Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

(Summertime)





Θα είναι απόγευμα και θα κοιμάσαι. Το δωμάτιο θα λούζεται σε χρυσοκόκκινο φως, τα λευκά σεντόνια θα μυρίζουν αντηλιακό Nivea  και το σώμα σου έρωτα και καλοκαίρι.

Θα σηκωθώ ήσυχα και θα γεύομαι ξυπόλητη  πεπόνι ζουμερό.  Από το ανοιχτό μπαλκονάκι στον Παγασητικό, θ αστράφτει η θάλασσα. Γυμνή και ελεύθερη θα δίνεται στην δύση, δεκάρα δεν θα δίνει για των ανθρώπων τις αόρατες, μάταιες, ασήμαντες ματιές. Στην αυλή ο μαυρούλης ξενοδόχος μας  θα καπνίζει ήσυχα, παρέα με την ξανθιά γυναίκα του με τα γαλάζια μάτια, και θα πίνουν παγωμένες λεμονάδες και καφέ  ελληνικό.

 Όταν ξυπνήσεις ένα αγιόκλημα θα πιάσει να μυρίζει δυνατά, θα σου δαγκώσω απαλά τα χείλη και μαζί, θα ρουφήξουμε λαίμαργα την ευωδιά του. Πίσω μας, το  βουνό θα θέλει να πνίξει  στο πράσινο τις  ανθισμένες  καστανιές χωρίς να το καταφέρνει , χιλιάδες αγριολούλουδα στην σκιά τους, ανύποπτα θα γοητεύονται  από μέλισσες και πεταλούδες, τα πόδια μας μπλεγμένα θα θαυμάζουν τον - βαμμένο στα χρώματα της δύσης- τοίχο  απέναντι, το καλοκαίρι θα κραυγάζει την δόξα και εμείς, μόλις που θα ανασαίνουμε, σιωπηλοί και μαγεμένοι..

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ο Ραϋμόνδος και το Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης.




Τον Ραϋμόνδο Αλβανό τον γνώρισα δεύτερο· είχε προηγηθεί η φήμη του που την παρακολουθούσα καιρό με μια περιέργεια ανάμεικτη με έκπληξη. Ποιος νάναι αυτός ο επιστήμονας που εκεί ψηλά στον Γράμμο και στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης  συναρπάζει τους επισκέπτες και τους κάνει να μιλάνε με τόσο ενθουσιασμό και αγάπη; Ο καιρός περνούσε και το  όνομά του συνέχισε να επαναλαμβάνεται στα στόματα των γνωστών και φίλων με αμείωτη συχνότητα και θαυμασμό. Πως όσα λέει (και με τον τρόπο που τα λέει) εκεί επάνω στον τόπο των εμφύλιων μαχών  για την ιστορία και την Εθνική Συμφιλίωση, αυτοί που τα ακούνε, τα αγαπάνε τόσο που θέλουνε να τα γνωρίσουνε και σε άλλους.


Η εκδρομή που κάνει κανείς εκεί ψηλά βέβαια, είναι από μόνη της ένα δώρο που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του. Το δάσος με τα πυκνά δέντρα, φθινόπωρο-άνοιξη-καλοκαίρι και χειμώνα για τους πιο τολμηρούς, με τα χρώματα, τα αγριολούλουδα, τις βροχές και τα χιόνια, αποτελούν για τον επισκέπτη πηγή απόλαυσης και εμπειρίας μοναδικής. Όταν αποφασίσαμε με την παρέα μου την πρώτη φορά αυτή την εξόρμηση ήτανε προχωρημένο φθινόπωρο, πανέμορφο και υπέροχο, ακόμα και για τους μη ρομαντικούς.


Έτσι γνωρίσαμε τον Ραϋμόνδο και την μοναδική του πραγματικά ξενάγηση, η οποία  αποτελεί ένα ταξίδι στον χρόνο, τον τόπο και την ιστορία  όχι μόνο του Γράμμου αλλά και της χώρας μας ολόκληρης και που το μήνυμα που μεταφέρεται από αυτή την εμπειρία (γιατί περί εμπειρίας πρόκειται) είναι αγνό και πανανθρώπινο, σε συναρπάζει και σε συγκινεί, σε ωθεί να  προσπαθήσεις να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη, αλλά είναι και   και κάτι άλλο εξ ίσου σημαντικό :  Σου εξιστορεί με κατανοητό, απλό και συνοπτικό τρόπο, την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, τις αιτίες και τα αποτελέσματα, τα λάθη και τις ασυνέπειες·  και κάπως έτσι εξηγούνται μέσα σου πολλά από τα ερωτηματικά που τυχόν είχες για μια εποχή που σε αφορά απόλυτα μιας και οι αφηγήσεις των γονέων και των παππούδων σου για αυτήν την τραυματική εποχή είναι στενά συνδεδεμένες με την παιδική σου ηλικία και τις ιστορίες-μπερδεμένα παραμύθια που σου εξιστορήσανε κάποτε.

Γράφει ο Christos Kyriazidis, επισκέπτης του Πάρκου τον φετινό χειμώνα στον τοίχο του  στο facebook:
“Αν και ο Ραϋμόνδος το κάνει να φαίνεται πάρα πολύ εύκολο, είμαι σίγουρος ότι το να καταφέρεις να συναρπάσεις το κοινό σου σε μία σχεδόν τρίωρη ξενάγηση (και μάλιστα μία ξενάγηση που αφορά σε πολύ ευαίσθητα ιστορικά ζητήματα όπως ο εμφύλιος) δεν είναι απλό πράγμα. Ο Ραϋμόνδος το πετυχαίνει και, με τη σωστή δόση αποστασιοποίησης, χρησιμοποιώντας μία πολύ κατανοητή και απλή γλώσσα και με μία λεπτή αίσθηση του χιούμορ, καταφέρνει να σε εμπλέξει απόλυτα στην ιστορική αφήγηση αυτής της ταραχώδους περιόδου του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα.”
 ..και εμείς  συμφωνούμε μαζί του και κουνάμε καταφατικά το κεφάλι μας, μιας και με τον ίδιο τρόπο συγκινηθήκαμε και εμείς- όσες φορές επαναλάβαμε από κει και πέρα την εκδρομή μας αυτή- γοητευμένοι από  τον Ραϋμόνδο, το βουνό και την δραματική του ιστορία.


(Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Ρ. Αλβανού που γίνεται την πρωταπριλιά με τίτλο
«Δημόσιες Σχέσεις. Θεωρία και πρακτική της επαγγελματικής επικοινωνίας».



Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Το φλουρί.




 Η βασιλόπιτα ψηνόταν στον φούρνο όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. «Ποιός νάναι;» αναρωτήθηκαν με τα μάτια οι ένοικοι του σπιτιού. Έτρεξε ο μικρός, άνοιξε την πόρτα, έκανε ένα βήμα πίσω «μαμά!» φώναξε αμήχανα. 

 Στο άνοιγμα της πόρτας στεκότανε ένας άντρας, φορούσε καπέλο και τα ρούχα του ήταν σα να βγαίνανε από άλλη εποχή. Φαρδύ τουίντ παντελόνι με ρεβέρ και σακάκι ριγέ, ένα τσαλακωμένο και παράταιρο σύνολο, σαν ξένο επάνω του. Ο άνθρωπος που φαινότανε να κουβαλάει στους ώμους του όλη την κούραση του κόσμου, χαμογέλασε «είμαι κατάκοπος» είπε, «φέρτε μου σας παρακαλώ ένα ποτήρι  νερό και μια καρέκλα να ξεκουραστώ».

Ξαφνιασμένοι του δείξανε να καθίσει στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση. Στο δωμάτιο, μια νέα γυναίκα καθότανε σε μια κίτρινη ξεθωριασμένη πολυθρόνα και παρακολουθούσε μια ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ,  ήτανε δε τόσο αφοσιωμένη που δεν είχε προσέξει την είσοδο του άγνωστου εισβολέα. «Ποιός είναι αυτός;» ρώτησε με τα μάτια τον άντρα της. Εκείνος την καθησύχασε με ένα νεύμα και πήγε στην κουζίνα να φέρει το νερό.

Έξω από το παράθυρο πέταξε ένα σμήνος πουλιών. Είχε ομίχλη και οι πολυκατοικίες μέσα από αυτή την θολότητα, φαινότανε σχεδόν όμορφες. Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και έμεινε να κοιτάζει τα πουλιά ώσπου χάθηκαν ψηλά στον ουρανό.

«Σου αρέσει να κάνεις όνειρα;» την ρώτησε τότε ο άντρας του καναπέ, «όχι» απάντησε εκείνη ξαφνιασμένη που άκουγε να την ρωτάει κάτι τόσο προσωπικό ένας ξένος, «έχω ξεχάσει πώς είναι να ονειρεύεσαι» και ξανά-αφοσιώθηκε στην οθόνη προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από την κουβέντα που τυχόν θα ακολουθούσε.

Εκείνη την στιγμή έγινε κάτι  που η γυναίκα το χαρακτήρισε τρελό και περίεργο. Ο άντρας σηκώθηκε από τον καναπέ, περπάτησε στο δωμάτιο μέχρι την πολυθρόνα της, έσκυψε κοντά στο πρόσωπό της και την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια· μια περίεργη ζαλάδα την κυρίευσε και αφέθηκε σε κείνη την ματιά. Νόμισε πως το δωμάτιο γέμισε ομίχλη και πως ξαφνικά ξεχύθηκε στον χώρο μια πολύ ευχάριστη μυρωδιά που δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευσης της. «Και όμως» της είπε τότε ο άγνωστος, « σύντομα θα ζήσεις τόσα γεγονότα που θα είναι σαν να ονειρεύεσαι, η ζωή σου δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια και εσύ θα θέλεις και θα φοβάσαι όσα θέλεις. Μόνο που κανείς δεν θα σε ρωτάει πια».

«Μυρίζει γλυκό κεράσι» απάντησε η γυναίκα και σκέφτηκε: «μα τί του λέω, αυτό μονάχα βρήκα να πω;» και φωναχτά, «τίποτα δεν θέλω ν αλλάξει, οι αλλαγές δεν μου αρέσουν και τόσο».

Ο άντρας τότε σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο. Ένας βρώμικος ουρανός πάνω από κάτι τρισάθλιες πολυκατοικίες τράβηξε την προσοχή του ενώ η ομίχλη είχε χαθεί. Έμεινε κοιτώντας έξω και φαινόταν σκεφτικός . «Όμως» γύρισε και την κοίταξε, «θα έχεις την δυνατότητα της επιλογής. Να τι θα γίνει: Σε δύο ώρες που θα κόψεις την βασιλόπιττα, το μαχαίρι σου θα καταλάβει το τυχερό κομμάτι. Τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβούν. Να «κλέψεις» και να κερδίσεις το φλουρί, ή να το αφήσεις στην τύχη  του και τότε ίσως το κερδίσει κάποιος άλλος. Στην πρώτη περίπτωση η ζωή σου θα παραμείνει όπως είναι, στην δεύτερη σύντομα θα υπάρξουν συνταρακτικές, συναρπαστικές  και δύσκολες αλλαγές, εσύ αποφασίζεις».

Τότε μπήκε ο άντρας της στο δωμάτιο και έδωσε νερό του ξένου. Εκείνος το ήπιε μονορούφι, σκούπισε το στόμα του και «ευχαριστώ, μπορώ να φύγω τώρα, καλή χρονιά να έχετε» ευχήθηκε και   κατευθύνθηκε προς στην έξοδο και ενώ στο δωμάτιο κυριαρχούσε η μυρωδιά από το γλυκό κεράσι τους φάνηκε, πως τον  παράξενο επισκέπτη τον κατάπιε  απότομα η ανοιχτή εξώπορτα και το ημίφως της σκάλας.

Η ώρα πέρασε, ο καινούργιος χρόνος μπήκε, γέμισε το σπίτι χαρούμενες φωνές, ευχές και αγκαλιές, ήρθε και η ώρα για την κοπή της πίτας. Πήρε η γυναίκα το μαχαίρι, σταύρωσε την πίτα, μέτρησε τα κεφάλια-κομμάτια που θα μοίραζε και έκανε τον υπολογισμό για την δίκαιη μοιρασιά. Στην άκρη του μυαλού της γυροφέρνανε τα  λόγια του ξένου. «Σε δύο ώρες που θα κόψεις την βασιλόπιττα, το μαχαίρι σου θα καταλάβει το τυχερό κομμάτι» της είχε πει. 
Με μια ανεπαίσθητη ταραχή άρχισε να κόβει και στο τρίτο κομμάτι, ένοιωσε κάτι να την εμποδίζει, «νάτο» σκέφτηκε εδώ είναι το φλουρί. Ένοιωσε να ιδρώνει ξαφνικά. Εντάξει, δεν την έλεγες και προληπτική, αλλά και πάλι αυτή η σύμπτωση την έβαζε σε σκέψεις. «Τι μου είπε αυτός;» αναρωτήθηκε, «αν κλέψω τίποτα δεν θ αλλάξει στην ζωή μου;»
Προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο καθυστερώντας όσο μπορούσε και μέσα της κορόιδευε τον εαυτό της και τις σκέψεις που έκανε. Όταν τελείωσε, κοντοστάθηκε και ενώ όλοι περιμένανε, εκείνη έκλεισε τα μάτια. Σε δευτερόλεπτα πέρασε μπροστά της όλη της η ζωή, οι χαρές και η ασφάλεια στο τακτοποιημένο της σύμπαν, μαζί με τα όλα αδιέξοδά της. Έμεινε έτσι για λίγο, ένοιωσε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά και όλα να γίνονται κόκκινα στο κεφάλι της, όπως συμβαίνει πάντα τις ώρες των  εκείνων που ονομάζουμε με στόμφο «η ώρα των μεγάλων αποφάσεων».
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια της, μεθυσμένη ακόμα από το κόκκινο που έρρεε στις αρτηρίες της, έκανε τρεις στροφές το ταψί χάνοντας το σημάδι με το τυχερό κομμάτι και άρχισε να μοιράζει στον καθένα με τ όνομά του. Αφού τελείωσε, ευχήθηκε καλή χρόνια για μια ακόμη φορά, και πήρε το μαχαίρι να ψάξει και εκείνη το δικό της, μήπως και βρει το φλουρί.
Ένοιωθε παράξενα και σαν να βρισκότανε μέσα σε μια ελαφριά ζάλη  χωρίς να έχει πιει ούτε μια γουλιά κρασί. Πέρασε από το μυαλό της η τρελή σκέψη πως ίσως  πριν λίγο είχε ανοίξει μόνη της μια πόρτα απίθανων εκπλήξεων, ή μπορεί και το κουτί της Πανδώρας. Ύστερα χαμογέλασε και καθησύχασε τον εαυτό της λέγοντάς του  πως τίποτα απ´ όλα αυτά δεν είχε στ´ αλήθεια  συμβεί και πως μάλλον τα ονειρεύτηκε όλα, και τον άντρα με το κουρασμένο πρόσωπο που μύριζε γλυκό κεράσι και τον διάλογο που ακολούθησε, γιατί απλά την είχε πάρει ο ύπνος στην ξεθωριασμένη κίτρινη πολυθρόνα απέναντι από την τηλεόραση, όπου έπαιζε μια ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ..

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Για την Άννα.




« Άννα μου,

χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου. Φορούσες εκείνη την πλισέ φουστίτσα που είχες αγοράσει από μια λαϊκή στην Μπολόνια και στριφογύριζες κάτω από τον ήλιο. «Κοιτάξτε», μας έλεγες, «σαν ομπρέλα έγινε η φούστα μου», και γελούσες δυνατά. Τα μαύρα σου μαλλιά αστράφτανε σαν έβενος και εμείς οι φιλενάδες σου σε κοιτάζαμε θαμπωμένες. Σε θαυμάζαμε και σε ζηλεύαμε  λίγο, για την αέρινη σιλουέτα σου, την λεπτή σου μέση και την γλυκύτατη ματιά που έκανε τα αγόρια να σε θέλουνε  και τον κόσμο να σε αγαπά.

Θυμάσαι τότε που κάναμε βόλτες με τα αγόρια στον δημόσιο δρόμο και ερωτευόμασταν την ζωή; Ήτανε Μάιος, οι μαργαρίτες ξετρελαμένες χύνανε την μυρωδιά τους στον αέρα και εμείς τις μαδούσαμε για να μάθουμε αν μας αγαπάει. Ποιος μας αγαπούσε τότε και από ποιόν περιμέναμε το ναι;  Τίποτα δεν θυμάμαι αλλά ναι, ξέρω πως ήτανε  άνοιξη, ήμασταν η άνοιξη, όλος ο κόσμος ήτανε δικός μας, εμείς και οι φιλενάδες μας και  οι φίλοι μας τα αγόρια που  συχνά μαλώναμε  μαζί τους, «υπάρχει φιλία μεταξύ αρσενικών και θηλυκών;», εμείς λέγαμε ναι, εκείνα λέγανε όχι.

Θυμάμαι που κόβαμε δρόμο, (για να πάμε πιο γρήγορα στο σπίτι), μέσα από τα χωράφια και το νεκροταφείο. Η δημοσιά  ήτανε ψηλά και το κατηφορικό μονοπάτι μας έκανε να τρέχουμε, μόλις φτάναμε στο τοιχαλάκι που χώριζε το χωράφι από το νεκροταφείο, γυρίζαμε να κοιτάξουμε την παρέα που αφήναμε πίσω, ο Μ. μας φώναζε, «που πάτε, γυρίστε πίσω» εγώ φοβόμουνα την μαμά μου, εσύ ήθελες να είσαι η τέλεια κόρη για τον μπαμπά σου, ανεβαίναμε τον τοίχο, περπατούσαμε  στα πράσινα χόρτα και τα ανθισμένα λουλούδια, πέτρινοι σταυροί τριγύρω, αδιαφορούσαμε για τους νεκρούς, αδιαφορούσαμε  για τον θάνατο, ήμασταν   κάτι ατρόμητα, αθάνατα και ανίκητα κορίτσια.

Τώρα που σου γράφω είναι αργά, είμαι λίγο ζαλισμένη από μια ξεθωριασμένη λύπη και  ένα κόκκινο λικέρ  που πίνω σε μικρές γουλιές από ένα τοσοδά ποτηράκι. Θυμάμαι πως  ήτανε τέλος Γενάρη που χτύπησε το τηλέφωνο και η Σ. μου είπε πως έφυγες για πάντα. Για πάντα μακριά μας εσύ που αγαπούσες τόσο το κοντά, εσύ, που καμία ξένη χώρα και καμία πατρίδα δεν κατάφερε να σε κρατήσει μακριά από τα χώματα που σε γεννήσανε και την αγκαλιά του μπαμπά σου. Και τι αστείο, εκεί που τρέχοντας διασχίζαμε το μονοπάτι, εκεί κοιμάσαι πια, εκεί που έχει  ακόμα μαργαρίτες την άνοιξη, πεσμένα φύλλα το φθινόπωρο και χιόνι πολύ τον χειμώνα και που κανένα κοριτσίστικο πόδι δεν κόβει δρόμο τώρα πια  για να τρέξει  να γλυτώσει από το μάλωμα της αυστηρής μαμάς του..»