Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Ανοιξιάτικη βροχή.


Πάντα ήξερε από βροχές ο Μάιος. Εκεί που ξεχνιόσουνα στον γαλάζιο του τον ουρανό και στα ωραία του χρώματα και έλεγες να συμμαχήσεις με το καλοκαίρι, νά σου τον και θύμωνε, σαν κακοξυπνημένος γέρος που δεν ευχαριστήθηκε τον μεσημεριανό του ύπνο, έπιανε και άστραφτε και βροντούσε και έριχνε μπόρες δυνατές και κεραυνούς πολλές φορές.

Στην αρχή θύμωνες· "τι κακό ειν’ ετούτο όσο πήγαινε να στρώσει ο καιρός, τι τόθελε τούτο το πισωγύρισμα;" αναρρωτιόσουνα σιωπηλά και φωναχτά μαζί θυμωμένος και συ. Πήγαινες στο παράθυρο και έβλεπες την καταιγίδα να πέφτει στο πλακόστρωτο. Μαζί της ξέπλενε όλη την σκόνη της πόλης από τα φύλλα των δέντρων, από τις στέγες και τις αυλές, από τις άσπρες πλάκες της πλατείας και απ τα λερωμένα τζάμια των αμαξιών.

 Άκουγες τον ήχο της να δυναμώνει τρόμαζες και θαύμαζες μαζί, και καθώς έπαιρνε να χαμηλώνει σιγά σιγά, έβγαινες στο μπαλκόνι να μυρίσεις την βροχή, "σιγά θα βραχείτε, μπείτε μέσα", μάλωνες στοργικά τα παιδιά που στριμώχνονταν να βγουν και αυτά έξω, μύριζε βρεγμένο χώμα κάπου μακριά έπαιρνες βαθιές ανάσες, πολύ βαθιές, τόσο ώστε να τις φυλάξεις σε μέρος μυστικό, νάχεις να θυμάσαι στις  μακρινές ώρες και στις ζεστές μέρες ενός καυτού καλοκαιριού που δεν ήτανε ποτέ μακριά.


Την άλλη μέρα η πόλη άστραφτε σαν καινούργια. Οι κόκκινες σκεπές ξεπλυμένες κάτω απ τον ήλιο, ο αέρας διάφανος, η λίμνη ήσυχη και μαργιόλα, ο ουρανός γαλάζιος με παχουλά αγγελούδια να ζωγραφίζουν άσπρα συννεφάκια και να παίζουν μαζί τους.

Ο Μάιος,  ίδιος μα και εντελώς διαφορετικός με τον χθεσινό, παίζει τώρα τάβλι με τους φίλους του στα τραπεζάκια έξω, γελάει ευχαριστημένος και στρίβει τα μουστάκια του με τούτη την ομορφιά, και κάθε που ένα αέρινο φουστάνι κάνει τις πλάκες του πεζοδρομίου να κοκκινίζουν από  κάτι σαν ανατρίχιασμα, ξαναστρίβει το μουστάκι του, χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και λέει δυνατά: "ωραία που είσαι άνοιξη με τα λουλούδια  σου όλα…"

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Μάϊος


Μόλις μπήκα στο σπίτι χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ε., φίλη πες αδερφή, "πάμε να περπατήσουμε;" ρώτησε.

Αφήσαμε τ αμάξι στην Μαυρώτισσα και πήραμε να περπατάμε. Ο ήλιος έδυε από την πίσω μεριά του βουνού και έριχνε το τελευταίο του φως στα χωριά απέναντι. Δυό τρία συννεφάκια, μικρά παιδιά, ξεχάστηκαν να παίζουν στο γαλάζιο χρώμα το ανοιξιάτικο, ξεχάστηκαν κ´ οι μάνες τους να τα φωνάξουν φλυαρώντας με τις φίλες τους, τόσο ωραία που ήταν έξω.

Ανασαίναμε και απ τα πνευμόνια μας έμπαινε μέσα η άνοιξη. Πότε πρόλαβε σε μια βδομάδα και κυρίευσε τα πάντα το πράσινο; Μύριζε υγρή η φύση, γεμάτη από εκρήξεις φυτών και φύλλων. Πηγαίναμε, σιωπηλά μεθώντας με την μυρωδιά ετούτη. Ένα πουλί μας ακολουθούσε με το κελαηδιστό του τραγούδι. Ψηλώσαμε ως εκεί πάνω και το καλησπερίσαμε, εκείνο γέλασε, πετάξαμε ψηλά γελώντας και εμείς.

Πηγαίναμε, πηγαίναμε, σωπαίναμε και σταγόνα-σταγόνα θεραπεύαμε την ψυχή μας. Γαλήνευε το μέσα μας και όλα μας χαρίζανε χάδι παιδικό. Βήμα-βήμα χορταίναμε την ομορφιά και την ευγνωμονούσαμε σιωπηλά και συγκινημένα.

Στην επιστροφή σουρούπωνε, γλυκιά ώρα και λίγο θλιμμένη, το φεγγαράκι ανέτειλε ασημένιο , η δύση πάνω απ το Μαύροβο έχυνε ρόδινο φως στον ουρανό, τα σύννεφα-στολίδια γίνανε σιέλ,  ένας αργυροπελεκάνος μάζευε τις σκιές που πέφτανε στη λίμνη και έπαιζε ατρόμητα μαζί τους.

"Τόσο σοφά και στην ώρα τους όλα, το φεγγάρι κάθε βράδυ βγαίνει στον ουρανό, ο ήλιος κάθε πρωί, ή άνοιξη κάθε άνοιξη, τόσο όμορφα..." μονολόγησε η Ε. και στέναξε ανακουφισμένα.

Όταν μπήκα στο σπίτι, έξω είχε νυχτώσει και εγώ είχα ξαναγεννηθεί. Έβγαλα το χαρτάκι απ' το ημερολόγιο και διάβασα το στιχάκι:

"Ο Μάιος μας έφτασε
εμπρός βήμα ταχύ
να τον προϋπαντήσουμε
παιδιά στην εξοχή".


Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Μια ακατέργαστη άνοιξη.





Θα πίνω καφέ και θα θυμάμαι.

Μια ηλιόλουστη πόλη που για χατίρι  μου είχε στρώσει στο χώμα καταπράσινο χαλί γεμάτο άσπρες μαργαρίτες με κίτρινη η καρδιά. Σαν τον ήλιο από πάνω, κίτρινος και αυτός.

 Η πόλη σίγουρα είχε κέφια. Με ξενάγησε στην λίμνη που έχει ένα νησάκι μέσα, καμάρωσε με τα καράβια της που πάνε κ έρχονται σ΄αυτό. Με περπάτησε στο κάστρο, πολιτεία ολάκερη κλεισμένη εκεί μέσα, νωχελική και ήρεμη, με  τα σπιτάκια και τις αυλίτσες της,  με τις ανθισμένες  κερασιές.

 Στην κορυφή του κάστρου, ακόμα κόβει βόλτες ο Αλή- πασάς και αγναντεύει από ψηλά την λίμνη παρέα με την επιθυμία  και  τις τύψεις του για την  ωραία γυναίκα, την κυρά Φροσύνη. Δίπλα του  παιδιά παίζουν ξέγνοιαστα και με δυνατές φωνές οριοθετούν  την παρουσία τους, αγνοώντας τις σκιές και τους αλαφροΐσκιωτους επισκέπτες.





Θα πίνω καφέ και θα θυμάμαι.

Ένα χωριό- στολίδι στα Τζουμέρκα, έναν φιλόξενο καφενέ που ευωδιάζει τσίπουρο, χορτόπιτα και πατάτες φούρνου, το σπίτι του Γιάννη και της Έλενας, που μοσχοβολάει άνοιξη και αγριολούλουδα, καφέ ελληνικό και τσουρέκι με κάστανο. 

Όσοι τυχεροί βρεθήκαμε εκεί, αγαπηθήκαμε μεμιάς και ποθήσαμε να γίνουμε ένα με το χωριό ή  και μεταξύ μας, έστω για λίγο και το καταφέραμε στ αλήθεια. 

Αυτές οι ώρες σίγουρα  θα μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στην εσώτερη μνήμη μας, και κάθε που μια μαργαρίτα θα μοσχοβολάει κάτω απ τον ήλιο, θα χαμογελάμε σιωπηλά και θα ανασύρουμε κουβέντες, γέλια και στιγμές, σαν θεραπευτικό ίαμα στην επαναλαμβανόμενη κούραση της καθημερινότητάς μας. 

Ο θεός της άνοιξης να μας έχει καλά...



Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Μηλίτσα που'σαι στον γκρεμό,με μήλα φορτωμένη




[ η εικόνα είναι της Μαρίας Κοκκίνου]

Ήτανε μια φορά που λέτε μια μηλιά που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Αυτή η μηλιά είχε φυτρώσει στην άκρη ενός γκρεμού, με το μισό της κορμί να είναι στην άβυσσο και το άλλο της μισό στην γή. Καθόλου δεν την ένοιαζε που την φύσαγε ο αέρας από το φαράγγι, έλεγε πως την γέμιζε δροσιά και δύναμη. Και στ’ αλήθεια, τα λουλούδια της ήτανε μεγάλα και ζωηρά, πεταλούδες και μέλισσες τρέχανε εκεί να ρουφήξουν το νέκταρ της και σαν τραγούδι έμοιαζε το ζουζούνισμά τους κάτω απ τον καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο.

‘Όπως μπορείτε να φανταστείτε, αυτή η μηλιά είχε δύο χαρακτήρες. Ο ένας της αβύσσου, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος και τολμηρός, γεννημένος για σπουδαία πράγματα. Ο άλλος, εκείνος που ακουμπούσε την σκιά του στο χωμάτινο μονοπάτι, ήταν πονόψυχος και καλωσυνάτος. Και τι δεν θάδινε να είχε μια πλούσια σαν του πλάτανου σκιά, κάθε που κάποιος διαβάτης έψαχνε να δροσίσει λίγο το κεφάλι μες στο κατακαλόκαιρο.

Μια μέρα, μια γυναίκα στάθηκε κάτω της. Ήτανε λυπημένη και κάτι σαν απελπισία σκέπαζε τα μάτια της. Η μηλιά, ήθελε πολύ να μάθει γιατί η γυναίκα πονούσε τόσο πολύ, γι’ αυτό έβαλε τα δυνατά της και γέμισε τον αέρα με ένα άρωμα που ποτέ πριν άνθρωπος δεν είχε ξαναμυρίσει.

Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι και είδε ν αστράφτουν στο φως τα πιο όμορφα κόκκινα μήλα που είχε δει ποτέ στην ζωή της. Άπλωσε το χέρι, έκοψε ένα και το δάγκωσε. Το μήλο, καθώς έφτανε στους νευρώνες της γλώσσας της, την γέμιζε με μια παράξενη γαλήνη, σαν όλη η δύναμη της φύσης να είχε συγκεντρωθεί σε τούτον τον καρπό με έναν και μοναδικό σκοπό. Να της ξεπλύνουν την ύπαρξη από όση δυστυχία κουβαλούσε. Σήκωσε τα μάτια της και ξανακοίταξε την μηλιά. Της φάνηκε πως είδε μια γυναίκα να της χαμογελάει σαν να την ήξερε χρόνια, σαν σε μιαν άλλη ζωή να ήτανε άνθρωπος κατάδικός της ή από αίμα, ή από αγάπη.

Η γυναίκα δεν δίστασε λεπτό. Δίπλα στην μηλιά έχτισε το σπιτάκι της και έμεινε για πάντα εκεί, εκεί όπου δεν χρειάζονταν λόγια για να πει κανείς «σ αγαπώ».

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Κυριακή της αποκριάς:




Μεσημέρι. Η βροχή μαστιγώνει αλύπητα το νερό της λίμνης. "Πάει η χαρά της μπουμπούνας", σκέφτομαι καθώς αποφασίζω (όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο εύκολα) να μην βγω το βράδυ στην πλατεία. Όμως είναι τόσο όμορφο το τοπίο μες στη βροχή που ξεχνάω να νοιώσω τύψεις. Τα δέντρα στην άκρη του δρόμου λυγίζουν τα ξερά κλαδιά τους μέχρι κάτω, μέσα στο νερό, λένε τα μυστικά τους στην λίμνη, λένε το τί είδανε από τα ψηλά που κατεβήκανε, μιλάνε για την μοναξιά του χειμώνα, λαχταράνε την καταπράσινη άνοιξη.
Οι αργυροπελεκάνοι έχουν μαζευτεί μέσα στο σώμα τους και φαίνεται σαν να κοιμούνται δυσαρεστημένοι. Κυριαρχεί το γκρίζο χρώμα με κάτι λάμψεις ασημένιες, είναι όμορφα και μοναχικά, ούτε ένας περιπατητής, ούτε ένα αυτοκίνητο. Η βροχή, σε τέλεια συμφωνία με την λίμνη, παίζει κονσέρτο ασύλληπτης τελειότητας μόνο για τα δικά μου μάτια, μόνο για τα δικά μου αυτιά...

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Χωρίς σωσίβια


Το σκίτσο είναι της Μαρίας Κοκκίνου



Ο άντρας της ζωής της είχε πολλά πρόσωπα. Στην αρχή είχε σγουρά σκούρα μαλλιά και γελαστά μάτια. Το βλέμμα του την ξεσήκωνε· είχε μέσα του όλη την άνοιξη και τα λουλούδια της ολάνθιστα και μυρωδάτα. Τα αστείρευτα φιλιά του έβαφαν την επιδερμίδα της κόκκινη, σαν λιβάδι με άλικες παπαρούνες της  ελληνικής άνοιξης. Έχετε ταξιδέψει στην Ελλάδα άνοιξη;

Σιγά- σιγά το πρόσωπό του άλλαξε· έγινε χλωμό και μελαγχολικό, μια σκοτεινιά που την τραβούσε και την έθελγε. Ήθελε  να γίνει δική του, να τον κάνει να την αγαπήσει, να την αγαπήσει τόσο πολύ, που να ξεχάσει την σκιά που τον συντρόφευε. Μια φορά, την κοίταξε βαθειά στα μάτια και της είπε σαν μεθυσμένος: «είσαι η θεά μου, η δική μου θεά». Εκείνη φορούσε ένα πλεχτό μπλέ φόρεμα, εκείνος φορούσε  μόνο την μορφή της.

Ύστερα ήρθαν άλλες ανάγκες, πιο γήινες και βασανιστικές. Ποιός αντιστάθηκε στο μονοπάτι της θείας επιθυμίας για να αντισταθεί και αυτή; Το μόνο που θυμάται από τότε, είναι ένα ζευγάρι χέρια στην πλάτη της και κείνη στην αγκαλιά του. Ω, τώρα που το σκέφτεται, θα μπορούσε να πεθάνει σε εκείνη την στιγμή μέσα, μόνο για τον ίλιγγο που της προξενούσαν δύο παλάμες κολλημένες στο δέρμα της κοντά στην ραχοκοκαλιά της. Και εκείνη να φεύγει,  να φεύγει φοβισμένη, σαν κυνηγημένη και σαν ορφανή.

Θυμάται και άλλα. Ένα σκουλαρίκι στο αυτί και ένα κίτρινο κοτλέ πουκάμισο. Μια μυρωδιά που της θύμιζε κάτι πολύ δικό της και που έμεινε να το μυρίσει για λίγο, χωρίς να ξέρει ακόμα πως εκείνη η μυρωδιά θα γινότανε μια μακρόχρονη πατρίδα και μια καρμική τιμωρία για την υπέροχη γυναικεία της αλαζονεία.

Άφησε για το τέλος μια φωνή, μόνο αυτή της είχε χαριστεί και για να την κερδίσει έχασε κάτι απ την δική της. Κούμπωσε στον λαιμό της το παράπονο και έγινε κόμπος, κάθε που συγκινείται και θέλει να δακρύσει, την πνίγει σαν να καταπίνει πορτοκάλι αμάσητο. 

Κάθεται τώρα στο φθινόπωρο της ζωής της και βλέπει τους έρωτές της να πετούν τριγύρω και να χορεύουν στον αέρα σαν τα ξερά φύλλα του δέντρου της ζωής της, και κείνη γαντζωμένη επάνω του να θέλει να φύγει μαζί τους και να μην μπορεί, να έχει γίνει ένα μαζί του και να κρατιέται απ τις ρίζες του και εκεί κολλημένη να μένει, σαν να φοβάται και να λαχταράει μαζί, σαν να επιθυμεί και να μετράει, χωρίς να θυμάται πως πάντα υπάρχει μια τελευταία ευκαιρία και πως το βαθύτερο μυστικό του έρωτα είναι η έλλειψη κάθε προστασίας, ένα πήδημα στο κενό χωρίς σωσίβια και αλεξίπτωτα..