Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάτι απο μένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κάτι απο μένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Των ψυχών.

 


Στα νεκροταφεία σήμερα ανάβουμε κεράκια στους νεκρούς μας. Φιγούρες γυναικείες περπατούν στους στενούς χωμάτινους διαδρόμους, σκύβουν, ανάβουν κεράκι, συνεχίζουν στον επόμενο δικό τους απόντα, που μνημονεύουν σιωπηλά.

Τα ίδια κ εγώ. Η Άννα χαμογελάει πίσω από μια κορνίζα. «Δες το έτσι» της μιλάω λες και πρόκειται να μ ακούσει, «εσύ θα μείνεις για πάντα πενήντα χρονών, δεν θα γεράσεις, ποτέ δεν θα γίνεις εβδομήντα, ούτε θα δυσκολεύεσαι να σηκωθείς από πόνο της μέσης καθώς σκύβεις να στερεώσεις μια μικρή φλογίτσα μνήμης στο χώμα.»

Της χαμογελάω και εγώ. Μια πίκρα λυώνει αργά και κατεβαίνει από το στήθος στην κοιλιά, αναπνέω βαθειά, την διώχνω να πάει στο χώμα, στη μητέρα γή, να χαθεί εκεί, να λύωσει και να μετουσιωθεί σε κάτι άλλο, κάτι που χρειαζόμαστε πιο πολύ οι ζωντανοί αυτού του κόσμου.

Σε αγάπη, τρυφερότητα και χαρά.

Οι καρυδιές εντωμεταξύ μοσχοβολάνε. Ο ήλιος ζεσταίνει τα φύλλα τους και εκείνα απελευθερώνουν μυρωδιές που το ελαφρύ αεράκι φέρνει στην μύτη μας. Κλείνω τα μάτια και ανασαίνω με απόλαυση.

Οι άνθρωποι εδώ, έχουν κουρέψει τα χόρτα με επιμέλεια, τίποτα δεν έχει απομείνει, αγριολούλουδα πουθενά. Όλα καθαρά και τακτοποιημένα. Το μόνο που θυμίζει την πανέμορφη αναρχία της φύσης, είναι κάτι ξεχασμένοι τάφοι, που κανείς δεν θυμάται πια τίνος είναι, κανείς δεν ξεριζώνει τα αγριόχορτά τους, αυτές οι ψυχές, δεν μας χρειάζονται πιά τους ζωντανούς. Μας ξέχασαν, και εμας και την προκοπή μας και περνάνε ζωή και κότα στο Επέκεινα, χωρίς πρέπει, δεν πρέπει, θέλω και επιθυμώ.

Τους λατρεύω αυτούς τους τάφους. Μου δίνουν μαθήματα ανεκτίμητα και πολύτιμα. Τους λατρεύω για τα αγριολούλουδα που φιλοξενούν. Τους λατρεύω που δεν χρειάζεται να λυπάμαι γι ´ αυτούς. Που καμμία ανάγκη δεν τους σκλαβώνει. Που έχουν στήσει την αιώνια γιορτή τους με την ελευθερία και την ομορφιά της φύσης.

Και που έχουν γίνει ένα μαζί της.

 


Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

Η Αρκούδα.


 

Αν και γεννήθηκα και ζω στον ορεινό όγκο της βορειοδυτικής Μακεδονίας, αρκούδα δεν είχα δει ποτέ (εξαιρώ αυτές του Αρκτούρου.) Η μητέρα μου που μεγάλωσε στο βουνό και πηγαινοερχόταν στα μονοπάτια του, ακόμα δεν έχει δει αρκούδα στην ζωή της ·και είναι ενενήντα δύο ετών.

Μας έλεγε όμως συχνά σαν παραμύθι, για μια φορά που ο παππούς μου ο Χρήστος  συνάντησε μια αρκούδα στο δάσος. Γύρισε ξαφνικά και την είδε. Ορθώθηκε πανύψηλη και καφετιά απέναντί του και λίγο μούγκρισε· πιο πίσω τα παιδάκια της. Μπορώ να φανταστώ τον φόβο του. Πάγωσε ολόκληρος. Φαντάζομαι πάγωσε και η σκέψη του. Κι μη ξέροντας τι να κάνει, ενστικτωδώς γονάτισε και άρχισε να της μιλάει με ήρεμη και παρακλητική φωνή: «Μη με πειράξεις Μάρω μου (έτσι λέγεται η αρκούδα αν δεν το ξέρατε) μη με πειράξεις καλή μου, έχω και εγώ παιδάκια που με περιμένουν στο χωριό, πού θα τα αφήσω ορφανά, ποιός θα τα μεγαλώσει, σε παρακαλώ..»

‘Έτσι μίλησε ο παππούκας μου και η αρκούδα φαίνεται πως τον άκουσε. Κάτι κατάλαβε πάντως. Γύρισε σιγά-σιγά την πλάτη της και απομακρύνθηκε χωρίς να τον πειράξει. Από εκεί και πέρα εμένα η αρκούδα είναι κάτι σαν συγγενής μου. Χάρισε την ζωή στον πρόγονό μου και συνομίλησε μαζί του, σε μια γλώσσα ενστικτώδικη και πολύ αποτελεσματική. Χαράχτηκε μέσα μου μια εντύπωση και κάπως νοιώθω πως δεν την φοβάμαι, πως θα συνεννοηθώ μαζί της αν ποτέ χρειαστεί. Να, πώς οι άνθρωποι πια συμβιώνουν με τα αγαπημένα τους ζώα; Κάτι παρόμοιο φαντάζομαι.

Και έτσι έρχομαι στο τώρα. Τώρα, που οι αρκούδες έχουν κατεβεί από τα βουνά και για δικούς τους άγνωστους σε μένα λόγους, κυκλοφορούν σε χωριά και οικισμούς. Και που οι απειλητικές διαθέσεις των κατοίκων αυξάνονται. Και ο φόβος τους επίσης. Και που δεν έχω απάντηση σε αυτό και ούτε που ξέρω τι θάπρεπε να γίνει.
Αλλά να που φέτος το καλοκαίρι την συνάντησα και εγώ.. Οδηγούσα το αυτοκίνητό μου κάποιο πρωϊνό του Ιούλη πηγαίνοντας στο Νεστόριο και κάπου εκεί σε μία ευθεία, όπου από την μία πλευρά είναι κάποια φασουλοχώραφα και το ποτάμι και από την άλλη το βουνό, βλέπω  έκπληκτη στο φασουλοχώραφο,  να χορεύουν όρθιες μία μικρή αρκουδίτσα με το αρκουδάκι της. Πανέμορφο θέαμα σας βεβαιώνω. Αίσθηση μοναδική, από αυτές που το στήθος χαμογελάει. Μία μητέρα και το μωρό της να χαίρονται και να ευγνωμονούν το καλοκαίρι και τη ζωή. Συνέχισα οδηγώντας χωρίς να τις ενοχλήσω, ενθουσιασμένη.  Με την  ωραία αυτή εικόνα να μένει χαραγμένη στο μυαλό μου και στην καρδιά μου. Για πάντα νομίζω.

Σας έχω και άλλο. Δεκαπέντε μέρες μετά, επέστρεφα από το χωριό καταμεσήμερο. Στην ίδια ευθεία που περιέγραψα νωρίτερα αλλά από την άλλη πλευρά, του βουνού, βγαίνει μια μεγάλη, μαύρη, όρθια αρκούδα. Μόλις με βλέπει (βλέπει το αυτοκίνητό μου δηλαδή, το μοναδικό αυτή την στιγμή στον έτσι κ αλλιώς όχι πολυσύχναστο δρόμο) γυρίζει πίσω και ξαναμπαίνει στο δάσος. Εγώ ξανά-ενθουσιάζομαι για την συνάντηση (μέσα στην ασφάλεια του αυτοκινήτου μου φυσικά) και οδηγώντας αργά, φτάνω στο σημείο που η αρκούδα εξαφανίστηκε και ρίχνω μια ματιά προς τα εκεί. Στεκόταν όρθια στο δασωμένο μονοπάτι και περίμενε να φύγω για να κινηθεί. Με κοίταξε, την κοίταξα, έφυγα. Μου φάνηκε εξαιρετική η νοημοσύνη της. Είδε αυτοκίνητο, φοβήθηκε, κρύφτηκε, περίμενε να φύγει το αυτοκίνητο. Η κυρία Μάρω των ωραίων μας βουνών. Που αποφάσισε να μας γνωρίσει από κοντά γιατί την τρόμαξε η μοναξιά του δάσους και η έλλειψη τροφής εκεί ψηλά. Ως γνωστόν η αρκούδα λατρεύει τα κεράσια, τα κορόμηλα, τα γκόρτσα. Και τέτοια δέντρα δεν υπάρχουν πια στο βουνό.

Αυτά είχα να σας πω για την φίλη μου την αρκούδα. Και νομίζω πως θα λέω την ιστορία και στην εγγονή μου, που θα με κοιτάει με απορία και θα σκέφτεται: «καλά τι να είναι αυτή η αρκούδα που λέει η Ντίνα η γιαγιά;»

 


Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

(Ας γράψουμε κάτι και για τον φετεινό δεκαπενταύγουστο.)



Χθες πήγαμε στο πανηγύρι. Τα παλιά τα χρόνια το χωριό την γιόρταζε την Παναγιά και στην πλατεία υπήρχανε για δύο νύχτες τραπέζια, οργανοπαίχτες και κόσμος πολύς. Ύστερα ήρθε το River Party και όλα αλλάξανε.

 

Όμως χθες το βράδυ, η νύχτα είχε κάτι από τα παλιά. Μπορεί να μην χορέψανε τα πόδια μας, αλλά οι αναμνήσεις μας, μας χορέψανε στο ταψί. Τα θυμηθήκαμε όλα. Τις βόλτες πέρα δώθε, τα φλερτ τα εφηβικά, τους ελληνοαμερικάνους που (τώρα και τότε) είναι πάντα εδώ αυτή τη μέρα, το πρώτο τσιγάρο που καπνίσαμε κρυφά, τα κοριτσίστικα μυστικά μας.

 

Είναι που η ψυχή -που δεν γερνάει ποτέ- παθαίνει ντεζαβού και ξαναγίνεται έφηβη κρατώντας τα εγγόνια από το χέρι.  Είναι που ξανασυναντιόμαστε  γύρω από μια πλατεία, όλοι μαζί, τραπέζι- τραπέζι, όσοι τότε μετρούσαμε τα βήματά μας και τρέχαμε προς την μεγάλη έξοδο της ζωής.

 

Και ήτανε ωραία χθες βράδυ. Χθές, που ο κορονοιός μας χώριζε και μας ένωνε, δεν μας άφησε να πιαστούμε χέρι χέρι, μόνο μας συνέδεσε με τις αόρατες κλωστές της νοσταλγίας. Και με τα γέλια στο πρόσωπο και τα μάτια γεμάτα με κάτι από το φως της εφηβείας.

 

Χρόνια μας πολλά.

 


Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

11Μαΐου


 Χθες βράδυ με τρόμαξε ο σεισμός. Είχα μόλις γυρίσει στο σπίτι μισομεθυσμένη απο δύο ποτήρια άσπρο κρασί που ήπιαμε στον καθαρό αέρα της όχθης της Αγοράς. Και καθώς τρομάζοντας με κατέκλυσαν οι σκέψεις της ματαιότητας, θυμήθηκα τα λόγια της γριούλας που, χθες το μεσημέρι, μου διέκοψε το διάβασμα στο πεζούλι κάτω απο τα πεύκα:

«Τίποτα η ζωή, τυράνια, οικονομίες, προσπαθεια. Τίποτα στο τέλος. Πεθανε ο άντρας μου, πέθανε ο γυιός μου, πέθαναν όλοι. Μόνη μου έμεινα. Κανείς. Βγαίνω λίγο περπατάω, βλέπω τηλεόραση, τίποτα και η τηλεόραση. Θα δεις. Θα παντρευτείς, θα μεγαλώσεις, θα περάσουν όλα. Τίποτα στο τέλος, τίποτα» 


(το ότι με ρώτησε τι τάξη πηγαίνω -αφού διαβάζω- ενώ είδε το μυρμηγκάκι στο μανίκι μου και το έδιωξε,είχε καλή όραση δηλαδή, εγώ το αφήνω ασχολίαστο και εκτεθειμένο σε πικρόχολες ή χαμογελαστές σκέψεις.)


Έχω καταλήξει πως η 11η Μαΐου είναι μία σημαντική ημερομηνία στην ζωή μου, αφού καταμετρώ σε αυτήν σημαντικές ενάρξεις σχέσεων ή καταστάσεων, με όμορφο ή άσχημο τέλος (δεν έχει καμμία σημασία αυτό).

Οπότε χθες, που ζαλισμένη από το κρασί με κατατρόμαξε ο σεισμός, δεν κουνήθηκα καθόλου από την θέση μου, σκέφτηκα πως το νούμερο 11 Μαΐου κάτι ενδιαφέρον θα μου φέρει, μπορεί και ένα τέλος ή μια αρχή, και έτσι αποκοιμήθηκα.


Θέλω όμως σήμερα να γράψω κάτι για τα όσα αφήσαμε πίσω μας  αυτή την τρομερή χρονιά και τα όσα  θα ονειρευτούμε μπροστά μας. Πίσω μου βλέπω τις στενάχωρες απώλειες, τον φόβο και την μοναξιά του κόβιντ, την αγάπη των φίλων μου και των δικών μου, τα όσα κατάφερα να υλοποιήσω και να φέρω εις πέρας αυτόν τον δύσκολο χειμώνα, την νέα ζωή ( το δώρο του κορονοϊού) που ήρθε στην οικογένειά μου και την άλλαξε, το κέφι και τις αντοχές που κατάφερα να διατηρήσω.  


Όμως σήμερα το πρωΐ, ήρθε μια τέτοια στιγμή που με νίκησε μια κούραση ψυχική, κάτι σαν άδειασμα εξαντλητικό, σαν την ματαιότητα που τα λόγια της μελαγχολικής και γλυκύτατης γιαγιούλας  μου εκφράσανε. 


Ίσως οι αντοχές να έχουν όρια, ίσως πάλι και όχι. Έτσι κ αλλιώς ξέρουμε πως όλα είναι όπως εμείς αποφασίσαμε να είναι και όσο τους επιτρέψαμε να μας κατακλύσουνε.


Και αυτή είναι μια πεποίθηση πολύ αισιόδοξη έχω να πώ, γιατί έχει την δύναμη να φέρει τα πάνω κάτω και τα κάτω πάνω. Ή και να τα τινάξει όλα στον αέρα.

Γιατί, πριν απο κάθε αθέατη αλλαγή που έρχεται καλπάζοντας, πάντα υπάρχει μια στιγμή που όλα αιωρούνται, σιωπούν και περιμένουνε.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Η Μαύρη Κάμπια.

 




«Λέω να σου μιλήσω σήμερα  για αυτήν, για την Μαύρη Κάμπια λέω» είπε. Σήκωσα τα μάτια από το βιβλίο και  έμεινα να την κοιτάζω. Οι ιστορίες της Πουλχερίας όταν αποφάσιζε να  διακόψει την σιωπή της, αληθινές ή ψεύτικες, ήταν από αυτές που σου μένουν αλησμόνητες.  Έτσι, αποφάσισα να την ακούσω με προσοχή. Σώπασε για λίγη ώρα και όταν άρχισε να μιλάει, είχε μια προσήλωση εσωτερική, σαν να μιλούσε μόνο στον εαυτό της.

« Δεν σου έχω πει πως κάποτε, πολλά χρόνια πριν, αγάπησα έναν άντρα.  Όταν τον σκέφτομαι ακόμα πονάνε τα σπλάχνα μου και η καρδιά μου χάνει έναν χτύπο, γι αυτό, μη με ρωτάς πολλά.  Μπορεί και εκείνος να με αγάπησε λίγο, με μια αγάπη αξεδιάλυτη και περίεργη, μια με λάτρευε και μια με αγνοούσε, για τίποτα δεν είμαι σίγουρη, το μόνο που ξέρω είναι  πως  είχε τον νου του αλλού, σε όλες τις γυναίκες του κόσμου και στα μεγάλα ταξίδια. «Να το ξέρεις, δεν θα σε αγαπήσω, θέλω να ερωτευτώ μια άλλη, μια γυναίκα μυθική, να με εμπνέει και να με τρελαίνει» αυτά έλεγε και εγώ έχανα την λαλιά μου και έμενα σιωπηλή και αμίλητη.

Μαζί βέβαια ζούσαμε ένα θαύμα. Χορταίναμε την θάλασσα,  την ζωή και τα βουνά, κολυμπούσαμε γυμνοί και αθώοι, γινόμασταν ένα με την άμμο και τα βότσαλα, με τα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου και τις νιφάδες του χειμώνα. Τον λάτρευα, ώρες-ώρες ήθελα πολύ να μπορούσα να τον καταπιώ, να γίνει δικό μου κομμάτι, σώμα  και αίμα μου και να μείνει για πάντα εκεί. Με ήθελε  και εκείνος, «είσαι εκείνη που μαζί της καταλαβαίνω πώς θέλω να είναι η γυναίκα που θα αγαπήσω»  έλεγε.

Αλλά δεν ήμουν εγώ.

Μια μέρα μου έφερε στο σπίτι μια Μαύρη Κάμπια. «Μαζί της θα ζήσουμε από δω και πέρα» μου είπε, «κοίτα να την αγαπήσεις».

Η Μαύρη Κάμπια μπήκε στο  δωμάτιο με  τους διάφανους τοίχους και εγώ,  καταδικασμένη και ανήμπορη, έβλεπα τα πάντα απέξω. Ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα αποτελούσε το μαρτύριό μου.  Κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Παρασκευή εκείνος έμπαινε μέσα, έκλεινε την πόρτα πίσω του, της μιλούσε, της γελούσε και την ερωτευότανε, και εγώ  έκλεινα τα μάτια μου και τα έσφιγγα δυνατά, τόσο δυνατά που πονούσαν οι βολβοί μου. Και ύστερα  έκλαιγα, με ένα βουβό κλάμα, χωρίς ήχο. Εκείνες τις φοβερές στιγμές που σταματούσε ο χρόνος, το κεφάλι μου πονούσε δυνατά, ενώ κάτι που έμοιαζε με δηλητηριώδη σκορπιό, μου  δάγκωνε χωρίς δισταγμό την καρδιά.  Ο σκορπιός, ή ότι ήτανε αυτό τέλος πάντων, της αφαιρούσε  κάθε φορά και από ένα μικρό κομμάτι, μέρα τη μέρα μίκραινε η καρδιά μου, ώσπου στο τέλος δεν απέμεινε τίποτα από αυτήν, παρά μόνο ένας σκούρος  λεκές στο στήθος.

Στη συνέχεια, χορτασμένος εκείνος, έβγαινε από το δωμάτιο και είμαι σίγουρη πως ξεχνούσε και την ύπαρξη του δωματίου και την Μαύρη Κάμπια που είχε φέρει στο σπίτι ένα απόγευμα. Έτρωγε τότε από το πιάτο της αγάπης μου με λαιμαργία και μεγάλη όρεξη και όταν τελείωνε, γύριζε την πλάτη του  σε όλα και  αφοσιωνότανε με προσήλωση στην δουλειά του.

Με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα που ζούσα, (είχα μια κάμπια αντίζηλο μέσα στο ίδιο μου το σπίτι), είχε αποκτήσει η καθημερινότητά μου μια εναλλασσόμενη αγωνία. Δεν  ήμουνα πια  ούτε ευτυχισμένη ούτε δυστυχισμένη, έρμαιο μιας ανάπηρης αγάπης ήμουνα, με μια απέραντη λύπη χυμένη σε κάθε εκατοστό του σώματός μου.  Μαζί με την λύπη, μια ζήλεια θέριευε μέσα μου και  μεγάλωνε και φούσκωνε, και έμοιαζε με  μεγαλειώδες κύμα που -αργά, αργά-ερχόταν καταπάνω μου  με ορμή..

Ώσπου ένα μεσημέρι ακούστηκε ένα κρακ. Κάτι έσπασε με θόρυβο, η τζαμαρία του γείτονα, ή  μια βίδα μέσα στο κεφάλι  μου; Για έναν μυστήριο λόγο αυτός ο θόρυβος ενεργοποίησε  μέσα μου κάτι τελεσίδικο.  Σηκώθηκα  σαν υπνωτισμένη, άνοιξα την πόρτα  που οδηγούσε στο γυάλινο δωμάτιο και μπήκα μέσα.

Η Μαύρη Κάμπια ήταν εκεί. Ανύποπτη και ήσυχη ζεσταινότανε από μία αχτίδα του ήλιου που έριχνε το φως της  στα ξύλινα σανίδια. Την ένοιωσα να ανυπομονεί  περιμένοντάς τον και εξοργίστηκα. Με άρπαξε τότε από τα μαλλιά ένας τυφλός θυμός, σήκωσα το γυμνό μου πόδι και την πάτησα με δύναμη· η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και ο χρόνος είχε σταματήσει. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Όταν συνήλθα είδα  ό,τι απέμεινε από εκείνη στο πάτωμα. Ένας βρώμικος λεκές που μύριζε ανυπόφορα.

Την ίδια ώρα εκείνος μπήκε στο δωμάτιο, έριξε μια ματιά και μόλις είδε την εικόνα στο πάτωμα με άρπαξε από τους ώμους. «Τι έγινε; τι έκανες; εσύ το έκανες; » φώναξε με όση δύναμη είχε. Ένοιωθα αναγούλα και το μόνο που κατάφερα να πω ήταν,  «με πονάει πολύ η καρδιά μου. Δώσε μου ξύλα και φωτιά να κάψω τον κόσμο..»  Άφησε τους ώμους μου και με κοίταξε  με απόγνωση, «τι κρίμα που δεν κατάφερες να την αγαπήσεις»  είπε και  έσκυψε το κεφάλι του  στο στήθος..»

 

Η Πουλχερία σταμάτησε να μιλάει και  μια  σιωπή που την έκοβες με το μαχαίρι απλώθηκε στο δωμάτιο. Το πολύφωτο έκανε σκιές στον τοίχο, μοιάζανε με ζευγάρι αγκαλιασμένο σε ταγκό. Έξω  από το παράθυρο η νύχτα έπεφτε απαλά,  δύο άστρα ενώθηκαν στον ουρανό και εγώ έμεινα να τα κοιτάζω χωρίς να ξέρω τι θάθελα να πω..

 

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

σήμερα γιορτάζει το καλοκαίρι





Τις καλοκαιρινές μέρες που μοιάζουν με γλυκό  βανίλια μέσα στο ιδρωμένο- παγωμένο ποτήρι, τις αγαπάμε. Αργά και ηδονικά λιώνει στο στόμα το έδεσμα, αργά και ηδονικά οι χαϊδεμένες ώρες λύνονται η μία πίσω από την άλλη και χάνονται κάπου, ποιος ξέρει που.

έρχεται μετά το νερό και σβήνει (για λίγο) την γλύκα, ο ουρανίσκος ξαναζητάει την απόλαυση και εμείς δεν του χαλάμε χατίρια γιατί έτσι θέλουμε και έτσι  μας αρέσει.

αυτές οι μέρες, οι ανέμελες, οι ανώφελες, οι γλυκές σαν αμαρτία μέρες, μπορούν και γράφουν αναμνήσεις. Το δέρμα τις αποθηκεύει σε κάποιο σύννεφο και τις αφήνει εκεί να ονειρεύονται. 

σε ανύποπτο χρόνο μία μυρωδιά τις ξαναφέρνει πίσω ορμητικά  και ένα  μυστηριώδες (για τους αδαείς) χαμόγελο χαϊδεύει τα χείλη, τα μάτια και το μέτωπο.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

ραγκουτσάρια εν έτει 2017




(φωτογραφία αρχείου, Ιανουάριος του 16)



Τα παλιά τα χρόνια, στο χωριό μου,  το must των ημερών ήτανε να ντυθεί κανείς τρομακτικό καρναβάλι. Και φυσικά με κρυμμένο το πρόσωπο, ώστε κανείς να μην μπορεί να σε αναγνωρίσει. Σηκώνανε τα χέρια τους τα τρομακτικά αυτά καρναβάλια και "ΑΑΑΑΑΑΑαααααα!!!!!" φωνάζανε κοιτώντας μας και τότε, εμείς τα μικρά χεζόμασταν από τον φόβο μας.

Είχα έναν ξάδερφο λοιπόν ( λέω είχα, γιατί έδωσε μιά και έφυγε νέος από τούτον τον ντουνιά), που ήτανε πολύ ψηλός και όταν φορούσε τα καρναβαλίστικα, τα διάλεγε ένα νούμερο μεγαλύτερο, γιατί τα γέμιζε με άχυρο, πολύ άχυρο, στα πόδια, στα μανίκια, στον κορμό, και τότε γινότανε τεράστιος και τρομακτικός.
Πάντα πετύχαινε τον έναν στόχο, της τρομακτικότητας, τον άλλο της ανωνυμίας ποτέ, γιατί όλοι τον αναγνωρίζανε από το ύψος του. Καταπληκτικές εποχές, με φτώχεια και ανυποψίαστη ευτυχία.

Ώρα του καλή του Κοσμά. Εύσημο-μνημόσυνο για κείνον, εύσημα σκέτα για όλα τα καρναβάλια της ζωής μας, που γλεντήσαμε με την ψυχή μας, μεθύσαμε με το ίδιο μας το κέφι, είδαμε τον ουρανό ξαπλωμένοι στο τσαρσί, αγκαλιασμένοι όλη η παρέα σαν ένα ολόσωμο σύμπαν, συνένοχοι και συμμέτοχοι μαζί σε ένα συμβάν που πυροδοτούσε σημεία του μυαλού μας ανέγγιχτα από τον χρόνο. 

Έτσι ξαναγινόμασταν παιδιά, έτσι γινόταν εφικτό να φιλιώσουμε με την του Διόνυσου απαγορευμένη διάσταση, έτσι κερδίζαμε μέρες από την ζωή μας, έτσι γινόμασταν αθάνατοι.
 Ευχή: ας είμαστε ικανοί θεέ των ραγκουτσαριών να ξανανταμώνουμε πάντα με αυτή την Θεία μέθεξη που μας βγάζει από το ρούχο της ζωής μας και μας πετάει ψηλά στον ουρανό..


(Αφιερωμένο, στην παρέα των ραγκουτσαριών που κοντά είκοσι χρόνια μου τροφοδοτούσε την ύπαρξη)





Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η Κυριακή της Αποκριάς και οι Μπουμπούνες της Καστοριάς.


(Φωτογραφία: Βασίλης Παπάζογλου)

Η μπουμπούνα στα μέρη μας ήτανε πάντα μια υπόθεση παιδιών. Στο χωριό μου ένα μήνα πριν, ξεκινούσαμε αγόρια και κορίτσια  να μαζεύουμε κέδρους από τους γύρω λόφους. Τα κόβαμε με μικρά τσεκούρια, τα δέναμε με τριχιές και τα σέρναμε μέχρι το χωριό όπου τα αποθηκεύαμε σε αχυρώνες. Κάθε γειτονιά είχε την δική της αποθήκη – και την υποχρέωση να φυλάει τα κομμένα κλαδιά του κέδρου σαν κόρη οφθαλμού μέρα-νύχτα- γιατί εθεωρείτο μεγάλη παλληκαριά  και ατίμωση παράλληλα το να κλέψει η μία παρέα τον θησαυρό της άλλης.

Την Κυριακή στήναμε τις μπουμπούνες. Νικήτρια ήτανε εκείνη που θα γινότανε παρανάλωμα της φωτιάς όσο το δυνατόν αργότερα. Για να πετύχουμε την νίκη παίζαμε έναν ακήρυχτο, άγριο και αληθινό  πόλεμο,  με τους μεγάλους, που θέλανε να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα και να πάνε στα σπίτια τους αυτήν την κρύα ανοιξιάτικη νύχτα. Ύστερα, παραδινόμασταν στην ζεστή γοητεία της λαμπρής  φωτιάς, και ηρεμούσαμε καθώς περνούσαν από τα μάτια μας καθρεφτίσματα φωτός και στον ουρανό καίγονταν τα αποκαΐδια.

 Σαν μεγαλώσαμε λίγο και γίναμε νεαρά άτομα, διαβάζαμε Ρομάντζο και Ντομινό και μαθαίναμε πως στην Αθήνα τις Απόκριες,  κορίτσια και αγόρια ντύνονταν Κολομπίνες και Πιερότοι και πηγαίνανε σε μπαλ-μασκέ πάρτι  και εκεί χορεύανε, διασκεδάζανε και φλερτάρανε  προστατευμένοι από την ανωνυμία της μεταμφίεσης. Τότε ζηλέψαμε πολύ και αρχίσαμε να σνομπάρουμε τις αθώες μπουμπούνες μας που μόνο δύναμη και εκτόνωση είχανε να  μας προσφέρουν. Είχε έρθει η στιγμή της αμφισβήτησης.


Πολλά χρόνια αργότερα θα ξαναθυμόμασταν το αγαπημένο έθιμο του τόπου μας, μέσα από τις νυχτερινές αργοπορίες των παιδιών μας πια, που και εκείνα με την σειρά τους ξεκινούσαν το ίδιο ταξίδι της μπουμπούνας στην πόλη, όχι με κέδρους, αλλά με καλάμια της λίμνης και ξερόκλαδα, μαζεμένα με το ίδιο αποφασισμένο πείσμα της νίκης-ευτυχώς.  Και λέω εγώ τώρα, πως κάπως έτσι θα συνεχίζεται στους καιρούς που έρχονται  αυτή η αρχαία γιορτή, κάθε χρόνο στις πλατείες βρέξει-χιονίσει, όλοι μαζί, να καίνε  οι νέοι κάθε τι παλιό  και μαζί με τους μεγάλους  να καλωσορίζουνε το καινούργιο και αυτή την σπουδαία εποχή, την Άνοιξη.