Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Βροχή από λέξεις




 Με τις πρώτες σταγόνες της βροχής αφυπνίστηκε μέσα μου η επιθυμία. Να γράψω μια όμορφη ιστορία για έναν διαγωνισμό διηγήματος που θα εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένες λέξεις. Μακάρι να μπορούσα, να είχα το ταλέντο να βάλω τις λέξεις να τρέχουνε η μία πίσω από την άλλη, σκασμένες στα γέλια από την εντύπωση που θα προκαλούσαν σε όσους θα τις διάβαζαν. Θα γέμιζα τις σελίδες του word με την γραμματοσειρά που αγαπώ και μετά θα καθόμουν να τις καμαρώσω λιγάκι, σαν μάνα που στέλνει το παιδί της για πρώτη φορά στο σχολείο.

 Μα ξέρω πως είναι δύσκολο πολύ. Μόνο να, σαν είδα την λέξη χελιδόνι, θυμήθηκα εκείνη την άνοιξη. Τότε που βρήκα στο μπαλκόνι μας να κείτεται χάμω μια χαλασμένη χελιδονοφωλιά, με τα μικρά χελιδονάκια της να έχουν βγει πρόωρα και βίαια  από το σπασμένο αυγό τους. Ανοιγοκλείνανε το στόμα τους σαν να ζητούσανε, χωρίς φωνή, βοήθεια. Θυμάσαι; Σου είπα πως τα έπιασα απαλά με το άσπρο μου μαντήλι, εκείνο που είχε στην άκρη του κεντημένη μια ολοκόκκινη πασχαλίτσα. Με κομμένη την ανάσα ανέβηκα στην πτυσσόμενη σκάλα και προσπάθησα να τα βάλω στα υπολείμματα της φωλιάς τους. Νομίζω πως τα κατάφερα, γιατί αργότερα έβλεπα τρία  χελιδονάκια να βγάζουν το κεφάλι τους στο στόμιο της διορθωμένης εισόδου και να τρώνε τροφή από το στόμα των γονιών τους. 

 Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και η νοσταλγία της θάλασσας μας μαγνήτισε και μας άλλαξε τις ρότες από τις ανάλαφρες ευαισθησίες της άνοιξης. Τις μετέτρεψε σε κάτι πιο γήινο, κάτι που για να ικανοποιηθεί γύρευε πιο απτές αποδείξεις. Ήλιο, έρωτα, αέρα, ουρανό. Ξέχασα την χελιδονοφωλιά και τους μικρούς της ένοικους.  Πολλά χρόνια αργότερα, όταν  πια έμεινα μόνη και  η απουσία σου, δεν είχε την δύναμη να με πληγώνει όσο η παρουσία σου, θα διαπίστωνα με όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη πως σε αυτό το μπαλκόνι χελιδονοφωλιά δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Ίσως τα πτηνά να έχουν μία έκτη αίσθηση που τα προειδοποιεί για αρμονικές οικογενειακές σχέσεις και εκεί προτιμούν να στεγάσουν το προσωρινό τους κατάλυμα. 

 Νομίζω πως σου γράφω ένα γράμμα. Εσένα, που όταν γύρισα την πλάτη μου στην κοινή μας ζωή, δεν σε ξανασκέφτηκα ποτέ. Λες και έκλεισα μέσα σε ένα κουτί, όλα όσα ζήσαμε μαζί και τα έθαψα εκεί, σκεπασμένα όχι με χώμα όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, μα με άμμο της θάλασσας, ίσως για να επιτρέπεται ένα κάποιο ίχνος αναπνοής.  Και τώρα που φαίνεται πως κάποιο  ρολόι  ξεχασμένο σήμανε την ώρα σου, τώρα που έξω βρέχει και φυσάει ένας αέρας  αναζωογονητικός, την στιγμή ακριβώς που εγώ αποφάσισα να γράψω  δυο τρεις λέξεις με αφορμή τα χελιδόνια, πετάγεσαι από το πουθενά σαν απαίτηση και με βάζεις να σου γράψω αυτό το γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσεις.

 Η μοναξιά, ξέρεις, έχει τόση ησυχία, που ώρες-ώρες από λυτρωτική καταντάει ανυπόφορη. Χίλιοι διαβόλοι τριβελίζουν το μυαλό και το κάνουν να χορεύει επικίνδυνα. Όσο χλιαρό γάλα και να πιω  για να χαλαρώσω, καταπώς με συμβουλεύουνε οι γνωστικοί, πάντα θα έρχεται μια ξαφνική σου ανάμνηση, ανακατεμένη με  ένα άρωμα από εκείνο το τριαντάφυλλο που περιέργως, εσένα του κυνικού, σου άρεσε να σκύβεις και να το μυρίζεις στον κήπο της γιαγιάς  και θα με κάνει να λυγίζω από την τρυφερότητα εκείνης της στιγμής.

 Σκίζω το γράμμα, καθώς η νύχτα γαληνεύει, μαζί με το μυαλό μου. Ξέρω πως το επόμενο πρωΐ  τίποτα πια δεν θα θυμάμαι, όλα θα τα έχει σβήσει η βροχή και η καινούργια μου ζωή, απαιτητικά και εκείνη θα διεκδικεί επίμονα  τα δικαιώματά της.


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Δύο γυναίκες




Το μαύρο μαντήλι η γιαγιά Ευτέρπη το πρώτο-έδεσε στο κεφάλι στα  δεκάξι της. Τόσο ήτανε όταν της φέρανε το μαντάτο πως ο αδερφός της σκοτώθηκε στο βουνό, πολεμώντας  στον πόλεμο τον άδικο, όπου ο αδερφός σκότωνε τον αδερφό. Έκλαψε όλο το κλάμα της ζωής της τότε με τούτον τον πόνο τον αβάσταχτο και τα μπλε   μάτια της ξεθώριασαν και γίνηκαν ένα χρώμα θολό σταχτί.

Σαν φόρεσε τα μαύρα, (αυτή και όλο το χωριό, χωριό που κάθε σπίτι είχε και από έναν σκοτωμένο), τα χείλη της σμίξανε σε μια στενή γραμμή. Δεν ξανά-έκλαψε ποτέ, ούτε και ξανά-χάρηκε. Στο γάμο της κόρης της μαύρα φορούσε και αγέλαστη ήτανε λες και την κήδευε.

 Όταν πέθανε ο άντρας της, (έπεσε νεκρός χορεύοντας πρώτος τον χορό), έσφιξε  τα χείλη της και έβρασε σιτάρι για την ψυχή του χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ. Τα ίδια έκανε και όταν της φέρανε το μαντάτο πως η κόρη της η ξενιτεμένη πέθανε χτυπημένη από εγκεφαλικό στα σαράντα τρία της χρόνια.

Έκτοτε περιμένει. Στην αυλή της περιμένει, με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και τα αγέλαστα χείλη. Περιμένει  με εγκαρτέρηση τον Χάρο και εκείνος, σαν άπονος άπιστος  αργεί να την θυμηθεί και να γυρίσει….



*********





 Η θεία Θέκλα έχασε μέσα σε έναν χειμώνα μάνα και τρία αδέρφια. Οκτώ χρονών ορφάνεψε και με έναν πατέρα χαμένο στην ξενιτιά της μεταπολεμικής Ελλάδας, έμεινε μόνη να μεγαλώνει στο χωριό, με δύο αδιάφορες θειάδες να κανονίζουν την μικρή ζωούλα της. Ντύθηκε στα  μαύρα, τον καιρό που έπρεπε να φοράει το κίτρινο του ήλιου και το πράσινο της άνοιξης, και τα σιχάθηκε βαθειά.  Τα μαύρα ρούχα  τα σιχάθηκε και το πένθος το μίσησε.

 Σαν παντρεύτηκε ορκίστηκε να μην πάθει ποτέ κακό και να μεγαλώσει εκείνη τα παιδιά της. Έτσι και έκανε. Το σπίτι της το γέμισε παιδιά και τον κήπο της λουλούδια. Μέλισσες ζουζούνιζαν στην αυλή και μέλι χρυσαφί κερνιούνταν οι  επισκέπτες  της.

 Τα παιδιά της  έμαθαν να γελάνε και να είναι γενναιόδωρα, ο ευτυχισμένος άντρας της την κοίταζε στα μάτια και πλήθαινε με τα μπερεκέτια της δουλειάς του τα υπάρχοντα του σπιτιού και η θειά η Θέκλα συνέχεια γελούσε  και κερνούσε την αγάπη της σ' όποιον την είχε χρειαζούμενη.

 Ακόμα και τώρα, στα ογδόντα πέντε της χρόνια, συνεχίζει να γελάει. «Εμείς στο σπίτι μας πάντα γελάμε», λέει και είναι σίγουρη πως έτσι ξορκίζει το κακό και πως εκείνο μη βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος θα προσπεράσει και θα φύγει.

 Η γυναίκα που δεν φοβήθηκε την ευτυχία, ζει ευτυχισμένα ανάμεσα σε άντρα-παιδιά και εγγόνια, παρά την ηλικία της  κάθε Κυριακή μαγειρεύει  και τους φιλεύει αγαπώντας τους, και κάθε καλοκαίρι ζωντανεύει τον μπαχτσέ του σπιτιού της φυτεύοντας λουλούδια και αποκτώντας  συνεχώς την καλύτερη επαφή με τα συναισθήματά της διδάσκει στους άλλους την χαρά της ζωής και την αγάπη…

(Σημ: Για το διϊστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της  γυναίκας.
Οι φωτογραφίες είναι της Βούλας Παπαϊωάννου.)



συμμετέχουν με τίτλους:
κόκκινο τριαντάφυλλο











Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Ο καθρέφτης



   



Είναι η ζωή που βλέπουμε
να φεύγει πίσω μας
μέσα σ' αυτόν τον καθρέφτη
και μερικές σιλουέτες
που όλο μικραίνουν
για να σβηστούν τελείως
στην επόμενη στροφή.
 
Μένουν άραγε εκεί πίσω
ή χάνονται για πάντα;


(Θοδωρής Βουτσάς)

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Βάτραχος ή πρίγκηπας;



Ξαφνικά, μου λείπεις. Δεν ξέρω τι στο καλό  μου συμβαίνει και κάθε φορά μετανιώνω. Που σε ξέχασα. Που δεν μου λείπεις αβάσταχτα. Που μπορώ και "παίζω και γελάω" χωρίς αυτόν τον λυγμό στον λαιμό μου, εκεί, στο σημείο που ο γιατρός  μου εξετάζει τον θυροειδή αδένα. Και εκεί που λέω: «σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ», τσούπ!... Ξεπετιέται μια ανάμνηση τόοοση… Όπως τότε, που τρώγαμε μαζί τον κουραμπιέ και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια για το ποιος θα πρώτο-αρπάξει το κομμάτι με τα αμύγδαλα. Σου σκούπιζα την άχνη από την μύτη σου θυμάμαι με το δάχτυλό μου και χανόμουνα μέσα στα μάτια σου. Τα μαύρα. Τα πιο όμορφα του κόσμου. Με το πιο πονηρό χαμόγελο που μπορούν  να χαμογελάσουν ανθρώπου μάτια. Τα δικά σου τα μάτια. Και εκεί χάνομαι για λίγο και παίζω με τις αμφιβολίες μου. Τις βάζω να τρέχουνε γύρω –γύρω στο δωμάτιο και τις αξιολογώ σύμφωνα με το χρώμα που φοράνε. Αν είναι πιο πολλές οι κόκκινες, ή μήπως πιο πολλές οι σμαραγδί. Αυτά κάνω. Μην θαρρείς πως ξαφνικά σοβάρεψα.  Δεν αλλάζει κανείς, στο ξαναλέω. Ούτε θαύματα γίνονται. Μόνο που να, όταν κάνουμε παρέα οι δυό μας, σαν να διώχνουμε τους φόβους μας. Στην καλύτερη, με τις οι φωνές μας.  Στην χειρότερη,   με τις  πρασινοκόκκινες  λάμψεις  μας…

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Μαγικές στιγμές,ελεύθερης ευτυχίας



Αν καθίσω να σκεφτώ, θα θυμηθώ με μεγάλη ευκρίνεια πως η πρώτη μεγάλης ευχαρίστησης στιγμή  εσωτερικής ελευθερίας, μου χαρίστηκε  στις Σπέτσες. Ήτανε καλοκαίρι του 90 θαρρώ και βρισκόμουνα στο νησί σε ταξίδι καλοκαιρινών διακοπών. Εκείνο το πρωϊνό ξύπνησα με μια επιτακτική διάθεση να δραπετεύσω και αθόρυβα, για να μην ξυπνήσω την Άννα, φίλη που μαζί μοιραζόμασταν δωμάτιο και συντροφιά, πήρα από το τραπεζάκι  δίπλα στο παράθυρο ένα κόκκινο μήλο και βγήκα έξω.

 Ο ήλιος και ο ουρανός του πρωϊνού με αρπάξανε από το χέρι και με προστάξανε να περπατήσω σε δρομάκια του νησιού που δεν ήξερα που θα με βγάλουνε. Δάγκωνα το μήλο θυμάμαι και βάδιζα σαν να βρισκόμουνα σε όνειρο. Το πράσινο των δέντρων, σε αντίθεση με τα κατάλευκα σπίτια και τα μπλε παράθυρα, μου μεθούσανε τα μάτια και μου ενεργοποιούσανε όλες μου τις αισθήσεις. Μια ζεστή χαρά κυκλοφορούσε μαζί με το αίμα μου στις αρτηρίες.

 Σιγοτραγουδώντας χάθηκα σε έναν περίπατο χωρίς προορισμό και χωρίς χάρτη. Ταρσανάδες και ψαράδες, τζιτζίκια και ζέστη, ήλιος και θάλασσα, ουρανός και ελευθερία. Όταν κάθισα σε έναν βράχο  απέναντι  στο πέλαγος ένοιωθα να αιωρούμαι έξω από το σώμα μου και είχα μια επιτακτική ανάγκη να προσευχηθώ στον δημιουργό μου. Ώρες μετά, επέστρεψα στην πανσιόν σαν ξαναγεννημένη, ανεξήγητα ευτυχής και με μια διάθεση να ξαναφτιάξω τον κόσμο μου από την αρχή.

Χρόνια μετά, σε αυτή την ανάμνηση καταφεύγω νοερά, κάθε που θέλω να ενεργοποιήσω την δυνατότητα (που ο καθένας μας διαθέτει) της αυτοΐασης της ψυχικής μου διάθεσης. Ενίοτε το καταφέρνω κιόλας…

( Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε μια καινούρια μικρή μου φίλη, που κατάφερε να με ξεμπλοκάρει και με ανάγκασε όμορφα να καθήσω να ξαναγράψω εδώ.Και η φωτογραφία, δική της επίσης. Την ευχαριστώ.)

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Φθινόπωρο.


[.........]


Θα βρέχει τώρα και στο χωριό. Η βροχή θα μαστιγώνει τις πλάκες της αυλής και τα κεραμίδια. Το φρέσκο-σκαμμένο χώμα, απαλλαγμένο από τις ρίζες των καλοκαιρινών φυτών που πότε τσιγκούνικα και πότε γενναιόδωρα χάρισαν τους καρπούς τους, ρουφάει άπληστα το νερό. Ο ουρανός, σαν να μετάνιωσε ξαφνικά για το παρατεταμένο του γαλάζιο, θυμήθηκε πως φθινοπώριασε και γέμισε μαύρα σύννεφα. Οι χοντρές σταγόνες  του νερού πιτσίλισαν με μανία το τζάμι. Βρέχει ανελέητα και συνεχώς, βρώμικα ρυάκια κυλάνε στα σοκάκια της πόλης και κατηφορίζουν προς τον φυσικό τους αποδέκτη, την λίμνη. Το άλικο τριαντάφυλλο που άστραφτε προχθές κάτω από τον ήλιο της αυλής του χωριού, θα έχει ρίξει τα πέταλά του στην γη και τίποτα δεν θα θυμίζει την χαμένη του (τώρα πια) δόξα. Τα χρυσάνθεμα μόνο θα αντιστέκονται· και θα ψάχνουν να κρατήσουν την ηλιόλουστη ομορφάδα τους κάτω από τις σταγόνες της βροχής επιμένοντας σε κάτι μάταιο, αγνοώντας ίσως το «νόμιμο» και το φυσικό, που λέει πως όσο και να αγωνιάς για τον χειμώνα, εκείνος θάρθει και θάχει μπροστά του  για να σε θαμπώνει με την ομορφιά του, το πολύχρωμο φθινόπωρο …

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Τέσσερα.



Η Μέρκελ στην Αθήνα, η κρίση κυρίαρχη, ο πρωταγαπημένος  και πιο πιστός σου μπλογκο-φίλος στον ουρανό. Η ζωή  στο διαδίκτυο να μοιάζει όλο και πιο πολύ με την πραγματική. Μάσκες που αποκαλύπτουν, χαμόγελα γοητευτικά και αδιάφορα, αγάπες ασήμαντες και κάλπικες. Απουσίες που στιγματίζουν τον χώρο, και σχεδόν απαρατήρητες, μετατρέπονται σύντομα σε φευγαλέα ανάμνηση. Το φέιζμπουκ νικητής. Συνωστισμός  φίλων, στάτους, ομάδων, σελίδων. Χορταίνεις, αχόρταγος παραμένοντας. Όλο και πιο συχνά αναγνωρίζεις τα καμένα τσιπάκια  του εγκεφάλου σου, τα μετράς και συνεχίζεις. Κάτι σαν μαγνήτης σε τραβάει στο προφίλ σου. Αναζητάς ένα παράθυρο στον κόσμο που δεν υπάρχει, μόνο στην φαντασία σου το ονειρεύτηκες και στην αρχική σου  την σελίδα.

Σπάνια ξαναγυρνάς στο μπλογκάκι σου. Τούτο δω, δεν αστειεύεται. Θα σε γυρίσει τα μέσα-έξω, θα σε στίψει στις χίλιες τις στροφές, θέλει να του δώσεις ψυχή, πρέπει  να τα επιστρατεύσεις όλα. Έχει εσένα μέσα του και εσένα θέλει. Δεν μπορείς να του ξεφύγεις μ’ ένα λάικ.  Η σκέψη πως μόνο εδώ αξίζει να συχνάζεις, ελέγχεται ως υπερβολική. Είπαμε, η τιμή των πάντων, έχει πάρει την κατηφόρα και κυλάει ασταμάτητα  προς τα εκεί.

Διαβάζοντας τα προηγουμένων ετών γενέθλια- αναρτήσεις της agrampelli, δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλά σου.  Τα σχόλια, ευλογημένες αιτίες συγκίνησης, σε χαϊδέψανε και σε κανακέψανε για μιαν ακόμη φορά. Τους αγαπάς αυτούς τους ανθρώπους που με τις λέξεις τους, γράψανε ανεξίτηλα μέσα σου. Και σε ετούτο το τέλος των τεσσάρων χρόνων, ψάχνεις για μια καινούρια αρχή μέσα από παλιές αγάπες,  έμπνευση για το υπόλοιπο που ενδέχεται να υπάρξει εδώ.
 
«Πιστεύω την εγγενή δυνατότητα του ανθρώπου να εκπλήσσει», σου έγραψε ένας φίλος σήμερα και εσύ του απάντησες, «νομίζω, πως μόνο γι’ αυτές τις στιγμές ζω». Και τούτη δω, είναι  μια ώρα που σου γεννάει  μια αβάσταχτη ανάγκη σήμερα. Μια ανάγκη για εκείνο το ξάφνιασμα, το μοναδικό, που βάφει χρώμα κόκκινο τα μάγουλα και λαμπερό τα μάτια… 

(Η φωτογραφία του Κώστα Αρβανίτη.)