Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Ο όρκος του Ιπποκράτη.


Το στιγμιότυπο που ακολουθεί, έλαβε μέρος στο παιδιατρικό τμήμα  επαρχιακού νοσοκομείου, την Πέμπτη 16/6/11.Αν θυμάστε, την ημέρα εκείνη, «καιγότανε» η πλατεία Συντάγματος  από τα ασφυξιογόνα του μεσοπρόθεσμου και οι συνειδήσεις του κόσμου από την διάχυτη διαφθορά. Το τρίχρονο   κοριτσάκι- ασθενής, έχει ψηθεί στον πυρετό, (ο οποίος συνοδεύεται  από σπασμούς ), τις προηγούμενες 4 μέρες. Η εκτίμηση του παιδίατρου που το παρακολουθεί πως πρόκειται για ίωση, δεν πείθει πια την τρομοκρατημένη μητέρα, και την κάνει να τρέξει στο νοσοκομείο  φανερά ταραγμένη. Η εφημερεύουσα γιατρός τους υποδέχεται με μεγάλη δυσαρέσκεια, ( άγνωστο γιατί, ίσως να πλησιάζει η ώρα που θα σχολάσει).  Η νοσηλεύτρια, παίρνει την θερμοκρασία του παιδιού, 38,5… ανακοινώνει αμήχανα. Η παιδίατρος, χωρίς να μετακινηθεί από την καρέκλα του γραφείου της, αποφασίζει στα γρήγορα πως το περιστατικό δεν είναι επείγον.
-        Μα το παιδί μου ψήνεται στον πυρετό, είναι δυνατόν να μας διώξετε, δεν ξέρω τι να κάνω!
-        Κυρία μου, το πρωί δεν το είδε ο παιδίατρός σας; Έ, αφού το είδε, δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν είναι  πια και τόσο υψηλός ο πυρετός…
-        Μα σας λέω…έχει πάρει πονστάν πριν μια ώρα, γι’ αυτό δεν είναι 40 και κάτι, όπως συνέβη την Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη… τι μου λέτε τώρα;
-        Εγώ, ΔΕΝ κρίνω επείγον αυτό το περιστατικό, να πάτε σπίτι σας!!
-        Μα…τι να κάνω σπίτι μου; Το παιδί μου, ΔΕΝ  είναι καλά σας λέω, τι μου λέτε τώρα;
-        Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με το παραμικρό, εδώ είναι νοσοκομείο, να φύγετε, να πάτε στον γιατρό σας και νάρθετε αύριο το πρωί.!
-        Μα….να είμαστε και λίγο άνθρωποι…Στ’ αλήθεια θα μας διώξετε, είσαστε καλά; (εδώ ανεβαίνει ο τόνος της φωνής). Θέλω να μου δώσετε εγγράφως αυτό που μου λέτε! Με το όνομα και την υπογραφή σας...

Η γιατρός, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, γράφει και υπογράφει την εξής ιατρική γνωμάτευση:

16/6/11, ώρα 21:20
«Το πρωί, το είδε ο παιδίατρός του και προσήλθε το απόγευμα για επανεξέταση χωρίς  συμπτώματα. Συνεστήθη να προσέλθει αύριο για κλινική και εργαστηριακή εξέταση την επόμενη ημέρα, πρωινή ώρα.

(ακολουθεί σφραγίδα & υπογραφή)

………………………..

Το παιδί επανήλθε στο νοσοκομείο αργότερα μέσα στην νύχτα, και εισήχθη (από άλλον εφημερεύοντα γιατρό), ως επείγον περιστατικό με  οξεία λοίμωξη.  Τις επόμενες ημέρες διαπιστώθηκε πυελονεφρίτιδα και ουρολοίμωξη και νοσηλεύτηκε για έξη ημέρες. Τα σχόλια ,δικά σας…

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Στην παιδική χαρά



Διαβάζω το βιβλίο μου. Είμαι στην παιδική χαρά, και διαβάζω το βιβλίο μου. Κάπου-κάπου ρίχνω μια ματιά στην μικρή  που παίζει ήσυχα με τα χώματα. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι,  μπερδεμένα πράγματα κυκλοφορούν στο μυαλό μου. Μια κοιτάζω τον ορίζοντα, εκεί στην άκρη της λίμνης, μια την σελίδα του βιβλίου με τον μελαγχολικό ήρωά του, και μια μέσα στο μυαλό μου, όπου επίσης σκούρα πράγματα κυκλοφορούν. Απόγευμα Σαββάτου, «λίγα τα παιδάκια που βγήκαν για παιχνίδι», λέω μέσα μου. «Καλύτερα έτσι ,είναι πιο ήσυχα», παρηγοριέμαι. Ξανά-σκύβω στις σελίδες του. Φυσάει ένα αεράκι, όσο χρειάζεται απαλό, για να μην ενοχλεί την στιγμή. Από το βουνό έρχεται, και κάνει την λίμνη να έχει ένα κυματισμό, τόσο απαλό, που μοιάζει με ύφασμα μεταξωτό, ριγμένο στο πάτωμα. Προσπαθώ να θυμηθώ την λέξη,... «φρικίασμα», ναι, σαν ρίγος από πυρετό, αυτή είναι η λέξη που ταιριάζει. Ένα κορίτσι, ανόρεχτα κουνιέται στην μεγάλη κούνια. Πιο πολύ σκέφτεται, παρά το διασκεδάζει. Ο επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ήχος της αλυσίδας,  μπερδεύεται με το αεράκι που φυσάει στο φύλλωμα των δέντρων,  και τον ήχο του νερού. Τι να σκέφτεται ένα  έφηβο κορίτσι στην μετά-μεσοπρόθεσμο- εποχή, αναρωτιέμαι. Η δική μου συντροφιά, ευτυχώς, μόνο χαμογελάει. Έχει γίνει σχεδόν ένα με τα χώματα, «θα μας σκοτώσει η μάνα σου», σςςςςς… μου κάνει νόημα συνωμοτικά, με το δάχτυλο στο στόμα, «δεν θα της το πούμε»,… χαμογελάω και εγώ, ξέρει και ξέρω, ένα παιχνίδι ευτυχίας παίζουμε, ευτυχώς αληθινό, δεν υπάρχουν μυστικά, αγάπη μόνο και αυτή ίσως  μας σώσει…

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Τα όνειρα μας κρατάνε ξύπνιους;



Κοίταξε χαμογελαστά στα μάτια τον εγγονό της. «Να τα εκατοστήσεις αγόρι μου», του ευχήθηκε και προσπάθησε να κρύψει την σκιά που σκοτείνιασε  τα μάτια της. Για πρώτη φορά στην ζωή της ανησυχούσε για το μέλλον, και ας προσπαθούσε να μην το δείχνει. Έχει ζήσει στο πετσί της την ιστορία του τόπου. Πόλεμος, φτώχεια, πείνα, θάνατος. Όλα τα θυμάται, όχι σαν όνειρο, μα σαν μια πραγματικότητα που  στα ογδόντα χρόνια αναμνήσεων, σχεδόν κάθε μέρα εύχεται να μην τα ξαναζήσει άνθρωπος. Η νέα πραγματικότητα την ξεπερνάει. Δεν μπορεί να την καταλάβει μα ούτε και να την αναλύσει. Σωπαίνει και ακούει. Κυρίως σωπαίνει. Αυτή που τόσα χρόνια συμβουλεύει, τώρα δεν ξέρει τι να πει. Αν μίλαγε θα έλεγε  για το πώς εκείνοι, δύσκολα, πολύ δύσκολα και σκαλί σκαλί, ξεπεράσανε την φτώχεια και όπως λέει και το παραμύθι «ζήσανε αυτοί καλά, και…»  και εδώ, σταματάει… Θέλει να μιλήσει για την ελπίδα, θέλει να μιλήσει και για το όνειρο, τα ξέρει καλά εκείνη, με αυτά αναστήθηκε η γενιά της . Μα λέξη δεν βγαίνει από τα σφιχτά χείλη της σαν κάτι να την κρατάει βουβή και εντελώς, μα εντελώς αιχμάλωτη…

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Ένα λουλούδι μες στη βροχή.

Η ώρα κόντευε τέσσερις όταν έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, έδεσε την ζώνη ασφαλείας, έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε. Ο ήλιος σε μεγάλα κέφια, χάριζε μια ιερή λαμπρότητα στην μέρα και από ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε πρόσωπο που συνάντησε. Χαμογελούσε και εκείνη στην σκέψη πως σε λίγη ώρα θα έπινε το καφεδάκι της στον κήπο του πατρικού της δίπλα στο ποτάμι, με τα ανθισμένα λουλούδια και τον ήχο του νερού να σιγομουρμουρίζει. Η φύση, πάντα της ξεκούραζε το μυαλό και ψυχή, σαν να τα άδειαζε λες από κάθε  άχρηστο σκουπίδι που συσσωρευόταν εκεί  καθώς οι  μέρες που προηγούνταν του Σαββατοκύριακου φρόντιζαν με ενορχηστρωμένο σχεδόν τρόπο, να της δυσκολεύουν την καθημερινότητα. Στο σιντι-πλέϊερ, η φωνή του Μάλαμα ακούστηκε να τραγουδά τον στίχο, «τον εαυτό σου δεν θα βρεις-μέσα στον κόσμο αν δεν χαθείς». Αναλογίστηκε το δικό της μερίδιο στο «χάσιμο μες στον κόσμο» πήγε να σκοτεινιάσει, μα στα γρήγορα παράτησε αυτή την σκέψη και την πέταξε στα «σκουπίδια». Βοήθησαν σε αυτό και οι κατακόκκινες παπαρούνες που βάζανε φωτιά σε ένα απέραντο καταπράσινο φόντο. «Τόσο όμορφα, ώ πόσο όμορφα είναι…» αναλογίστηκε ενώ ένοιωθε σχεδόν ευδαιμονία. Έπιασε τον εαυτό της να ανυπομονεί να φτάσει και τότε, εντελώς ξαφνικά, ο ουρανός ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Σκούρα σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα. Πάτησε γκάζι. «Ας μην βρέξει τουλάχιστον», ευχήθηκε μέσα της καθώς πάρκαρε το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο ξύλινο παγκάκι. Κατέβηκε, και με όλες της τις αισθήσεις σε εγρήγορση, ανέπνευσε βαθιά. Μύρισε δέντρα, νερό, χώμα και άρωμα λουλουδιών. Αναγνώρισε αυτό της πασχαλιάς καθώς άνοιγε την ξύλινη αυλόπορτα. Οι πρώτες  χοντρές σταγόνες της βροχής της χτυπήσανε βίαια και απότομα το πρόσωπο και σχεδόν την τρομάξανε. Με την άκρη του ματιού της πρόλαβε να δει το ορθάνοιχτο ροζ τριαντάφυλλο στην άκρη της αυλής όταν με βιαστικά βήματα, περίπου τρέχοντας, διέσχισε την πλακόστρωτη αυλή. «Θα το φωτογραφίσω οπωσδήποτε, βρεγμένο ή όχι»…χαμογέλασε…

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Μερικά σώματα είναι σαν τα λουλούδια.



Μερικά σώματα είναι σαν λουλούδια
άλλα, σαν μαχαίρια
άλλα, σαν λωρίδες νερού
όλα όμως, αργά ή γρήγορα
θα γίνουν πληγές από βαθιά εγκαύματα
που σε άλλο σώμα θα απλώνονται
μεταμορφώνοντας με την φωτιά
μια πέτρα, σε άνθρωπο.

Ο άνθρωπος όμως  ταραγμένος ξεκινά
προς όλες τις κατευθύνσεις.
ονειρεύεται ελευθερίες, μάχεται τον άνεμο
μέχρι που μια μέρα η πληγή επουλώνεται
και γίνεται πάλι πέτρα
στο δρόμο κανενός.

Εγώ, που δεν είμαι πέτρα, αλλά δρόμος
όπου περνούν πόδια γυμνά
για όλους εκείνους πεθαίνω από αγάπη
τους δίνω το σώμα μου για να πηγαίνουν
κι ας τους βγάλει σε σύννεφα ή φιλοδοξίες
χωρίς κανείς τους να καταλαβαίνει
ότι ούτε οι φιλοδοξίες ούτε τα σύννεφα
αξίζουν μια παραδομένη αγάπη.

(Λουΐς Θερνούδα, μετάφραση Λένα Καλλέργη)