Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

«Το μαντολίνο»


Πως κάνει  να…και ξαφνικά ξεπετάγεται μια ανάμνηση από το πουθενά! Όμορφη σαν ανοιξιάτικο πρωινό, από αυτά που τα θυμάσαι και χαμογελάς. Και τα μάτια σου γεμίζουν από κάτι ακαθόριστο που κανείς άλλος δεν μπορεί να ξεδιαλύνει. Και είναι τόσο νοσταλγικό, που ούτε να το κουβεντιάσεις καλά-καλά θέλεις, παρά μόνος σου να το αναπολήσεις χαμογελώντας Έτσι και πριν λίγο!  «Στην τηλεόραση, έχει ο Παπαδόπουλος την Ζωή Φυτούση» μου λέει η φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. Και ξαφνικά με πλημμυρίζουνε εικόνες και μια όμορφη θύμηση…

………

Κυριακή πρωί. Μικρό παιδί ήμουνα. Εκείνα τα χρόνια, ο πατέρας στο σπίτι σπάνια ήτανε. Έλειπε όλη την βδομάδα στην μεγάλη πόλη για την δουλειά του. Με την μητέρα μεγαλώναμε, και ήτανε εκείνη κάτι σαν μάνα και πατέρας μαζί, έτσι έπρεπε, πως αλλιώς να μας κάνει ζάφτι, ζωηρά, όπως όλα τα παιδιά που ξαφνιάζονται από την ομορφιά του κόσμου και θέλουνε όλη μαζί να την δοκιμάσουνε και να την χαρούνε.
Αυτό λοιπόν το πρωινό της όμορφης Κυριακής, με τον πατέρα στο σπίτι και μια αίσθηση ασφάλειας και αγάπης να με συντροφεύει, κοιμάμαι και μέσα στο όνειρο ακόμη βρίσκομαι. Από κάπου μακριά, ακούγεται το ραδιόφωνο…  «Φέρτε μου ένα μαντολίνο»..τραγουδάει η ζωή Φυτούση, Και κείνη η μουσική, τόσο όμορφα με κυριεύει, ανοίγω αργά-αργά τα μάτια μου, μου αρέσει τόσο ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο ,οι καθησυχαστικοί  πρωινοί ήχοι του σπιτιού…Χαμογελάω! Ο πατέρας μου στο διπλανό δωμάτιο έχει ξυπνήσει, θα πίνει μάλλον τον καφέ του στο τραπέζι με το πλαστικό  τραπεζομάντιλο, έχει ανοίξει το ραδιόφωνο και ακούγοντας μουσική θα ρίχνει μάλλον ζεστές ματιές στην μητέρα μου, και κείνη σαν και μένα, θα χαμογελάει και αυτή….

Την αγαπώ την Ζωή Φυτούση! Κάθε που την ακούω να τραγουδάει το μαντολίνο, ξαναβρίσκομαι σε κείνη  την πρωινή «αγκαλιά» και τόσο όμορφα νοιώθω… 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Μπουμπούνες και χιόνια!



Ο καιρός, αναποφάσιστος ανάμεσα στην βροχή το χιόνι και την λιακάδα, σήμερα μας χάλασε το έθιμο της μπουμπούνας! Δεν άναψαν οι φωτιές, αδίκως οι προετοιμασίες…
(Αυτό, στα τόσα χρόνια της ζωής μου, δεν θυμάμαι να ξαναέγινε. Χιονίζει από το πρωί ΣΥΝΕΧΩΣ!)


Για να δούμε…αυτό το χιόνι ήρθε για να μείνει;








Valentine's Day!

Disney Myspace Comments

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Η πιο μικρή και η πιο αγαπημένη μου φίλη…



Την Ξ. την γνώρισα ακριβώς δεκατέσσερα χρόνια πριν. Ήρθε στην ζωή μου σαν δροσερό αεράκι την στιγμή ακριβώς που το χρειαζόμουνα. Εγώ έβγαινα από μια μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου, κουρασμένη απογοητευμένη και αρκετά πληγωμένη. Αυτή σαν φρέσκο λουλουδάκι, γέμισε την ζωή μου άρωμα, ήλιο φως και χαμόγελο. Τι βρήκε σε μένα και στάθηκε. ποτέ μου δεν κατάλαβα. Στάθηκε όμως…Ήτανε το χέρι που με πήρε και με πήγε πιο κει, λιγάκι πιο αριστερά από τα αδιέξοδά μου και σαν την καλή νεραιδούλα του παραμυθιού με έκανε να χαμογελώ! Με τα χρόνια εξελίχθηκε σε φίλη και μάλιστα «παντός καιρού»! Παρ όλο το μικρό της ηλικίας της αποδείχτηκε πολλές φορές (τις περισσότερες) πολύ πιο ώριμη και σοφή από μένα, και οι κρίσεις της ορθές για τα όσα στην ζωή και των δυο μας συνέβησαν. Μαζί κλάψαμε γελάσαμε μαλώσαμε (ναι), αλλά τα ξαναβρήκαμε. Και τώρα εδώ δίπλα μου είναι, να μου παρηγορεί τους έρωτες και να μου γελοιοποιεί τους φόβους. Μου επιτρέπει να χαίρομαι αυτό το μικρό, τρυφερό, αξιολάτρευτο «τζιτζικωτό μου» στις καλύτερες ώρες της (μπεμπέ) του ηλικίας! Και πιστέψτε με δεν είναι καθόλου λίγο αυτό! Όσοι ξέρουνε τι εννοώ με κατανοούν πλήρως, οι υπόλοιποι μπορούν να φαντάζονται τον παράδεισο στην αγκαλιά τους…( και λίγα λέω!   :)




Η φωτογραφία με το σκόρδο, για να μην μου το ματιάξει κανένα κακό ματι! :)))



(με αφορμή τα χθεσινά της γενέθλια...)



Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Η θεία Κίτσα και ο Κλέαρχος!



Εμείς οι νεώτεροι όλοι, την αγαπούσαμε, και αποζητούσαμε πάντα την παρέα της. Και κείνη όμως νομίζω πως εμάς προτιμούσε. Έλαμπαν περιπαικτικά τα μάτια της και μια χαρούμενη πονηράδα σαν αόρατη φλόγα έπαιζε στα μάτια της. «Κοιτάξτε να δείτε»,μας έλεγε, «αυτά που σας λέω, στους άλλους δεν θα τα πείτε!» Και ήταν αυτή  η συμφωνία μαζί της κάτι «ιερό»! Ποτέ δεν καλολέγαμε στην μάνα μας τι συζητάγαμε με την θεία Κίτσα, ούτε και όταν μεγαλώσαμε αρκετά και δεν υπήρχε λόγος μυστικότητας. Οι άλλοι ενήλικες πάλι, ποτέ τους στα σοβαρά δεν την πολυέπαιρναν χωρίς να έχουνε κάτι να της καταλογίσουνε. «Είναι λίγο χαρωπή,» λέγανε και χαμογελάγανε, «μην της δίνετε και πολύ σημασία»…
Ήτανε μια όμορφη γυναίκα, όχι στην πρώτη της νεότητα ,έτσι την θυμάμαι  εγώ. Ζούσε με τα δύο της κορίτσια, και ήτανε το σπίτι τους αν και φτωχικό, ένας παράδεισος χαράς. «Θεία Κίτσα»,την ρωτάγαμε, «γιατί έδιωξες τον θείο Μήτσο;»
« Ά τον γρουσούζη!» έλεγε, «που τον θυμηθήκατε πάλι; Αφού σας τόπα, τον έδιωξα γιατί κάθε που έτρωγα, μετά το φαγητό, φούσκωνε η κοιλιά μου!» Εμείς τότε γελάγαμε με την ψυχή μας, τόσο αστείο μας φαινότανε, να φουσκώνει η κοιλιά της θείας Κίτσας σαν μπαλόνι παιδικό. Και αλήθεια ήτανε…Την άγχωνε και την στεναχωρούσε τόσο πολύ ο άντρας της ο Μήτσος, έτσι γκρινιάρης και μίζερος που ήτανε, που της είχε δημιουργήσει προβλήματα υγείας. Έτσι γνώρισε και τον Κλέαρχο, τον μεγάλο και παράνομο έρωτά της. Εμείς αυτόν ποτέ δεν τον γνωρίσαμε. Ακούγαμε μόνο το όνομά του, όταν στο φλυτζάνι μελετάγανε τα μελλούμενα με τις φίλες της. Γιατρός της ήτανε και μαζί  ψάχνανε την γιατρειά στις αδιαθεσίες της θείας Κίτσας. Ποτέ δεν έμαθα αν ήτανε και η αιτία που έδιωξε τον Μήτσο από την ζωή της. Μόλις όμως εξαφανίστηκε ο Μήτσος από την ζωή της, εξαφανίστηκαν και οι αρρώστιες της! Σαν  από θαύμα ξαφνικά η θεία Κίτσα έγιανε και ποτέ ξανά δεν ξαναπαραπονέθηκε για τίποτα. Ούτε που την ένοιαζε που ο Κλέαρχος ποτέ δικός της δεν έγινε. Κοίταζε την δουλειά της, (μοδιστρούλα ήτανε), τα παιδιά της και πάντα χαρούμενη και γελαστή, μας έλεγε τις ιστορίες και τα αστεία της.Tον Κλέαρχο πότε τον συναντούσε χαμπάρι δεν παίρναμε. Μόνο κάπου-κάπου όταν επέστρεφε από την πόλη, που για τα ψώνια της δουλειάς της πήγαινε, σαν όνειρο γεμάτα τα μάτια της ήτανε και κάτι σαν αόρατες κλωστές μακριά μας την κρατάγανε. Τότε ούτε αστεία έλεγε και ούτε χαμογέλαγε. «Είμαι κουρασμένη, αφήστε με λιγάκι ήσυχη» μας έλεγε και στην κάμαρή της μέσα κλεινότανε….
........
Πέθανε ευτυχισμένη και χαρούμενη ανάμεσα σε παιδιά και εγγόνια, ένα χιονισμένο πρωινό του Μάρτη, χωρίς να έχει καμία αγωνία για την άνοιξη που δεν είχε έρθει ακόμη…

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Η «πορτοχαμπέρω»



Γιαγιά Άννα την έλεγαν. Παιδιά, ποτέ της δεν απόκτησε και μάλλον καημό θα το είχε. Ο άντρας της ,όλη μέρα καφέδες έπινε και ρητόρευε συνεχώς Σημασία καμία δεν της έδινε, σαν να μην υπήρχε γιαυτόν. Την θυμάμαι λοιπόν, πρωί-πρωί να ανοίγει την αυλόπορτα και να μπαίνει στον κήπο μας. Έρχεται η «πορτοχαμπέρω»,άκουγα την μάνα μου να λέει. Πορτοχαμπέρω βέβαια δεν ήξερα τι σήμαινε, αργότερα έμαθα την έννοια της λέξης αυτής. Εκείνο που ήξερα πάντως ήτανε πως σαν φαινότανε, οι γυναίκες αλλάζανε συζήτηση, και τα πιο σημαντικά μυστικά που συζητούσανε, σταματάγανε να τα μελετάνε, γιατί ξέρανε πως στο επόμενο σπίτι που θα πήγαινε, «χαρτί και καλαμάρι» θα τα εξιστορούσε όλα. Η γιαγιά Άννα η καημένη, κακιά δεν ήτανε, επιπόλαια μονάχα, της ξεφεύγανε τα λόγια που άκουγε, και τάλεγε παντού, σαν να ήθελε με αυτό να γίνει σημαντική και σπουδαία, καθώς στην πολύ προσωπική της ζωή  καθόλου σπουδαία  ίσως δεν ένοιωθε  και μάλλον,  όλοι οι δικοί της (δεν ξέρω γιατί),την απορρίπτανε. Έτσι λοιπόν, κανείς την πόρτα του δεν της έκλεινε ποτέ, μα και ποτέ κανείς δεν την πολυεπιθυμούσε. Φοβότανε όλοι μην τους ξεφύγει κάτι πάνω στην κουβέντα. Εκείνη απτόητη, συνέχιζε τις επισκέψεις ολημερίς, από το πρωί ξεκινώντας, λες και έπαιρνε ζωή από τις ζωές των άλλων, γιατί δική της ζωή δεν είχε. Μόνος του μαγείρευε και μόνος του έτρωγε ο άντρας της. Η «πορτοχαμπέρω» μετέφερε τα νέα που μάθαινε από το ένα σπίτι στο άλλο, με μεγάλη ακρίβεια Λίγο αργότερα, της κολλήσανε άλλο παρατσούκλι: Πρακτορείο Ρώυτερ, την λέγανε και φτύνανε τον κόρφο τους….
…….

 …σαν πέθανε ο άντρας της και έμεινε μόνη, δεν άλλαξε καθόλου το βιολί της, και συνέχισε τα ίδια, όπως τα ήξερε. Πέθανε μόνη της μια νύχτα και οι γείτονες, γρήγορα αντιληφθήκανε  πως κάτι τρέχει, καθώς δεν εμφανίστηκε πρωί-πρωί .Την κηδέψανε χωρίς να την κλάψει κανείς ιδιαίτερα και την ξεχάσανε στα γρήγορα γιατί καθόλου μάλλον δεν τους έλειψε η γιαγιά Άννα, η επονομαζόμενη «πορτοχαμπέρω»…