Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Tell Me About YourSelf AwarD :)



Κάτι με ξυπνάει. Δεν είναι το ξυπνητήρι ο θόρυβος έρχεται από το ταβάνι. Σκεπάζω με το μαξιλάρι τα αυτιά μου και μέσα μου βρίζω. Μόλις ανοίξω τα μάτια μου θα βρίσω και από έξω μου. Τους από πάνω, που τριάντα τόσα χρόνια αγνοούν την κατάσταση «κάνω ησυχία γιατί από κάτω δεν κοιμούνται ζώα».Τελεία. Ξανά χάνομαι σε μια κατάσταση μισούπνι θα την έλεγα. Δεν θέλω να σηκωθώ, μου αρέσει το πρωινό χουζούρι. Από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας το φως που μπαίνει είναι λιγοστό, πράγμα που δηλώνει πως έξω έχει συννεφιά. Γυρίζω μπρούμυτα, ο από πάνω θόρυβος έχει κοπάσει, νοιώθω όμορφα σε αυτήν την πρωινή ησυχία, χαζεύω λιγάκι στις σκέψεις μου κάτι χάνω κάτι βρίσκω….Όταν ξανά-ξυπνάω είναι δέκα περασμένες.

*
Φοράω ένα πλεκτό φαρδύ άνετο φόρεμα. Δεν αντέχω σήμερα ρούχα που με πιέζουν. Παράφαγα χθες βράδυ και νοιώθω άσχημα κυρίως με τις τύψεις μου. Εδώ και τρία χρόνια οι υποσχέσεις για αδυνάτισμα πηγαινοέρχονται χωρίς αποτέλεσμα. Μου φαίνεται πως στο δεύτερο μισό της ζωής μου, όσα λένε και κυρίως γράφουνε οι αστρολόγοι για την λαιμαργία του Ταύρου, γίνονται σιγά-σιγά μια ανεπίστρεπτη πραγματικότητα. «Ευτυχώς δεν μου λείπει το γνώθι σαυτόν», παρηγοριέμαι  και διώχνω γρήγορα την σκέψη  «καλό θάτανε να περπατούσες λίγο παραπάνω κοπελιά».
*
Κατεβαίνω τα σκαλιά του πατρικού μου. Στα αυτιά μου ακόμα αντηχούν οι κοριτσίστικες φωνές και οι διαξιφισμοί με τον πατέρα τους. «Εφηβεία, άστα να πάνε», αποφεύγω να σκεφτώ περισσότερο. Ένας κρύος αλλά καθαρός αέρας μου αλλάζει την διάθεση. Τα κλαδιά των δέντρων σχεδόν ακουμπάνε στο νερό με το δυνατό φύσημα του αέρα. Παντού κυριαρχεί το φθινόπωρο. Πορτοκαλί χρώμα, ζεστό και απόλυτο. Τα πεσμένα φύλλα και η εικόνα τους, με προκαλούν και η ομορφιά τους με πονάει. Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι να πρώτο-φωτογραφίσω. Όταν γυρίζω στο σπίτι μου είμαι  ικανοποιημένη και εγώ και η φωτογραφική μου μηχανή.
*
Το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι κάτι που πάντα  μου ήταν ευχάριστο. Μου αρέσει αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, αγαπώ την φωνή που έρχεται μέσα από τα σύρματα  της συσκευής. Ανιχνεύω συναισθήματα και διαθέσεις με τις εναλλαγές της, και είναι σαν να αναγνωρίζω σε αυτήν ιδιότητες παρόμοιες με αυτές του βλέμματος. «Ευτυχώς που ακόμα δεν υπάρχει αισθητικός που να διορθώνει βλέμμα και φωνή», σκέφτομαι και χαμογελάω καθώς σηκώνω το ακουστικό.
*
«Μου ήρθε μια χαρά Ντι μόλις σε είδα». Μιλάει χαριτωμένα και το ξέρει. Είναι μόλις τρία και μισό χρονών, είναι ο κόσμος ολόκληρος και επίσης το ξέρει. Είναι ευτυχώς ένα ευτυχισμένο παιδί, έτσι όπως αξίζει να είναι όλα τα παιδιά του κόσμου. Και εγώ  εξ αιτίας της ευχαριστώ μέσα μου το εκείνον τον Θεό  που με έκανε ικανή να αγαπάω έτσι δυνατά αυτήν την ομορφιά, την ομορφιά της αγάπης…

Με κάλεσε η Στέλλα, να μιλήσω για μένα, μέσα από ένα μπλογοπαίχνιδο.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Να τα και τα τρία…


Φθινόπωρο ήτανε και τότε, Τρία χρόνια πριν. Σκέφτομαι πως   θα πρέπει να ομολογήσω και να παραδεχτώ, πως μερικά από τα πιο όμορφα της ζωής μου τα χρωστάω σε τούτη την εποχή. Το μπλογκάκι μου είναι ένα από αυτά. Βεβαίως και θα συμφωνήσω με τους σκεπτικιστές φίλους μου πως στο πλήρωμα του χρόνου, ο αρχικός ενθουσιασμός καταλαγιάζει και το ραντεβού με την απομυθοποίηση είναι συγκεκριμένο και βέβαιο. Σαν τον έρωτα, που λένε πως κρατάει τρία χρόνια μόνο. Αν σ αυτό το διάστημα καταφέρεις να αποσπάσεις από την κατάσταση το μάξιμουμ των δυνατοτήτων της, τότε είσαι και κερδισμένος και τυχερός. Στην επόμενη φάση τι θα συμβεί, μόνο ο θεός του μπλόγκερ (ή του έρωτα) ίσως ξέρει. Μέσα σ αυτήν την εικονική ζωή, που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από την άλλη, παραμένουμε νοσταλγοί του ιδανικού και ετούτη η ουτοπία μας πληγώνει, καθώς συχνά ξεχνάμε πως απλά το ιδανικό, δεν υπάρχει. Οι ενθουσιασμοί διαδέχονται τις απογοητεύσεις και οι χαρές τις  πίκρες όπως ακριβώς και στην καθημερινότητά μας.
Χρωστάω πολλά σε τούτη την σελίδα. Με πήρε και με σήκωσε και μου άλλαξε συνήθειες και αγάπες. Γνώρισα μέσα από εδώ κομμάτια της ψυχής μου που δεν ήξερα καν πως υπάρχουν. Λέξεις ανθρώπων καταπληκτικών. Ο κόσμος τους με μαγεύει και με συγκλονίζει, με θυμώνει πολλές φορές, μα ποτέ δεν με κάνει να πλήττω…
Να το τελειώσω εδώ το σημερινό. Λουλούδι  με χρώμα άλικο και  εκτυφλωτικό σαν το φθινόπωρο θα συνοδέψει για μια ακόμη φορά  την ανάρτησή μου, για να μου (μας) υπενθυμίσει  πως ακόμα και μέσα σε τούτη την γκρίζα εποχή, η ζωή είναι ωραία, και  πως ετούτη η ομορφιά χαρίζεται μέσα από μικρές χαρές,  να, σαν τον ήλιο τον σημερινό και το γαλάζιο χρώμα του ελληνικού ουρανού…

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

(Τίτλος): « Τι θα κάνουμε;»


Ξέρω τι θα κάνω. Μου το είπε η μητέρα μου, χωρίς να το ξέρει, όταν μου έλεγε ιστορίες από τα χρόνια του πολέμου. Όταν λέει, μάθανε πως πλησιάζουν τα αεροπλάνα των Γερμανών να βομβαρδίσουν το χωριό, φύγανε άρον-άρον και κρυφτήκανε στις σπηλιές του απέναντι βουνού. Από εκεί, βλέπανε τις βόμβες να πέφτουν και τις εκρήξεις να τινάζουν πέτρες, χώμα και ανθρώπινα μέλη (όσων αγνοήσανε τον κίνδυνο) στον αέρα. Αργότερα, ήρθαν οι Γερμανοί στρατιώτες και κάψανε ό,τι είχε απομείνει. Όσοι προστατέψανε τους εαυτούς τους στα βράχια του βουνού, σωθήκανε. Με το που πέρασε το κακό, γυρίσανε πίσω και κουτσά στραβά ξαναχτίσανε από την αρχή όσα τους είχε αφαιρέσει ο επιδρομέας. Με πείσμα, με το οποίο τους είχε οπλίσει το μίσος του πολέμου, ξεμπερδέψανε με τον εχθρό. (Με τον αδερφό τα βρήκανε σκούρα, αλλά αυτό είναι «αλλουνού παπά ευαγγέλιο»…)
Έτσι που λέτε και εγώ. Κρύβομαι στην «σπηλιά» μου και περιμένω. Εκεί, δεν υπάρχει τηλεόραση, ούτε ειδήσεις. Ραδιόφωνο μοναχά και τραγουδάκια της αρεσκείας μου. Ιστορίες, μου λένε οι ταινίες και τα βιβλία. Από τις εφημερίδες, διαβάζω μόνο τα ζώδια, άντε και καμία είδηση από αυτές που γουστάρω, του «πολιτισμού» που λένε. Μην σκάτε, μαθαίνω τι γίνεται παραέξω, αυτό δεν γίνεται να το γλυτώσω, οι φωνές αυτές είναι τόσο δυνατές που αν και συγκεχυμένα πιάνω την κεντρική ιδέα, και ίσως να είναι και το μόνο που μου χρειάζομαι. Στο ίντερνετ πάλι, προτιμώ αναγνώσεις και συζητήσεις που διακρίνονται για το χιούμορ και την ευφυΐα τους. Έ, καλά, ξεφεύγω καμμιά φορά και χωρίς να το καταλάβω διολισθαίνω στον κατήφορο της  ενημέρωσης. Τότε είναι που χάνω τον ύπνο μου, όλη νύχτα στριφογυρίζω στο στρώμα μου σαν κολασμένη και την άλλη μέρα είμαι μια στρίντζω και μισή. Γι’ αυτό και έχω απαγορέψει αυτές τις κουβέντες. «Στο τίμιο σπίτι μου», (και εννοώ την «σπηλιά μου»), απαγορεύονται οι άσεμνες συζητήσεις», προστάζω. Το «δόγμα του σοκ », εμένα δεν θέλω να με παραλύσει. Θα τρώω λίγο, θα κοιμάμαι πολύ, θα κρύβομαι σε ζεστές αγκαλιές, θα αγκαλιάζω και εγώ σφιχτά, θα απαγορεύω τα όνειρα και θα περιμένω…Κάποια στιγμή (δεν μπορεί!) θάρθει και η ώρα μου! Και τότε….ω τότε…(SOS…αυτό, πως το ξέχασα;…έχω μπλοκάρει τα όνειρα προς το παρόν…)

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

still summer...


Κάθε άνθρωπος έχει την ιστορία του και κάθε καλοκαίρι την δική του. Το φετινό, δικό μου καλοκαίρι, αιχμαλωτίστηκε εξαίσια μέσα σε μια καρδιά με τρία αποτυπώματα που έχουν και αρχικά:, M. Ξ. Ν. Και είχε χρώμα φωτεινό, διάθεση ανέμελη, και μια αισιόδοξη προοπτική πως δεν τελείωσε ακόμα…

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Ο όρκος του Ιπποκράτη.


Το στιγμιότυπο που ακολουθεί, έλαβε μέρος στο παιδιατρικό τμήμα  επαρχιακού νοσοκομείου, την Πέμπτη 16/6/11.Αν θυμάστε, την ημέρα εκείνη, «καιγότανε» η πλατεία Συντάγματος  από τα ασφυξιογόνα του μεσοπρόθεσμου και οι συνειδήσεις του κόσμου από την διάχυτη διαφθορά. Το τρίχρονο   κοριτσάκι- ασθενής, έχει ψηθεί στον πυρετό, (ο οποίος συνοδεύεται  από σπασμούς ), τις προηγούμενες 4 μέρες. Η εκτίμηση του παιδίατρου που το παρακολουθεί πως πρόκειται για ίωση, δεν πείθει πια την τρομοκρατημένη μητέρα, και την κάνει να τρέξει στο νοσοκομείο  φανερά ταραγμένη. Η εφημερεύουσα γιατρός τους υποδέχεται με μεγάλη δυσαρέσκεια, ( άγνωστο γιατί, ίσως να πλησιάζει η ώρα που θα σχολάσει).  Η νοσηλεύτρια, παίρνει την θερμοκρασία του παιδιού, 38,5… ανακοινώνει αμήχανα. Η παιδίατρος, χωρίς να μετακινηθεί από την καρέκλα του γραφείου της, αποφασίζει στα γρήγορα πως το περιστατικό δεν είναι επείγον.
-        Μα το παιδί μου ψήνεται στον πυρετό, είναι δυνατόν να μας διώξετε, δεν ξέρω τι να κάνω!
-        Κυρία μου, το πρωί δεν το είδε ο παιδίατρός σας; Έ, αφού το είδε, δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν είναι  πια και τόσο υψηλός ο πυρετός…
-        Μα σας λέω…έχει πάρει πονστάν πριν μια ώρα, γι’ αυτό δεν είναι 40 και κάτι, όπως συνέβη την Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη… τι μου λέτε τώρα;
-        Εγώ, ΔΕΝ κρίνω επείγον αυτό το περιστατικό, να πάτε σπίτι σας!!
-        Μα…τι να κάνω σπίτι μου; Το παιδί μου, ΔΕΝ  είναι καλά σας λέω, τι μου λέτε τώρα;
-        Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με το παραμικρό, εδώ είναι νοσοκομείο, να φύγετε, να πάτε στον γιατρό σας και νάρθετε αύριο το πρωί.!
-        Μα….να είμαστε και λίγο άνθρωποι…Στ’ αλήθεια θα μας διώξετε, είσαστε καλά; (εδώ ανεβαίνει ο τόνος της φωνής). Θέλω να μου δώσετε εγγράφως αυτό που μου λέτε! Με το όνομα και την υπογραφή σας...

Η γιατρός, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, γράφει και υπογράφει την εξής ιατρική γνωμάτευση:

16/6/11, ώρα 21:20
«Το πρωί, το είδε ο παιδίατρός του και προσήλθε το απόγευμα για επανεξέταση χωρίς  συμπτώματα. Συνεστήθη να προσέλθει αύριο για κλινική και εργαστηριακή εξέταση την επόμενη ημέρα, πρωινή ώρα.

(ακολουθεί σφραγίδα & υπογραφή)

………………………..

Το παιδί επανήλθε στο νοσοκομείο αργότερα μέσα στην νύχτα, και εισήχθη (από άλλον εφημερεύοντα γιατρό), ως επείγον περιστατικό με  οξεία λοίμωξη.  Τις επόμενες ημέρες διαπιστώθηκε πυελονεφρίτιδα και ουρολοίμωξη και νοσηλεύτηκε για έξη ημέρες. Τα σχόλια ,δικά σας…

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Στην παιδική χαρά



Διαβάζω το βιβλίο μου. Είμαι στην παιδική χαρά, και διαβάζω το βιβλίο μου. Κάπου-κάπου ρίχνω μια ματιά στην μικρή  που παίζει ήσυχα με τα χώματα. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι,  μπερδεμένα πράγματα κυκλοφορούν στο μυαλό μου. Μια κοιτάζω τον ορίζοντα, εκεί στην άκρη της λίμνης, μια την σελίδα του βιβλίου με τον μελαγχολικό ήρωά του, και μια μέσα στο μυαλό μου, όπου επίσης σκούρα πράγματα κυκλοφορούν. Απόγευμα Σαββάτου, «λίγα τα παιδάκια που βγήκαν για παιχνίδι», λέω μέσα μου. «Καλύτερα έτσι ,είναι πιο ήσυχα», παρηγοριέμαι. Ξανά-σκύβω στις σελίδες του. Φυσάει ένα αεράκι, όσο χρειάζεται απαλό, για να μην ενοχλεί την στιγμή. Από το βουνό έρχεται, και κάνει την λίμνη να έχει ένα κυματισμό, τόσο απαλό, που μοιάζει με ύφασμα μεταξωτό, ριγμένο στο πάτωμα. Προσπαθώ να θυμηθώ την λέξη,... «φρικίασμα», ναι, σαν ρίγος από πυρετό, αυτή είναι η λέξη που ταιριάζει. Ένα κορίτσι, ανόρεχτα κουνιέται στην μεγάλη κούνια. Πιο πολύ σκέφτεται, παρά το διασκεδάζει. Ο επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ήχος της αλυσίδας,  μπερδεύεται με το αεράκι που φυσάει στο φύλλωμα των δέντρων,  και τον ήχο του νερού. Τι να σκέφτεται ένα  έφηβο κορίτσι στην μετά-μεσοπρόθεσμο- εποχή, αναρωτιέμαι. Η δική μου συντροφιά, ευτυχώς, μόνο χαμογελάει. Έχει γίνει σχεδόν ένα με τα χώματα, «θα μας σκοτώσει η μάνα σου», σςςςςς… μου κάνει νόημα συνωμοτικά, με το δάχτυλο στο στόμα, «δεν θα της το πούμε»,… χαμογελάω και εγώ, ξέρει και ξέρω, ένα παιχνίδι ευτυχίας παίζουμε, ευτυχώς αληθινό, δεν υπάρχουν μυστικά, αγάπη μόνο και αυτή ίσως  μας σώσει…