν να μου έλεγε "εγώ, δεν είμαι μόνο για σένα εδώ, μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα και φανταστείς πως σ αγαπώ, εγώ ανήκω σε όλους, όποιοι με προσέξουν, το ίδιο χαμόγελο θα δουν".


Αλλά εγώ συνέχιζα να το καμαρώνω σε κάθε μου ταξίδι και είχα μία σιγουριά και μια βεβαιότητα χωρίς λογική, πως θα είναι για πάντα εκεί. Όπως και για κάθε τι θαυμάσιο που συμβαίνει στις ζωές μας. Το θεωρούμε οι ανόητοι θνητοί με την αθάνατη ψυχή μας, αυτονόητο. Το κακό δεν ξέρω πότε συνέβη, όταν όμως το ανακάλυψα ένοιωσα  να με χτύπησε κεραυνός. Το πρώτο σοκ διαδέχτηκε μια βαθειά λύπη "δεν θα ξαναδώ το δέντρο μου ποτέ" , το φαντάστηκα να θροΐζει τα φύλλα του ανήσυχα, μπορεί και να κοίταζε στον δρόμο, "σώσε με" ίσως να φώναξε με την  δεντρίσια του φωνή. Αλλά δεν ήτανε κανείς εκεί για να το σώσει, ούτε και εγώ. Πονάω και κάτι τσούζει στο μέρος της καρδιάς μου όταν φαντάζομαι το γοερό του κλάμα την ώρα που ξεριζώνανε τις βαθιές του ρίζες, τον τελευταίο του αναστεναγμό την ώρα που κόβανε τα πανέμορφα κλαδιά του και την σιωπή του τέλους. 

Αντίο περήφανο, υπέροχο, πανέμορφο δέντρο μου, πονάω που λείπεις, πονάω που σε έχασα, συγνώμη που σε θεώρησα αθάνατο..

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

22 Ιανουαρίου του 2018




Σήμερα είναι Δευτέρα και γιορτάζει ο Τιμόθεος. Έναν Τιμόθεο που ξέρω, ζει στην Μόσχα και μάλλον δεν ενδιαφέρεται που γιορτάζει σήμερα. Και ξύπνησα με την σκέψη «και τελικά μωρό μου, την φωτιά που σε καίει, ή την τρως ή σε τρώει». Χειροκρότημα και ευχαριστώ :)

Σε άλλα νέα, έχει ήλιο και ένα ωραίο κρύο. Καθαρές ανάσες, παγωμένες  και βαθιές. Θάθελα νάμαι τώρα στην περιοχή των Πρεσπών, ψηλά στο βουνό, εκεί απ όπου φαίνεται η λίμνη και να περπατάω. Να μην φοβάμαι αρκούδες και αδέσποτα σκυλιά και να περπατάω αυτάρκης και χωρίς την ανάγκη  «χέρι με χέρι». Να μυρίζω τον χειμώνα στο βουνό και τα μάτια μου να ξαφνιάζονται από ένα κίτρινο ανθισμένο λουλούδι τόσο δα μικρό, δίπλα σε ένα άδειο κέλυφος σαλιγκαριού, νεκρό από καιρό. Να υποψιάζομαι την άνοιξη που θάρθει, να με πλημμυρίζει μια αρχαία χαρά και να  μαλακώνει μέσα μου κάθε  πληγή και ήττα. Ύστερα να κατηφορίζω στo ταβερνάκι του Νίκου στον Άγιο Γερμανό να τρώω μπιφτέκι από κρέας μαύρου χοίρου και κολοκυθάκια τηγανητά και μισοζαλισμένη από ένα ποτηράκι τσίπουρο να γυρίζω  σπίτι μου.

Αλλά είμαι στο μελαγχολικό και ηλιόλουστο γραφείο μου. Η απαισιόδοξη εποχή μας συχνά μας βάζει να μετράμε. Τόσο το λάδι, τόσο το ξύδι. Τόσες οι νίκες τόσες οι ήττες μας, άγνωστο το απόθεμά μας. Οι τυχεροί, έχουμε παλιούς φίλους, αληθινούς και γενναιόδωρους και ξεχνιόμαστε μαζί τους γύρω από μεγάλα τραπέζια γεμάτα με γέλια, κλάματα  και ενθάρρυνση. Οι άτυχοι, φοβούνται την μοναξιά τους και κάθε χέρι που συναντούν το υιοθετούν·για λίγο. Πιστεύουν στο πλήθος, την αφθονία και το εφήμερο, πιστεύουμε στην  αφοσίωση, τον έρωτα και γοητευόμαστε ακόμα με την ψευδαίσθηση του για πάντα.

Καλή βδομάδα.