Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιπτώσεις οικονομικής κρίσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιπτώσεις οικονομικής κρίσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Το έρημο σπίτι στην άκρη του δρόμου.


Είναι ένα πέτρινο σπίτι που χτίστηκε κάποτε  με τις καλύτερες προθέσεις. Βλέπει ανατολικά, άσχετα αν αργεί το φως της ανατολής να φτάσει στα παράθυρά του· είναι που το βουνό απέναντι είναι τόσο ψηλό που του κρύβει τη θέα. Έχει όμως στα πόδια του έναν θησαυρό, εκεί που τελειώνει  η κατηφόρα του κήπου, είναι  το ποτάμι.  Τα παλιά τα χρόνια από εκεί πίνανε νερό,  εκεί πλένανε και τα ρούχα τους το καλοκαίρι, τα τρίβανε πάνω στις μεγάλες πλάκες με ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι και τα ξεπλένανε ύστερα στα γάργαρα νερά. Εκεί πλατσουρίζανε και τα πιτσιρίκια στις μεγάλες ζέστες και δροσίζανε τις αταξίες τους.

Μέσα στο σπίτι, υπάρχει  και ένα μισοτελειωμένο δωμάτιο. Πάτωμα δεν έχει, μόνο κάτι   χοντρά τετράγωνα σανίδια πάνε στον απέναντι τοίχο και γυρνάνε πίσω, ούτε παράθυρο  στο άνοιγμα απ' όπου μπαίνει το φως. Η φτώχεια φταίει που δεν ετοιμάστηκε ποτέ, κλείσανε την πόρτα να μην το βλέπουν, «αργότερα θα το φτιάξουμε»,  είπανε, «όταν θα έχουμε περισσευούμενα λεφτά»  και  αυτό το «αργότερα» απέκτησε αιώνιο νόημα, ακόμα το δωμάτιο ατελείωτο είναι και περιμένει τα λεφτά που δεν αυγατίσανε ποτέ.

Στο μπροστινό δωμάτιο το καλοκαίρι κοιμόντουσαν τα κορίτσια. Είχε δύο μεγάλα παράθυρα και έβλεπε στον κήπο.  Το μεγάλο μπρούντζινο  κρεβάτι με τα ωραία κάγκελα για κεφαλάρι, δεν ήταν δικό τους, το είχανε κληρονομήσει από μια δυστυχισμένη θεία, πλούσια και άτυχη, είχε πεθάνει από τον καημό της για έναν αρραβωνιαστικό που δεν γύρισε  ποτέ από τα ξένα, έφυγε, την ξέχασε και την γέμισε πίκρα, δηλητήριο στάζανε  και τα λόγια της, τόσο πολύ της περίσσευε  το φαρμάκι που το κατάπιε  μια μέρα και  έτσι πέθανε.

Τις πλάκες της αυλής  τις βάφανε άσπρες γύρω-γύρω με ασβέστη κάθε Σάββατο. Εκεί κάτω από την μεγάλη ακακία μαζευότανε οι γειτόνισσες και χαζεύανε τα απογεύματα. Παίρνανε και την δουλειά τους μαζί, κάποια έπλεκε κάλτσες, άλλη μπάλωνε με την βελόνα φθαρμένα ρούχα, ήταν η ωραία τους ώρα, λέγανε τα βάσανά τους, λέγανε και τις χαρές τους, κρύβανε τις ελπίδες τους. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι φοβότανε να ελπίσουν.

Κάποια μέρα απελπίστηκαν. «Εδώ δεν έχει προκοπή, θα πάμε στην Αυστραλία», βγήκε με τα πολλά η απόφαση. Πρώτα θα έφευγε ο πατέρας, μετά η μεγάλη αδερφή, στο τέλος η μάνα με τα δύο μικρότερα. Έτσι και έγινε.

Το σπίτι άρχισε να ξηλώνεται με την κάθε απουσία και να γίνεται  έρημο τοπίο. Ένα θλιμμένο πρωινό φύγανε και οι τελευταίοι. Η μάνα έκανε τον σταυρό της, φίλησε τα εικονίσματα, κλείδωσε για τελευταία φορά την πόρτα του σπιτιού της και αφού παρέδωσε τα κλειδιά στον πιο έμπιστο άνθρωπο της καρδιάς της, κοίταξε τον ουρανό, κοίταξε το σπίτι, κοίταξε και το ποτάμι  και τα αποχαιρέτησε  για  πάντα. Με πνιγμένα αναφιλητά   ανέβηκε στο φορτηγό και χάθηκε μαζί με τα παιδιά της  στην στροφή του δρόμου.

Κοντά πενήντα χρόνια μετά το σπίτι συνεχίζει το μοναχικό του ταξίδι μες στον χρόνο με το μισοτελειωμένο δωμάτιο να χάσκει σε ένα αλλόκοτο κενό,  το σκονισμένο μπρούντζινο κρεβάτι της άτυχης γυναίκας  στο καλοκαιρινό δωμάτιο και το ξύλινο εικονοστάσι με την καρφωμένη στο ξύλο του εικόνα της Παναγίας. Ο κήπος έγινε δάσος πυκνό  τυχαίων δέντρων, η ακακία ξεράθηκε και χάθηκε  χωρίς κανείς να θυμάται πότε και οι πλάκες της αυλής χάθηκαν κάτω από την πυκνή βλάστηση της εγκατάλειψης.  Ο χωρίς γυρισμό μισεμός   ολοκληρώθηκε με επιτυχία, αυτοί που φύγανε ζήσανε καλά και όσοι μείνανε ακόμα καλύτερα, ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε, ένας άλλος άνοιξε, και  η ζωή  πάντα εκεί στη θέση της,  να  επιμένει συνεχίζει να αλλάζει χωρίς ποτέ να λογαριάζει τις δικές μας επιθυμίες…

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Όνειρα θερινής νυκτός




Εκείνης της μέρας είχε προηγηθεί μια νύχτα τόσο ζεστή που οι σταγόνες του νερού εξατμίζονταν αμέσως μόλις έπεφταν στο μωσαϊκό του μπαλκονιού. Οι άνθρωποι  βηματίζανε όλη τη νύχτα πέρα δώθε χωρίς να μπορούν να κλείσουν μάτι. Κατάκοπους τους βρήκε το ξημέρωμα.

Νωρίς όμως το πρωί  φύσηξε ένα ελαφρύ βοριαδάκι και   μόνο τότε  βγήκαν στα μπαλκόνια τους - για να το χαρούν. Κάποιοι λέγανε  γελώντας καλημέρα, άλλοι ποτίζανε τις γλάστρες τους  και όλοι μαζί  απολαμβάνανε την δροσιά με μια ακατανίκητη  όρεξη.

 Σήμερα θα μαγειρέψουνε και θα φάνε με όρεξη. Μελιτζάνες και πιπεριές τηγανητές με σάλτσα ντομάτας, μουσακά με αφράτη μπεσαμέλ, γάβρο τραγανό τηγανισμένο με τέχνη, εδέσματα καλοκαιρινά και απλά, μα τόσο νόστιμα που οι μυρωδιές τους που θα σκορπίζονται από τα ανοιχτά παράθυρα, θα γαργαλάνε τις μύτες των περαστικών και θα τους θυμίζουνε την κουζίνα της γιαγιάς  τους και τα καλοκαίρια μιας άλλης ζωής.

Ύστερα θα φάνε καλά και θα νοιώσουνε  άρχοντες. Θα χαϊδέψουν τις γυναίκες τους, θα γελάσουνε με τα παιδιά τους και θα κάνουν και όνειρα. Πως θα πάρουν λέει τα  μαγιό και τα καπέλα τους και θα ταξιδέψουνε στη θάλασσα χωρίς τίποτα να λογαριάσουν. Ούτε την βενζίνη που θα ξοδέψουνε, ούτε την κρίση που τους καίει τα σωθικά. Θα μπούνε στο ανοιχτό αμάξι  λέει, και τα γέλια τους θα ακούγονται ως τον ουρανό, γιατί έτσι τους πρέπει και τους ταιριάζει αφού ζούνε κάτω από αυτόν τον σπουδαίο ουρανό, και έτσι τραγουδώντας θα φτάσουνε στην πιο γαλάζια θάλασσα  και εκεί θα βουτήξουνε στα  δροσερά  νερά της και  τότε θα είναι σαν να μην υπάρχει αύριο, θα κολυμπάνε και θα χορταίνουνε ανάσες και τότε μόνο θα φύγουνε όταν  θα νοιώσουν ευτυχισμένοι και ολόκληροι.

Το βράδυ που θα γυρίσουν πίσω, οι ίδιες σκιές θα τους περιμένουνε, αλλά εκείνους δεν θα τους νοιάζει πιά γιατί θα έχουνε βαφτιστεί σε μυστική ομορφιά, θα γελάνε στα κρυφά κάτω από τα μουστάκια τους και θα κοιμηθούνε αμέριμνα σαν νάναι  όμοιοι με τα   μικρά παιδιά...

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Φωνές (και αμήχανες σιωπές)


Μια γυναικεία φωνή,σπάει κάθε πρωί την ησυχία του πρωινού στην γειτονιά μου:

"ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro...."


(αυτό επαναλαμβάνεται για πολλή ώρα)
........


στην συνέχεια αλλάζει:

"είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες,...."
.........
 
(κάποτε τα μαζεύει και τα δύο σε μία φράση)

"ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες ...."


https://www.youtube.com/watch?v=XivELBdxVRM 

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ελληνική ραδιοφωνία-Δεύτερο πρόγραμμα. (Τίτλοι τέλους)


Ακούω radiobubble στο ίντερνετ σήμερα και νοσταλγώ το Δεύτερο. Μου λείπει, σαν κομμένο πόδι, που ακόμα και μετά από καιρό φαγουρίζει θαρρείς η φτέρνα του. Πολλά τα χρόνια της ραδιοφωνικής παρέας, πολλά τα τραγούδια της παρέας, οι λέξεις, οι φωνές, αναπόσπαστα κομμάτια, καλοδεμένο σύνολο με τους γύρω οικείους θορύβους.

Νοσταλγική ανάμνηση ο ήχος του· να έρχεται και να φεύγει, να δυναμώνει και να σβήνει και το αυτί  να  ακολουθεί αυτό το παιχνίδι, «σιωπηλή η μουσική, ηχηρή η μοναξιά», να  χάνεται το «ωχ αμάν», και να ξανάρχεται πάντα, με το τραντζιστοράκι στο μπαλκόνι, την μυρωδιά της θάλασσας και την ησυχία της νύχτας, τσιγάρο, μπύρα και ησυχία,  αντικουνουπικό και καλοκαιριάτικα άστρα  στον σκούρο ουρανό.


Θα ξανάρθει το ξέρω. Μια νύχτα θάρθει στ όνειρό μου και θα με αρπάξει από τα μαλλιά σαν ματαιωμένη υπόσχεση, θα φωνάξει μέσα στο αυτί μου δυνατά,  «μου είπες ψέματα» θα ουρλιάξει, «έλεγες πως θα είμαστε για πάντα μαζί» και θα θέλει να με χτυπήσει ξανά και ξανά. Και εγώ που θα είμαι αποκαμωμένη από την απουσία και από κάτι σαν παράλυση, θα νοιώσω δυο χοντρά και ανώφελα δάκρυα να κυλούν στα φλογισμένα μάγουλά μου…

(αφιερωμένο στην παρέα με το τραντζιστοράκι, το καλοκαίρι της Τορώνης)

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Μια ανοιξιάτικη μέρα.




Ένα το γαλάζιο τ’ ουρανού και ένα  το φως του ήλιου να σε τραβάει απ’ το μανίκι. Να βγεις να ξεσκάσεις, να γελάσει  το χειλάκι σου με την άνοιξη έξω. Βγαίνεις, (τι άλλο να κάνεις;) και περπατάς  σαν χαζοχαρούμενος άνθρωπος που ξαναρχίζει να ελπίζει. Πεταμένος ο χειμώνας στο χαντάκι, ξεχασμένος στο λεπτό. Κίτρινο, κόκκινο, μελιτζανί, πράσινο, πορτοκαλί, όλα τα χρώματα αραδιασμένα στους πάγκους της λαϊκής. Και ο ήλιος να καίει στην πλάτη σου και συ να γουστάρεις που είσαι ζωντανός καθώς ο καφές   σε  τραβάει από την μύτη  στο σιδερένιο τραπεζάκι της πλατείας.

Και πες μου τώρα εσύ, τι δουλειά έχει ο θάνατος μέσα σε όλο αυτό. Έζησε εβδομήντα τρία χρόνια παρά κάτι, και κάπου εκεί, σηκώθηκε ένα πρωί, συγύρισε το σπίτι της, βγήκε στην λαϊκή, «σήμερα ήτανε εδώ, ψώνισε και από μένα ένα λάχανο», (ακούστηκε η φωνή του μανάβη), και μετά ήσυχα-ήσυχα πήγε και έπεσε στην λίμνη. Για να πνιγεί και να τελειώνει.

Με την άκρη του ματιού σου, βλέπεις  το ασθενοφόρο να βάζει μέσα το φορείο, ένα σώμα σκεπασμένο ως απάνω. Ήσυχα κινούνται οι άνθρωποι του ασθενοφόρου, σαν κουρασμένα και σαν αδιάφορα. «Βρήκανε μια νεκρή γυναίκα μέσα στη λίμνη». Δίπλα στα τραπεζάκια. Γεμάτη η πλατεία. Ανθρώπους, πάγκους, άνοιξη, κούραση και αδιαφορία. Πεταμένη λες η γυναίκα στο φορείο, ξεχασμένη στο λεπτό, νεκρή σαν τον φετινό χειμώνα . Μπορεί και εμείς να γίναμε νεκροί, (σκέφτομαι), ζωντανοί νεκροί και να μην νοιώθουμε  τίποτα άλλο παρά αδιαφορία για μια γυναίκα που πνίγηκε στην λίμνη, μια φωτεινή ανοιξιάτικη μέρα…

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Σαν τοπίο στην ομίχλη, ή σαν άσχημο όνειρο…


Το βιβλίο που διαβάζω, δεν καταφέρνω να το αγαπήσω. Οι λέξεις χορεύουν και οι σκέψεις μου τρέχουν στον δικό τους προορισμό· πολλές φορές αυτός ο προορισμός είναι ένα θολό τοπίο, χωρίς αρχή μέση και τέλος. Σκέφτομαι πως ίσως πρέπει να ασκηθώ στην υπομονή. Κάθε φορά που το συλλογίζομαι, κάτι μέσα μου επαναστατεί· βλέπεις δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως την διαθέτω. Εδώ και λίγο καιρό όμως, μετράω κάθε μου «βήμα».Απολογισμούς κάνω και ελέγχω τους σφυγμούς των σχέσεων με ένα ιδιότυπο σφυγμόμετρο που αφορά μόνο εμένα. Έχω χάσει. Από την στιγμή που αρχίζεις να μετράς, το ξέρεις πως έχεις χάσει. Οι σελίδες του βιβλίου αδιάφορα περνούν από τα μάτια μου και από τις άκρες των δακτύλων μου. Όσο κα να τις ξαναγυρίσω πίσω, ξέρω πως στο τέλος θα τις εγκαταλείψω· χωρίς έρωτα δεν ζει τίποτα, νεκρό τοπίο και άχρηστη προσπάθεια. Και έξω, το κρύο να συνεχίζει να μας εκδικείται με μια αδιάλειπτη συνέχεια και μια ισχυρή δόση σκληρότητας της φύσης εναντίον ανθρώπων, ψυχικής διάθεσης και ανοιξιάτικης ανάτασης. Και δεν μου μοιάζει πια και τόσο σίγουρο, πως: «οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»…

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Σάββατο,18 Φλεβάρη 2012.

Σηκώθηκε από το κρεββάτι με δυσκολία·μόλις που έφτασε μέχρι την κουζίνα. Σύρθηκε στον καναπέ με το τσάι να αχνίζει μπροστά της και έπιασε το τηλέφωνο·"δεν την παλεύω σήμερα" σκέφτηκε με απελπισία. Η μισάωρη φλυαρία στο τηλέφωνο δεν την βοήθησε να βγεί από την κινούμενη άμμο της δυσφορίας. Ξαναξάπλωσε και προσπάθησε να διαβάσει,αδύνατον...Οι γραμμένες λέξεις δεν μπόρεσαν να την πιάσουν απ το χέρι και να την βάλουν στο παιχνίδι τους. Αναπόλησε καλοκαίρι,θάλασσες βουνά...Την άνοιξη δεν θέλησε να την ενοχλήσει,ούτε με την σκέψη της. Φοβήθηκε μήπως την νευριάσει και δεν έρθει στην ώρα της, τώρα που την έχει ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά...



Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

(Τίτλος): « Τι θα κάνουμε;»


Ξέρω τι θα κάνω. Μου το είπε η μητέρα μου, χωρίς να το ξέρει, όταν μου έλεγε ιστορίες από τα χρόνια του πολέμου. Όταν λέει, μάθανε πως πλησιάζουν τα αεροπλάνα των Γερμανών να βομβαρδίσουν το χωριό, φύγανε άρον-άρον και κρυφτήκανε στις σπηλιές του απέναντι βουνού. Από εκεί, βλέπανε τις βόμβες να πέφτουν και τις εκρήξεις να τινάζουν πέτρες, χώμα και ανθρώπινα μέλη (όσων αγνοήσανε τον κίνδυνο) στον αέρα. Αργότερα, ήρθαν οι Γερμανοί στρατιώτες και κάψανε ό,τι είχε απομείνει. Όσοι προστατέψανε τους εαυτούς τους στα βράχια του βουνού, σωθήκανε. Με το που πέρασε το κακό, γυρίσανε πίσω και κουτσά στραβά ξαναχτίσανε από την αρχή όσα τους είχε αφαιρέσει ο επιδρομέας. Με πείσμα, με το οποίο τους είχε οπλίσει το μίσος του πολέμου, ξεμπερδέψανε με τον εχθρό. (Με τον αδερφό τα βρήκανε σκούρα, αλλά αυτό είναι «αλλουνού παπά ευαγγέλιο»…)
Έτσι που λέτε και εγώ. Κρύβομαι στην «σπηλιά» μου και περιμένω. Εκεί, δεν υπάρχει τηλεόραση, ούτε ειδήσεις. Ραδιόφωνο μοναχά και τραγουδάκια της αρεσκείας μου. Ιστορίες, μου λένε οι ταινίες και τα βιβλία. Από τις εφημερίδες, διαβάζω μόνο τα ζώδια, άντε και καμία είδηση από αυτές που γουστάρω, του «πολιτισμού» που λένε. Μην σκάτε, μαθαίνω τι γίνεται παραέξω, αυτό δεν γίνεται να το γλυτώσω, οι φωνές αυτές είναι τόσο δυνατές που αν και συγκεχυμένα πιάνω την κεντρική ιδέα, και ίσως να είναι και το μόνο που μου χρειάζομαι. Στο ίντερνετ πάλι, προτιμώ αναγνώσεις και συζητήσεις που διακρίνονται για το χιούμορ και την ευφυΐα τους. Έ, καλά, ξεφεύγω καμμιά φορά και χωρίς να το καταλάβω διολισθαίνω στον κατήφορο της  ενημέρωσης. Τότε είναι που χάνω τον ύπνο μου, όλη νύχτα στριφογυρίζω στο στρώμα μου σαν κολασμένη και την άλλη μέρα είμαι μια στρίντζω και μισή. Γι’ αυτό και έχω απαγορέψει αυτές τις κουβέντες. «Στο τίμιο σπίτι μου», (και εννοώ την «σπηλιά μου»), απαγορεύονται οι άσεμνες συζητήσεις», προστάζω. Το «δόγμα του σοκ », εμένα δεν θέλω να με παραλύσει. Θα τρώω λίγο, θα κοιμάμαι πολύ, θα κρύβομαι σε ζεστές αγκαλιές, θα αγκαλιάζω και εγώ σφιχτά, θα απαγορεύω τα όνειρα και θα περιμένω…Κάποια στιγμή (δεν μπορεί!) θάρθει και η ώρα μου! Και τότε….ω τότε…(SOS…αυτό, πως το ξέχασα;…έχω μπλοκάρει τα όνειρα προς το παρόν…)

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Τα όνειρα μας κρατάνε ξύπνιους;



Κοίταξε χαμογελαστά στα μάτια τον εγγονό της. «Να τα εκατοστήσεις αγόρι μου», του ευχήθηκε και προσπάθησε να κρύψει την σκιά που σκοτείνιασε  τα μάτια της. Για πρώτη φορά στην ζωή της ανησυχούσε για το μέλλον, και ας προσπαθούσε να μην το δείχνει. Έχει ζήσει στο πετσί της την ιστορία του τόπου. Πόλεμος, φτώχεια, πείνα, θάνατος. Όλα τα θυμάται, όχι σαν όνειρο, μα σαν μια πραγματικότητα που  στα ογδόντα χρόνια αναμνήσεων, σχεδόν κάθε μέρα εύχεται να μην τα ξαναζήσει άνθρωπος. Η νέα πραγματικότητα την ξεπερνάει. Δεν μπορεί να την καταλάβει μα ούτε και να την αναλύσει. Σωπαίνει και ακούει. Κυρίως σωπαίνει. Αυτή που τόσα χρόνια συμβουλεύει, τώρα δεν ξέρει τι να πει. Αν μίλαγε θα έλεγε  για το πώς εκείνοι, δύσκολα, πολύ δύσκολα και σκαλί σκαλί, ξεπεράσανε την φτώχεια και όπως λέει και το παραμύθι «ζήσανε αυτοί καλά, και…»  και εδώ, σταματάει… Θέλει να μιλήσει για την ελπίδα, θέλει να μιλήσει και για το όνειρο, τα ξέρει καλά εκείνη, με αυτά αναστήθηκε η γενιά της . Μα λέξη δεν βγαίνει από τα σφιχτά χείλη της σαν κάτι να την κρατάει βουβή και εντελώς, μα εντελώς αιχμάλωτη…

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Το κίτρινο χρώμα που λείπει...


Χειμωνιάζει.Σιγά-σιγά όλα τα σημάδια είναι εδώ.Τα δέντρα δεν έχουν πια φύλλα,όλα πέσανε,κοίτονται στις άκρες του δρόμου σαν καφετί στρώμα λερωμένο από τις βροχές και την λάσπη.Το κίτρινο χρώμα που μας θάμπωνε τα μάτια με το φως του έχει εξαφανιστεί.Γκρίζο.Αυτό επικρατεί.Οι ψυχές μας με όση δύναμη τους απομένει το αποφεύγουν με μανία.Κάθε που η σκέψη πάει να αγγίξει στο μουντό του σημείο,γυρίζει πλευρό, όχι-όχι, σχεδόν φωνάζει,καμώνεται την ανήξερη και ψάχνει για σημάδια μιας άλλης εποχής.Κοιτάζω την πόλη.Μου φαίνεται ίδια σαν και πριν και ας ξέρω βαθειά μέσα μου πως δεν είναι.Ένα ψύχος έχει απλωθεί σαν πέπλο πάνω της και ο καπνός που  πάντα έβγαινε καθησυχαστικά από τις καπνοδόχους των σπιτιών, που μέσα τους χαιρόταν η οικογένεια, έχει λιγοστέψει και αυτός. Η μιζέρια, σαν σιχαμερή γλίτσα έχει απλωθεί και έχει αλλοιώσει  τα πάντα,φοβάμαι πως θα κολλήσει παντού και θα τα ασκημήνει  όλα,κλείνω σφιχτά τα μάτια μου…Η καμπάνα από το βυζαντινό εκκλησάκι με ξαφνιάζει. Οι σκέψεις  γυρίζουν προς τα μέσα μου.Να βρώ ένα σημείο να ακουμπήσω,να συναντήσω τον θεό που κρύβουμε μέσα μας,ναι η πίστη,όχι η χριστιανική,αυτή η άλλη η δική μας,αυτή που μας σώζει στα δύσκολα και που ευτυχώς πάντα είναι εκεί αναλλοίωτη και φωτεινή σαν το κίτρινο χρώμα που λείπει σήμερα από τα φύλλα των δέντρων…

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Εργατική Πρωτομαγιά


Διάβασα την είδηση και δεν πίστευα στα μάτια μου!

"Οσοι εργάζονται στη Χ.Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε. και έχουν μισθό κάτω από 1.500 ευρώ θα πάρουν από αύριο, 1η Μαΐου, αύξηση 10% στον μισθό τους."
........
Στην επιχείρηση που εργάζομαι,από τον Νοέμβριο του 2008 έως σήμερα,έχουν απολυθεί  χωρίς αποζημίωση τριάντα εννέα (39) συνάδελφοι,και από τους εναπομείναντες δέκα εννέα (19),μόνο οι τέσσερις (4) πήρανε κανονικά το δώρο Πάσχα!
Από αυτούς,ασφαλισμένοι είναι μόνο οι τελευταίοι....
Και όλα αυτά,χωρίς να ανοίξει μύτη!


ΚΑΝΕΝΑΣ,δεν θα συμετάσχει, σε οποιαδήποτε αυριανή επετειακή εργατική συγκέντρωση.

Καλό μήνα...


Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Αντίδραση-αντίσταση

Το βρήκα στον ΑΝemo:

"Έχετε τραπεζικές καταθέσεις, μικρές ή μεγάλες; Την μεθεπόμενη Τρίτη 18 Νοεμβρίου και μέχρι τέλους της εβδομάδας αποσύρετε τις, μποϊκοτάροντας το σύνολο των Τραπεζών!… Και μην ξεχάσετε να τους αιτιολογήσετε, ότι αποσύρετε τις καταθέσεις σας ως “διαμαρτυρία στην αισχροκέρδεια!”.

Λάβετε υπόψη τα εξής:

  • Αν αυτή η συντονισμένη απάντηση των ενεργών πολιτών, φθάσει ή ξεπεράσει το 10% των καταθέσεων, το πλήγμα για τις Τράπεζες θα είναι τεράστιο! Η σχέση με τους μεγάλους πελάτες τους που δεν θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν, θα τους κάνει “μαλλιά κουβάρια” και η πίεση προς το τραπεζικό σύστημα θα κορυφωθεί!
  • Η διάρκεια της απόσυρσης των καταθέσεων θα είναι πιθανότατα μικρή (μια εβδομάδα με 10 μέρες), γιατί οι τράπεζες, χάνοντας τα κεφάλαια μέσα από τα χέρια τους και μη έχοντας άλλη επιλογή, θα αντιδράσουν αμέσως!!!
  • Το μποϊκοτάζ όμως, θα σταματήσει υπό δυο όρους: Πρώτον, μόλις η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών ανακοινώσει την πτώση των επιτοκίων, στα επίπεδα των κεντρικών τραπεζών του εξωτερικού και δεύτερον,
  • Μόλις ανακοινώσουν λεπτομερή στοιχεία εγκρίσεων χρηματοδότησης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όπου θα φαίνεται ότι οι χορηγήσεις επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα. Τότε οι πολίτες θα τους επιστρέψουν σταδιακά τα χρήματα τους.
  • Όσο δε για ορισμένες επιχειρήσεις, που θα υποστούν μικρές καθυστερήσεις στις τρέχουσες χορηγήσεις τους, αυτές οι επιχειρήσεις θα καθυστερήσουν λιγάκι και τις δικές τους υποχρεώσεις. Γιατί πρέπει όλοι, σε αυτή την φάση που διακυβεύεται η επιβίωση μας, να βάλουμε πρώτο το συμφέρον της κοινωνίας ως σύνολο!

25897950_7ce2cf8aa3_o_2Με αυτές τις προϋποθέσεις και την αριθμητική δύναμη των πολιτών, ο Τραπεζικός κλάδος μπορεί σε ένα μόλις μήνα να μεταμορφωθεί!.. από βασικό μέρος του προβλήματος, τοκογλύφος και δυνάστης της κοινωνίας, σε μέρος της λύσης, ισότιμος εταίρος, αξιόπιστος και δίκαιος διαχειριστής των δικών μας κεφαλαίων.

Τελειώνοντας, και έχοντας ζήσει στην Αμερική, θέλω να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τον Αμερικανικό λαό! Αν και υπήρξε επί δεκαετίες υπνωτισμένος και αδρανοποιημένος από την χειραγώγηση των ΜΜΕ, των τραπεζών και ενός διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος (ακριβώς όπως εμείς στην παρούσα φάση). Παρόλα αυτά, ο λαός σηκώθηκε από τον “καναπέ”, πήρε την ευθύνη στα χέρια του και έδωσε την Λύση.

Οι Έλληνες έχουμε παράδοση αγώνων και Δημοκρατίας, είμαστε πολιτικοποιημένος λαός και έχουμε αποδείξει ότι δεν φοβόμαστε. Στην εποχή μας δεν χρειάζεται καν να βγούμε στους δρόμους. Αρκεί να είμαστε ενεργοί πολίτες και να κάνουμε υπεύθυνες, συνειδητοποιημένες επιλογές.

Ραντεβού στις Τράπεζες για να αποσύρουμε τις καταθέσεις μας Τώρα!..

(Προσοχή, τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ θα προσπαθήσουν να αποκρύψουν ή να διαστρεβλώσουν την είδηση!…)

Διαδώστε το και συζητήστε το με όλους…"

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

Ο εφιάλτης έρχεται;

Δεκατέσσερις άνθρωποι σήμερα έχασαν την δουλειά τους στην επιχείρηση που εργάζομαι

εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.Μπροστά μας είναι ο χειμώνας με το ακριβό πετρέλαιο (και

όχι μόνο). Ο εργοδότης αδυνατεί να ανταπεξέλθει στα τεράστια έξοδα της επιχείρησης καθώς

οι παραγγελίες από οίκους του εξώτερικού σταμάτησαν απότομα. Σαν πρώτο μέτρο

αποφασίστηκε η μείωση του προσωπικού στους εντελώς απαραίτητους.Ποιός μπορεί να

υπολογίσει την συνέχεια;

Με όλα αυτά τα καθόλου ελπιδοφόρα για το μέλλον που έρχεται, πως να καταφέρω να

ευχηθώ αισιόδοξα καλό μήνα;