Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο Λύκος μας, δεν μένει πια εδώ


[…Πρώτα από όλα αγαπώ την Αγράμπελη μια φίλη που γνώρισα πριν από δύο περίπου χρόνια μέσα στο χάος του διαδικτύου και την αγαπώ τόσο που μου είναι αδύνατο να αρνηθώ την πρότασή της να παίξω στο παιχνιδάκι με τα «10 πράγματα που αγαπώ»….]

  έγραφε στο μπλόγκ του σε ανύποπτες ευτυχισμένες στιγμές…


¨Ητανε ένας άνθρωπος Ωραίος, με καρδιά  άκακου αρνιού και με όνομα Λύκου. Αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, τα λουλούδια, την ζωή. Φλέρταρε με τον θάνατο καιρό. Έφυγε νωρίς, μα όπως του άξιζε. Πολυαγαπημένος. Στο καλό Μοναχικέ μας Λύκε…

(η φωτογραφία από δικό του άλμπουμ  στο facebook)

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Μία μικρή ιστορία για το River Party.




[ Του άρεσε να παίζει με την άκρη της ζώνης της και το έκανε συνέχεια κάθε που βρισκότανε  δίπλα-δίπλα. Έπιανε τις δύο της άκρες με τα χέρια του και κάτι την ρώταγε πάντα, κοιτώντας την  στα μάτια: ]

-Λέγε, θα πάμε απόψε στο ποτάμι που θα είναι όλη η παρέα;
-Δεν σου  έχω πει να μην με πιάνεις από την ζώνη; Με νευριάζεις, άσε με!
-Καλά, σ αφήνω, αλλά θα ’ρθεις; Πες ναι…

[ Καλοκαίρι, δυο νεαρά  παιδιά και ένα χωριό στην άκρη του θεού. Βουνό καταπράσινο, πέτρινα σπίτια και ένα ποτάμι να το σκίζει στα δύο. Το βουνό, όχι το χωριό. Ρόλος του, να  ποτίζει και να  δροσίζει. Στα επόμενα χρόνια, θα γινότανε ο πρωταγωνιστής κάθε καλοκαιριού, αλλά αυτό θα το μάθαινε πολύ αργότερα. Προς το παρόν  κυλάει το γάργαρο και κατακάθαρο νεράκι στην κοίτη του και δροσίζει κάτι πιτσιρίκια που με τα βρώμικα βρακιά τους κολυμπάνε στα ρηχά του νερά.]

-Έλα ρε Μυρτώ, πείσε την μάνα σου να πάμε θα περάσουμε όμορφα…Χθές βράδυ το κανονίσανε θα είναι όλοι  εκεί,  οι αδερφές  του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ, αυτή που φοράει το σούπερ μίνι!

-Αχ βρε Άλκη, θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν; Αφού την ξέρεις την μάνα μου… Λες να μην το θέλω, αλλά παράτα την ιδέα, δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει, ούτε καν θα το προσπαθήσω, στο λέω. Και παράτα την ζώνη μου!!!!

  [Τα κορίτσια του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ,αυτή που φοράει το σούπερ μίνι, με έναν αέρα ελευθερίας που τις συνόδευε, απόκτημα της διαμονής τους «σε άλλη γη και άλλα μέρη» θα πηγαίνανε νύχτα στο ποτάμι, έξω από το χωριό με το κασετόφωνο του Παύλου και το φως του φεγγαριού, παρέα με τα αγόρια που ξετρελαίνονταν να τις συνοδεύουν και να μυρίζουν τον αέρα που τις τριγύριζε. Θα χορεύανε ακούγοντας ροκ, ντίσκο, Μπήτλς, Έλβις, νέο κύμα; Αδιάφορο, αφού είχανε ήδη μεθύσει με την προοπτική του κρυφού ραντεβού και την  γλυκειά αγωνία της αναμονής. Οι λιγότερο τολμηροί μαζί και η Μυρτώ θα χάνανε την έξαψη του πάρτυ, γιατί έτσι γίνεται πάντα, ο πιο γενναίος λέει κερδίζει και το κορίτσι και το παιχνίδι.]


-Θα μου πεις πως περάσατε ρε χαμένο; Ή θα συνεχίσεις να χαζογελάς με αυτό το ηλίθιο ύφος;
-Ρώτα τις φίλες σου, αυτές ξέρουν!
-Θα πάτε και σήμερα; Έτσι μου είπε η Σούζυ!
-Αφού το είπε η Σούζυ…Η Τζούλυ, είπε τίποτα;
- Η γιαγιά της μου είπε το πρωΐ, πως γύρισε μισομεθυσμένη και τραγούδαγε δυνατά.
-Αχά…Τραγούδαγε έ; Ωραία! Θα έρθει άραγε και σήμερα;
-Εσύ τι λές; "Ρίβερ πάρτυ-ρίβερ πάρτυ", φώναζε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς της ξυπόλητη και με τις ελβιέλες  στα χέρια!
-Α…και δεν μου λές; Εσύ κρυφοκοίταγες λιγάκι,ή μου φαίνεται;
-Βρε άει παράτα μας! Και εσύ δεν μου λές; Τι έγινε και παράτησες την ζώνη μου έ; E;;;;;


[ Εκείνο το μακρινό καλοκαιρινό βράδυ, στις όχθες του ποταμού που πότιζε και δρόσιζε το χωριό με τα πέτρινα σπίτια και έσκιζε το καταπράσινο βουνό στα δύο, γεννήθηκε το πρώτο river party .Κανείς από τους πρωταγωνιστές τους δεν φανταζότανε την συνέχεια που θα είχε στον χρόνο το συμβάν αυτό. Μόνο το ποτάμι «χαμογελούσε» και άπλωνε ήσυχα την αγκαλιά του στους νέους, που στα επόμενα καλοκαίρια αποζητούσανε όλο και πιο συχνά την δροσερή και παρήγορη γωνιά του για να στεγάσουν εκεί την έξαψή τους και την ανάγκη τους για  γλέντι και  χορό, αποφεύγοντας την ενοχλητική επιτήρηση των ενηλίκων. Για να μετρήσει φέτος πενήντα χιλιάδες εισιτήρια, τώρα, που το πάρτυ αυτό είναι πια μια υπόθεση του κόσμου όλου…]

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Λιλιπούτεια ελευθερία.


Η μικρή φιγούρα εμφανίστηκε ξαφνικά και χώρισε στα δύο το τοπίο. Στο εδώ, που το αποτελούσε η υπαίθρια αίθουσα πρωϊνού παραθαλάσσιου ξενοδοχείου και στο εκεί, της αμμουδιάς και της θάλασσας με έναν ήλιο από πάνω τους που μόνο τον Ιούλη τις κάνει να αστράφτουν έτσι. Η μικρή ήτανε χαριτωμένη, τόσο όσο χρειαζότανε για να τραβήξει την προσοχή μου ολόκληρη. Γύρω στα τέσσερα, ξυπόλητη με κοραλί φορεματάκι μακρύ, ως την μέση της γάμπας και μαλλάκι καρέ καστανόχρυσο. Αδιάφορη ως προς τα την τραπεζαρίας τεκταινόμενα, προχώρησε χωρίς αμφιβολίες προς την άμμο κάνοντας αναγνωριστικά βήματα.. Βύθιζε τα μικρά ποδαράκια  στο χάδι της και παίζοντας με αυτόν τον τρόπο, σήκωνε μια ανάλογης ποσότητας σκόνη από το χώμα στον αέρα και όλο ξεμάκραινε προς την θάλασσα. Η απομάκρυνση αυτή, συνέβαινε με μεγάλη φυσικότητα, χωρίς καμία ένδειξη δισταγμού, τόσο που με έκανε να αναρωτηθώ αν υπήρχαν οι γονείς, ή απλά η μικρή το είχε σκάσει από την ακτίνα της επίβλεψής τους, Γύρισα το κεφάλι μου ψάχνοντας για μία ένδειξη ανησυχίας· το ζευγάρι που πιθανότατα αποτελούσε αυτούς που αναζητούσα, ήτανε βυθισμένο στην πρωϊνή-αμίλητη ησυχία του καφέ. Παρατήρησα ένα γεμάτο νεροπότηρο άσπρο γάλα που μάλλον «ξεκουραζότανε» περιμένοντας τα χεράκια με το κοραλί φόρεμα να το τιμήσουνε. Γύρισα προς την θάλασσα. Η  μικρή μου έμπνευση είχε ξεμακρύνει αρκετά και η κομψή φιγούρα της φαινότανε παράλληλα με την ακτή να πετάει σαν χελιδονάκι. Αναλογίστηκα εδώ για το αόρατο σκοινί που μας συνδέει με τους φόβους μας. Εγώ π.χ. αν ξεμακρύνω μέσα στο νερό, ρίχνω συχνά το βλέμμα μου προς την ακτή, να εντοπίσω το σημείο που έχω ακουμπήσει τα πράγματά μου και αυτό είναι ένα πράγμα που μισώ, υπόλειμμα επιρροής που έχει ασκηθεί επάνω μου από το σκοινί που λέγαμε. Η ηρωΐδα μου όμως τυχερή (ως προς την ευρεία ακτίνα προσοχής των δικών της) και ανενόχλητη, έβρεχε τώρα τα ποδαράκια της στο νερό ανασηκώνοντας το φόρεμά της με τα δυό της χέρια. «Λίλα, Λίλα, έλα εδώ» ακούστηκε ξαφνικά και δύο φίλες της, (ή  ίσως αδελφές της) εμφανίστηκαν να τρέχουν προς το μέρος της. Η Λίλα γύρισε, τις κοίταξε και χαμογέλασε συνεχίζοντας αυτό που έκανε. Χωρίς δισταγμό και φόβο με μια σίγουρη αθωότητα, τέτοια που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν να χαίρονται και να επιβάλλουν. Οι δύο νεοφερμένες την ακολούθησαν στο παιχνίδι της. Πολύ αργότερα καθώς διάβαζα στην ξαπλώστρα μου, «τολμηρό παιδί η Λίλα σας» άκουσα, «πιο τολμηρή από εκείνην εγώ, η ψυχή μου το ξέρει, μα έτσι θέλω να μεγαλώσει, να περπατάει ξυπόλητη και να πατάει με σιγουριά στο χώμα»…

Έκλεισα το βιβλίο μου και βύθισα την ματιά μου στο γαλάζιο της θάλασσας χαμένη στην σκέψη μου. Όταν  άδειασα το μυαλό μου, μια μικρή οπτασία μου μίλησε: «Με λένε Ελευθερία, όχι Λίλα» μου χαμογέλασε…

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Μια ηλιαχτίδα


Να σε ξυπνάει μια ηλιαχτίδα,τζιτζίκια εν χορώ, (ζζζζζζζζζζζ.....) και  άρωμα ακακίας...Δεν το λες και χάλια:)

(άντε, και μουχλιάσαμε εδώ:)

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

μια τυχαία στιγμή.



Τους είδα ξαφνικά καθώς περπατούσα. Και οι δύο είχαν σηκωμένο το ίδιο χέρι, το δεξί, και το κουνούσανε σε μια κίνηση αποχαιρετισμού προς το υπεραστικό λεωφορείο της πόλης μας που εκείνη την στιγμή ξεκινούσε το ταξίδι του. Τα μάτια τους είχανε ζωγραφισμένη μέσα τους μια κουρασμένη απόγνωση, κάτι σαν ήσυχο θάνατο. Ύστερα πιαστήκανε χέρι-χέρι και φύγανε αργά-αργά  προς στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ίσως και να έπαιρνε μακριά ότι πιο πολύ αγαπούσανε…

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Ένα παραμύθι


(αυτό το παραμύθι το έγραψε η φίλη της καρδιάς μου Καλλιόπη,σαν δώρο για την γιορτή μου·την ευχαριστώ και την αγαπώ...πολύ!)


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή σε όλο το Βασίλειο της Καστοριάς και το όνομά της έκρυβε την πιο σπάνια μυρωδιά, την έλεγαν Αρμπαρόριζα!Οι γονείς της την αγαπούσαν πολύ, μα ανησυχούσαν γιατί η Αρμπαρόριζα δεν έμοιαζε με τα άλλα κορίτσια, ήταν ατίθαση. Της άρεσε να είναι κάθε μέρα έξω και να παίζει στα νερά του ποταμού, να κυνηγάει κάμπιες και ελάφια και να ανακαλύπτει φωλίτσες χελιδονιών!
«Κόρη μας, -της έλεγαν οι γονείς της- έτσι όπως κάνεις, κανείς δεν θα σε θέλει για γυναίκα του! Πρέπει να μάθεις κέντημα και μαγειρική, να μάθεις με τους δασκάλους σου την Ανωτάτη Διπλωματική!»
Η Αρμπαρόριζα, όμως , δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Ήθελε να είναι κοντά στον ήλιο και να τρέχει μαζί με τα σύννεφα.
Τα χρόνια πέρασαν σα νεράκι και η μικρή Αρμπαρόριζα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά! Τα κάλλη της δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα από κανένα βασιλόπουλο στο βασίλειο, όμως κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει γιατί ήταν πολύ ελεύθερη και τη φοβόντουσαν .
«Κόρη μας  -της ξαναείπαν οι γονείς της μια μέρα- ήρθες σε ηλικία γάμου, το βασίλειό μας χρειάζεται διάδοχο, δεν γίνεται να μείνεις άλλο ανύπανδρη.»
Οι πιέσεις ήταν τόσο μεγάλες που η Αρμπαρόριζα έτρεξε στο αγαπημένο της ποτάμι και για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλλε τα κλάματα. Ένα με το γάργαρο νεράκι του ποταμού έγιναν τα δάκρυά της!
-Επ! Τι γίνεται εδώ; Ποιός με βρέχει; ακούστηκε μια φωνή.
-Ποιός μίλησε; η Αρμπαρόριζα ρώτησε τρομαγμένη.-Εγώ, ο Ποταμός! Αρκετή υγρασία έχω, γιατί με βρέχεις;  μμμ... μιαμμμ... και μάλιστα με αλμυρό νερό! Μήπως σε λένε Θάλασσα;
-Όχι, όχι! Αρμπαρόριζα με λένε! Δάκρυα πέσανε στο νεράκι σου Ποταμέ μου, κατά  λάθος! Συγγνώμη!
-Μμμμ!!! Για σκύψε λίγο να δω το προσωπάκι σου!
Η Αρμπαρόριζα έσκυψε και το πρόσωπό της καθρεφτίστηκε στα καθαρά νερά του Ποταμού.
-Ω! Ω! ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΚΟΠΕΛΑ!ΒΡΕ, ΒΡΕ,ΒΡΕ! Σε θυμάμαι, χρόνια τώρα έρχεσαι εδώ και παίζεις! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί τόσο κλάμα;
-Θέλουν να με παντρέψουν!
-Πολύ όμορφα! Δεν χαίρεσαι; Θα κάνεις παιδάκια και θα έχεις κάποιον δίπλα σου που θα σε αγαπάει!
-Δεν μπορώ να χαρώ Ποταμέ μου  γιατί δεν έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα κανέναν, δεν ξέρω τι είναι η αγάπη. Πώς θα γίνω ευτυχισμένη αν δεν αγαπήσω;
-Μα και βέβαια έχεις αγαπήσει!
-Έχω;
-Μα ναι! Αγαπάς τα λουλούδια, τα ζώα, τη φύση! Αγαπάς τα πουλάκια, το νερό μου, τα δένδρα! Αγαπάς το γέλιο και την ανεμελιά! Αγαπάς το τραγούδι και τα σύννεφα! Χρόνια σε παρακολουθώ που τρέχεις πλάι μου και χοροπηδάς μαζί με τα ελαφάκια.
-Ναι, Ποταμέ μου, με τι τρόπο να επιλέξω σύντροφο;  Οι γονείς μου θέλουν να κάνουν ένα χορό και να καλέσουν όλα τα βασιλόπουλα της Καστοριάς ,ώστε να επιλέξω σύζυγο… πώς; Αφού δεν έχω αγαπήσει κανέναν! Πώς θα ξέρω αν η επιλογή μου θα είναι σωστή;
-Αρμπαρόριζα! Συγκεντρώσου! Θα επιλέξεις ένα Σύντροφο που θα Αγαπάει τα ίδια με σένα και να είσαι σίγουρη θα γίνεις πολύ ευτυχισμένη!
- Μα κανένα βασιλόπουλο δεν με θέλει! Δεν έμαθα κέντημα και μαγειρική ,ούτε Διπλωματική!
-Τότε να είσαι σίγουρη ότι θα επιλέξεις ακόμη πιο σωστά!!!
Είπε ο Ποταμός και χάθηκε στα γάργαρα νερά του!

Το παλάτι λουζόταν από φως. Οι μάγειρες και οι μαγείρισσες είχαν γεμίσει τα τραπέζια με τα πιο πλούσια φαγητά: Πάπιες ψητές με σάλτσα πορτοκάλι, αγριογούρουνα με δαμάσκηνα, μήλα με κανέλλα, πατέ σολωμού, εστραγκόν με μύδια, πουρές από καρότα, πέστροφες με μαγιονέζα, ελάφια, γαλοπούλες, στρουθοκάμηλοι και κοτόπουλα, κρασί κόκκινο και άσπρο από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες και φρούτα όλων των ειδών και εποχών!
Όλος ο καλός κόσμος είχε δώσει το παρόν και δοκίμαζε τα πλούσια εδέσματα. Η Αρμπαρόριζα ,όμως, ήταν πολύ θλιμμένη. Παρατηρούσε τα βασιλόπουλα να κοιτάζουν τα φαγητά και να χαριεντίζονται με τις κυρίες των τιμών. Κανένα βασιλόπουλο δεν της άρεσε, και η θλίψη της γινόταν ακόμη πιο μεγάλη, όσο πλησίαζε η ώρα για τον χορό.
«Κόρη μας, -είπαν οι γονείς της- σε λίγο πρέπει να ανοίξεις το χορό! Πρέπει να διαλέξεις!»
Η Αρμπαρόριζα σηκώθηκε απότομα όρθια και φώναξε στην γεμάτη από κόσμο αίθουσα:
-ΟΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΜΟΥ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΣ ΜΟΥ!!!
ΕΧΕΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!
Η μητέρα της στο άκουσμα της παράξενης απαίτησης λιποθύμησε και ο βασιλιάς πατέρας της σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, απελπισμένος!
Η αίθουσα άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει, όπως είχαν και τα πιάτα γίνει καθρέπτης από τις τόσες ακρίδες στο παλάτι!
Κανείς δεν ήθελε την Αρμπαρόριζα για γυναίκα του και ψίθυροι ακουγόντουσαν ότι σίγουρα πάσχει από μια σπάνια ασθένεια…
Σχεδόν είχε αδειάσει η μεγάλη σάλα, όταν ξαφνικά ένα παλικάρι ακούστηκε να λέει:
-Βασιλοπούλα μου, τα μαλλιά σου είναι τα πιο όμορφα που υπάρχουν και γνωρίζω ένα λουλούδι που φυτρώνει σε κάθε αυλή και μπαλκόνι και έχει το δικό σου άρωμα, μα αν το κόψω θα χάσει την ομορφιά του. Μπορώ όμως να στο δείξω!
-Ωραία! πού είναι;
-Κάτω από το μπαλκόνι σου! Είναι ένα πράσινο φυτό που βγάζει όμορφα λιλά λουλουδάκια και κάθε που το ποτίζω ένα υπέροχο άρωμα αναδεύεται στην ατμόσφαιρα και τραγουδάει με τα μαλλιά σου!
Η βασιλοπούλα έτρεξε αμέσως να το δει. Κούνησε λίγο τα πράσινα φύλλα του και ένα υπέροχο άρωμα ελευθερώθηκε!
-Μα ποιό βασιλόπουλο είσαι εσύ;  ρώτησε η Αρμπαρόριζα το παλικάρι.
-Είμαι ο κηπουρός σας!             
Η Αρμπαρόριζα τον κοίταξε γεμάτη αγάπη και θυμήθηκε τα λόγια του Ποταμού.
-Θέλεις να χορέψουμε;
Ο κηπουρός της άγγιξε το χέρι και πήγαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν το πιο μελωδικό βαλς, και οι δυο νέοι έλαμπαν από ευτυχία! Οι γονείς της Αρμπαρόριζας αγκαλιασμένοι τους κοίταζαν με ικανοποίηση.
Στο γάμο τους παντού υπήρχαν ανθάκια του αρωματικού φυτού, που πήρε το όνομα της βασιλοπούλας και από τότε όλοι το έλεγαν Αρμπαρόριζα!
Η βασιλοπούλα, μάλιστα, για να ευχαριστήσει τον Ποταμό πήγε πολλές ρίζες αρμπαρόριζας και τις φύτεψε στην όχθη του!
Ο κηπουρός τη φρόντιζε σαν τα μάτια του τη βασιλοπούλα και έτσι ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑ!
Όλα αυτά έγιναν μια φορά κι ένα καιρό…

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Της Ζωής.


Εκείνα τα χρόνια που η άνοιξη ήταν  άνοιξη και όλες οι εποχές στην θέση τους, μια τέτοια μέρα σαν την σημερινή που γιορτάζεται η Zωή, (καθόλου τυχαία μέσα στην καρδιά της άνοιξης), γινότανε σε ένα διπλανό χωριό ένα πανηγύρι. Γέμιζε το μονοπάτι της χαράδρας που οδηγούσε εκεί, χρώματα από κοριτσίστικα φουστάνια, (ανακατεμένα με το λαδί των νιόφυτρων φυλλωμάτων), και φωνές ανακατεμένες με γελάκια, που ανέβαιναν ψηλά και χάιδευαν τον ασπρογάλαζο ουρανό. Σαν φτάνανε, στρώνανε οι γυναίκες χάμω τις κουρελούδες και ακουμπούσανε πάνω τους τα καλάθια που είχανε μέσα το φαγί και το πιοτί. Στις πιο μερακλίδικες παρέες είχε ανατεθεί ο ρόλος του να φροντίσουνε για την μουσική· παραδίπλα τους, είχανε τους γύφτους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, με τα κλαρίνα, τα νταούλια και το ακορντεόν και περιμένανε να τελειώσει η λειτουργία. Γύρω τους μαζευότανε κόσμος πολύς· ανυπόμονα περιμένανε την ώρα που το μερμήγκιασμα της σπονδυλικής στήλης θα διέταζε τον χορό...




Τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια, θέλοντας να απομακρυνθούνε  λιγάκι από την αρχέγονη επιτήρηση, κατεβαίνανε το μονοπάτι που οδηγούσε στον καταρράχτη και στην μικρή εκκλησία στην άκρη του γκρεμού. Χαιδεύανε οι άκρες των φουστανιών τις μαργαρίτες, και τα χαμηλωμένα ματοτσίνορα, τα δήθεν άφοβα μάτια των αγοριών που χλωμά από επιθυμία ακολουθούσαν τις διαταγές της σάρκας τους. Σε τέτοιους τόπους τότε συναντιόντουσαν οι νέοι με τον έρωτα, εκεί και με τα ανταμωμένα βλέμματα, αγαπούσαν ποθούσαν και μεθούσαν την ηδονή της επιθυμίας. Σαν έπεφτε το σούρουπο και όλα τελειώνανε, σιγά-σιγά συνέρχονταν οι άνθρωποι και όσοι είχανε κοινωνήσει με τον χορό, κουρασμένοι παίρνανε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με όλους τους άλλους, ακόμη και  με εκείνους που αυτό το πανηγύρι δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ….

(Το πανηγύρι της Τσούκας)