Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

δύο από τα βιβλία που μου αλλάξανε την ζωή.


 Με αφορμή την γιορτή για την ημέρα μικρών βιβλιοπωλείων 


(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την δική μου συμμετοχή στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο ΑΛ-ΠΑ με θέμα τα βιβλία και τα μικρά βιβλιοπωλεία )


Γεννήθηκα σε ένα ορεινό χωριό του νομού μας και πήγα σχολείο εκεί ως τα δώδεκά μου χρόνια. Οι κάτοικοι του χωριού μου ήτανε κυρίως χτίστες και γεωργοί. Οι πιο πολλοί δεν είχανε τελειώσει ούτε το δημοτικό λόγω του πολέμου. Την γλώσσα την ελληνική την είχαν για την καλή τους γλώσσα, κάτι σαν τα ρούχα που φορούσανε την Κυριακή- με προσοχή για να μην τα λερώσουνε - μεταξύ τους μιλούσανε την ντόπια διάλεκτο αφού  στο σπίτι οι γέροντες και  οι γερόντισσες δεν καλοκαταλαβαίνανε τα ελληνικά.

Σε αυτό το χωριό λοιπόν, ήρθε να διδάξει στο δημοτικό σχολείο μια δασκάλα από άλλα μέρη. Αν θυμάμαι καλά ήταν από την Πελοπόννησο. Γρήγορα αντιλήφθηκε το φτωχό  λεξιλόγιο  των μαθητών της (ανάμεσα στα οποία ήμουν και εγώ) και σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν συμφιλιώθηκε  με αυτό, αντιδρώντας με μια θετική απόφαση. Ζήτησε από όλους τους μαθητές της να αγοράσουν από την Καστοριά ο καθένας από ένα βιβλίο λογοτεχνίας και να το διαβάσουνε.

Έτσι και έγινε. Πήγε ο μπαμπάς μου στην Καστοριά και μου αγόρασε από ένα μικρό βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο του Ανδρέα Καρκαβίτσα με τίτλο «Τα λόγια της Πλώρης». Το έπιασα στα χέρια μου με  ενδιαφέρον και  περιέργεια και αμέσως άρχισα να το διαβάζω.

Τα Λόγια της Πλώρης είναι ένα βιβλίο για την θάλασσα και τους θαλασσινούς. Καπετάνιοι, σφουγγαράδες, στοιχειωμένες ιστορίες για παράξενα πλάσματα της θάλασσας, φλόκους και ταρσανάδες, λάζους και καΐκια. Και πάνω απ όλα η θάλασσα να σιγοτρέμει και να κυματίζει σκοτεινογάλαζη με αφρούς και ήχους παράξενους. Ένα βιβλίο γεμάτο άγνωστες (σε μένα) λέξεις για έναν απέραντο μακρινό κόσμο, γοητευτικό και παράξενο ο οποίος μου προκάλεσε ταραχή και  επιθυμία. Ήθελα να ταξιδέψω, ήθελα να διαβάσω, ήθελα να πετάξω και να πάω μακριά. Είχα μόλις ερωτευτεί έναν  κόσμο που υπήρχε πέρα από τον μικρό μου ορίζοντα και τίποτα δεν ήτανε ίδιο πια. Μία καινούργια Ντίνα είχε μόλις γεννηθεί.

Το δεύτερο βιβλίο- σταθμό μου το διάβασα στα δεκαεπτά. Ζούσα στην Καστοριά πια, είχα διαβάσει αρκετά βιβλία και είχα κολυμπήσει στα ρηχά της θάλασσας. Τότε μια φίλη μου έβαλε στο χέρι το « Ένα παιδί μετράει τα άστρα» και τον  Μενέλαο Λουντέμη. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα…  και δεν χόρταινα να διαβάζω. Αμίλητη χάθηκα στις σελίδες του. Με γοήτευαν οι λέξεις και οι έννοιες του βιβλίου, ω, πώς κυμάτιζαν τα συναισθήματα των ηρώων σαν θάλασσες στο μυαλό μου. Ο έρωτας του Μέλιου για την συμμαθήτριά του την  Αγράμπελη, τόσο δυνατός σαν ο πρώτος και ο τελευταίος μαζί,  γέμιζε το χαρτί με συναισθήματα, χαρά ευτυχία, επιθυμία και ζήλεια  κάνανε ένα θαυμάσιο διάλογο με την  με θλίψη του πλατωνικού και του ανεκπλήρωτου. Τα λόγια του συγγραφέα με μαγεύανε, με τι μαεστρία έβαζε στη σειρά τις λέξεις, σαν μουσική ηχούσαν στο μυαλό μου:

[“Τώρα που η Αγράμπελη χαμογελάει, κανείς δεν πρέπει να είναι κατσούφης. Αφού να, ως και τα σύννεφα φύγανε. Πως αντέχεις μπροστά σε τόσο γλυκό φως; Η Αγράμπελη γελά… Σαν θα μεγάλωνε, ο Μέλιος θα έγραφε ένα βιβλίο που θα το έλεγε έτσι: «Η Αγράμπελη γελά…» ]

Η Αγράμπελη γελά. Μια φράση που κυριεύει το δωμάτιο και το γεμίζει φως.
«Θα την κάνω όνομα βιβλίου» λέει ο Μέλιος και εγώ συμφωνώ. Μια πρόθεση που με μαγνητίζει σαν να είναι  δική μου. Χωρίς να το καταλάβω την υιοθετώ και αυτή ριζώνει για τα καλά σε μια γωνία του μυαλού μου. Σκέφτομαι: Θα την δώσω όνομα στο κοριτσάκι που θα γεννήσω. Θα την βάλω όνομα στο βιβλιοπωλείο των ονείρων μου.  Θα, θα ,θα..

Είχα μόλις ερωτευτεί έναν όνομα (ίσως γιατί ενέπνεε δυνατά ρομαντικά συναισθήματα στον ήρωα του βιβλίου) του οποίου η ανάμνηση   συνέχιζε να με γοητεύει αδιάλειπτα μέσα στον χρόνο και που δεν βγήκε ποτέ από εκεί: Πολλά χρόνια αργότερα θα ονόμαζα agrmpelli το μπλόγκ που θα δημιουργούσα στο διαδίκτυο, κάτι που αποδείχτηκε μία εξαιρετικά επιτυχημένη απόφαση, μιας και αυτό τυχερό μου κάτι,  άλλαξε την ζωή μου και την γέμισε φίλους και συναρπαστικές  εμπειρίες..




Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

μια μαργαρίτα




 «Στο στήθος μου φύτρωσαν κοπάδια μαργαρίτες
  αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ».

  Μίλτος Σαχτούρης




Και φέτος μια μαργαρίτα φύτρωσε στην άνοιξη. Τινάχτηκε στον μίσχο της με χάρη θέλοντας να ψηλώσει ως τον ήλιο, ύστερα στάθηκε και κοίταξε με περιέργεια γύρω της. Τα λευκά  πέταλα  αργά και ηδονικά τεντώθηκαν γύρω από την κίτρινη καρδιά της. Ανατρίχιασε  στον πρωινό αέρα και οι  τριχούλες  της τεντώσανε την λεπτή τους ύπαρξη  για να ρουφήξουν λαίμαργα την πρωινή δροσιά. Κοιτάχτηκε  κατάπληκτη στον καθρέφτη μιας δροσοσταλίδας και σαν τον νάρκισσο μαγεύτηκε από την  ίδια της την εικόνα. 

-Ποια είμαι; αναρωτήθηκε.  Ξέρω, σε μια άλλη ζωή έχω γιατρέψει πληγές στα χορταριασμένα πεδία των μαχών, έχω χορτάσει πεινασμένα στόματα  σε δύσκολα χρόνια, με έχουν αφιερώσει σε αρχαίες γυναικείες θεότητες. Αλλά ποια στ αλήθεια είμαι;

Σήμερα  μικρά κορίτσια με χαϊδεύουν. Περνάνε το χέρι τους πάνω μου, γελάνε με γάργαρο γέλιο  και κόκκινα μάγουλα.  Πιο κει παραμονεύουν αγόρια αμούστακα, δεν ξέρουν  τι από  όλα όσα πλημμυρίζουν το σώμα τους να νοιώσουν. Κοριτσίστικο χέρι με ξεριζώνει τρυφερά, μαδάει ένα-ένα τα άσπρα μου πέταλα, μάτια όλο προσμονή  τραγουδάνε «μ αγαπάει, δεν μ αγαπάει;», περιμένω και εγώ, έχω αγωνία «μ αγαπάει!» πλατύ χαμόγελο σε δυό ολοστρόγγυλα χείλη, άδολο φιλί στην κίτρινη καρδιά μου.  Και έπειτα ξεχνιέμαι σαν να μην υπήρξα,  σβήνω στο χώμα ευτυχισμένη,  άγγιξα στιγμή ιδιαίτερη  στην  αγωνία της αγάπης..