Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Φωτογραφία νο 2 ( Η Πουτάνα)



Η γυναίκα  μάλλον περπατούσε πολλές ώρες, ή ίσως και μέρες, γιατί  ξαφνικά ένοιωσε τα πόδια της  πρησμένα και της πονούσαν τα γόνατα. Παρατήρησε πως είχε νυχτώσει και πως ίσα που διέκρινε τα δέντρα και τις σκιές κάτω από το φεγγαρόφωτο. Δεν θυμόταν καθόλου πώς βρέθηκε εδώ, σε τούτον τον ξεχασμένο έρημο δρόμο, όπου δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Με ανακούφιση σκέφτηκε πως τουλάχιστον ήξερε το όνομά της. Την λέγανε Πουτάνα, θυμότανε μια αντρική φωνή να την αποκαλεί έτσι, πολλές φορές και κατά επανάληψη. Προσπάθησε να θυμηθεί ποιος ήτανε αυτός ο άντρας αλλά στάθηκε αδύνατον, η μνήμη της δεν ανακαλούσε ούτε ένα ίχνος από αυτή την μορφή.

Είχε τρομερό πονοκέφαλο και διψούσε πολύ. Ήθελε να πιεί νερό και να βάλει το κεφάλι της κάτω από το νερό του ντους. Ένοιωθε μια απελπισμένη ανάγκη να βουτήξει σε κάτι δροσερό για να της ανακουφίσει πόνο και κούραση πράγμα ανέφικτο για την ώρα.  Είδε πως περπατούσε σε έναν  χωματόδρομο που δεξιά και αριστερά, όσο μπορούσε να διακρίνει, είχε απέραντες εκτάσεις με πράσινη χαμηλή βλάστηση και λιγοστά δέντρα. Ο αέρας μύριζε υγρασία και ανθισμένα λουλούδια. Το φως του φεγγαριού ίσα που της επέτρεπε να συλλέξει ετούτα τα λιγοστά στοιχεία. Πουθενά δεν υπήρχε ίχνος ζωής.

Αναλογίστηκε πως κανονικά θα έπρεπε να φοβάται μέσα  σε τόση ερημιά και  στην σκέψη του φόβου κάτι άστραψε στο μυαλό της και της ήρθε μια ζάλη. Η φωνή που την αποκαλούσε με το όνομα Πουτάνα ξαφνικά απέκτησε μορφή, ήταν ένας χλωμός άντρας που έκλαιγε, την τράνταζε και κάτι την ρωτούσε, μα εκείνη στεκότανε ακίνητη σαν άγαλμα και τίποτα δεν θυμόταν για να του απαντήσει.

Ο δρόμος μπροστά της άρχισε να ανηφορίζει και κάπου μακριά μύρισε θάλασσα. Τάχυνε το βήμα της να προλάβει, ούτε που ήξερε τι. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει από τον πόνο, αν πέθαινε από εγκεφαλικό σκέφτηκε, κανείς δεν θα ήτανε εκεί για να την βοηθήσει. Ένοιωθε τόσο μουδιασμένη την σκέψη της, τόσο άδεια, που δεν την ενδιέφερε καθόλου ο θάνατός της, σαν να ήταν κάτι απολύτως φυσικό και ταιριαστό με την περίσταση. Εκείνη την στιγμή ακριβώς ζαλίστηκε ξαφνικά και το κορμί της σωριάστηκε στο χώμα.

Συνήλθε ώρες μετά, μόλις άρχισε να χαράζει. Ανασηκώθηκε τρίβοντας τα μέλη της για να ζεσταθούν και ένιωσε την ανάγκη  να ξαπλώσει στο κρεβάτι της, στο σπίτι της. Το επόμενο δευτερόλεπτο και εντελώς ξαφνικά  η μνήμη της επανήλθε και  αυτό την έκανε να ανατριχιάσει ως το κόκκαλο.

Θυμήθηκε έναν άντρα που άναβε φωτιά στο σώμα της μόνο με την φωνή του. Μέρα νύχτα καιγόταν με την σκέψη τού πώς θα ήτανε να την έκλεινε στην απαγορευμένη αγκαλιά του και εκεί να γινότανε στάχτη μαζί του  σαν να μην υπήρχε αύριο. Τώρα ξέρει. Τα χέρια του στην πλάτη της ακόμα καίνε και από εκείνη την λαχτάρα, της έμεινε ένα αναφιλητό.

Ο άλλος όταν το έμαθε έγινε ένα μαύρο χλωμό πουλί. Χίμηξε πάνω της να την φάει με το ράμφος του και την φώναζε Πουτάνα με  όλη του την δύναμη. Φώναζε, φώναζε και την γέμιζε πληγές, το αίμα έτρεχε μα εκείνον δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο εκτός από τον πόνο του, εκείνη πονούσε διπλά και για κείνον και για εκείνη και σώπαινε, σώπαινε,  σώπαινε, ώσπου δεν άντεξε άλλο να σωπαίνει και άρχισε να τρέχει. Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες ή ώρες έτρεχε, μέχρι εκείνη την νύχτα  που λιποθύμησε και τότε μόνο έπαψε να τρέχει.

Με το που συνήλθε και θυμήθηκε, ένοιωσε κιόλας  πως πλησίαζε σε ένα τέλος μέσα σε τούτο το ξημέρωμα. Το θέαμα που αντίκρισε από την κορυφή του λόφου της έκοψε την ανάσα. Είδε την ομορφιά του πρωινού τοπίου και χάρηκε που μπόρεσε κάτι να νοιώσει. Χαμηλά και δίπλα στο νερό, ένα φωτισμένο παράθυρο σε ένα μοναχικό σπίτι, η θάλασσα σκούρα  ακόμα στο λιγοστό φως και στον ουρανό η αυγή να χαράζει.

 Κατέβηκε ήσυχα και προσπέρασε το φωτισμένο παράθυρο χωρίς να την πάρουν είδηση, έφτασε στην ακτή και πέταξε όλα τα ρούχα της στην ακρογιαλιά και ύστερα βούτηξε στο νερό και άρχισε να κολυμπά μέσα του με μεγάλη ανακούφιση. Δεν σκεφτόταν καθόλου, απολάμβανε το νερό που της έτσουζε και της έγιανε  τις πληγές και δεν ήξερε αν θα ξαναγύριζε ποτέ πίσω, εκεί από όπου ξεκίνησε, ή αν θα συνέχιζε να κολυμπάει έως ότου ανακαλύψει ένα καινούργιο νησί.-

 ( η φωτογραφία του National Geographic και η ιδέα της Nora Watson )

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Φωτογραφία νο 1. (Πόσο βαριέμαι γαμώτο..)


(Δεν μπορώ να την ακούω άλλο, με κούρασε. Λέει, λέει, λέει, λέει.. Πόσο κουραστική Θεέ μου και πόσο ανόητη. Σχεδόν δεν την ακούω, τα δικά μου σκέφτομαι. Μόνο εκεί που άρχισε να λέει για τον δάσκαλο της οδήγησης, εκεί κάτι μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Με υπονοούμενα μιλούσε βέβαια, αλλά κατάλαβα πως της αρέσει που την φλερτάρει. Τότε η μικρή μου στύλωσε τα αυτάκια της, έβαλε το χέρι στο σαγόνι και άρχισε να την προσέχει, είναι πανέξυπνη, διαόλου κάλτσα αυτή, καμία σχέση με  την Όλια  που όλο βαριέται και είναι στον κόσμο της.  Της μεγάλης, δώστης βιβλία και πάρτης την ψυχή. Με τις ώρες διαβάζει, ούτε τώρα που καλοκαίριασε λέει να σταματήσει. Προχθές την πέτυχα να διαβάζει την Νανά του Εμίλ Ζολά και ξαφνιάστηκα. «Το ξετρύπωσα στην βιβλιοθήκη του παππού», μου εξήγησε αφηρημένα και ύστερα συνέχισε «ξέρετε μητέρα δεν νομίζω πως μου αρέσει, με μπερδεύει μόνο και έχω μια περιέργεια να το διαβάσω ως το τέλος».  Τώρα βαριέται, το ξέρω. Κάθεται ήσυχα-ήσυχα  στην καρέκλα της και  δεν μιλάει, λέξη δεν λέει, όταν θα φύγουμε όμως θα κάνει  το πιο απρόβλεπτο σχόλιο, όπως «μητέρα, πόσο θα γελούσαμε αν ένα από αυτά τα τεράστια μακαρόν έπεφτε στο κεφάλι της κυρίας Μάντισον καθώς σας περιέγραφε το μάθημα οδήγησης που έκανε την περασμένη Δευτέρα;»)

(η αφορμή για το παραπάνω, προέρχεται από κάποιες αδημοσίευτες φωτογραφίες τουNational Geographic  που τις ανακάλυψε η Nora Watson, φίλη στο φέιζμπουκ και σκέφτηκε ότι καθεμιά τους θα μπορούσε να είναι αφορμή για ένα κείμενο, έτσι, για την πλάκα. Η πρώτη, δική της ιστορία εδώ, με παρέσυρε και έγραψα άλλη μία. Την ευχαριστώ για την έμπνευση που μου χάρισε.)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Αλκυονίδες.



Τις μέρες του χειμώνα που έξω μυρίζει άνοιξη οι άνθρωποι μεθυσμένοι από μια ανεξήγητη χαρά παίρνουν τους δρόμους. Ο ήλιος έχει σκουπίσει την μελαγχολία και την έχει αποκλείσει, δεν έχει λόγο ούτε θέση εδώ, σήμερα η μέρα γελά. Οι σκιές κρύβονται στα πεζοδρόμια και ο ήλιος καίει τις πλάτες και τα μέτωπα.

Το πρωί της Κυριακής στα μικρά καφέ, εφημερίδα καφές και τσιγάρο. Ο καπνός που ανεβαίνει σχηματίζει γαλάζιες κορδέλες · πίσω του κρύβονται τα μάτια, διαβάζουν και θέλουν να ξεχάσουν αυτά που μόλις διάβασαν. Έχουν ανάγκη από μια τελεία και ένα τέλος, ασφυκτιούν απέναντι στο τυπωμένο χαρτί, παίρνουν βαθιές ανάσες και σηκώνουν τα μάτια στο απέναντι πρόσωπο, είναι οικείο και είναι δικό τους, είναι ο φίλος τους, ο άνθρωπός τους, η παρηγορητική  μορφή που  τους ησυχάζει  προς το παρόν. Ευτυχώς.

Η λίμνη αστράφτει και λιγώνεται από την ίδια της την λάμψη. Το ίδιο και η πόλη που καθρεφτίζεται στα νερά της. Είναι όμορφη και το ξέρει, ξέρει την δύναμή της, γι’ αυτό και προσφέρεται αυτάρεσκα. Στους περιπατητές που ακούραστα γυρίζουν γύρω-γύρω κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Στους φωτογράφους που την φωτογραφίζουν αδιάκοπα αναζητώντας την τέλεια στιγμή. Στους ξένους που την κοιτάζουν μαγεμένοι. Κατά το σούρουπο επεμβαίνει και ο ορίζοντας · λες και δεν φτάνουν όλα ετούτα τα μάγια, προσθέτει όλο το ροζ και το πορτοκαλί, όλο το σιέλ και το γαλάζιο που κρατάει στην αγκαλιά του, και  έτσι σιγο-περπατώντας χάνεται σιγά-σιγά μέσα στη νύχτα.

 Αύριο μπαίνει ο Φλεβάρης. Θα ανοίξει ξαφνιασμένος  την μεγάλη πόρτα και μόλις συνέλθει από το ξάφνιασμα, θα σταματήσει αυτή την ηλιόλουστη γιορτή που μια απίθανη τύχη μας χαρίζει κάθε φορά με την ίδια συνέπεια. Θα τις κλέψει τις όμορφες Αλκυονίδες ημέρες και θα τις φυλακίσει πίσω από την πόρτα. Ο χειμώνας, ένας βασιλιάς που ξεκαθαρίζει τα πάντα, δεν θα λογαριάσει τον δικό μας εθισμό στην ζεστή τους ανάσα, και ψυχρά θα μας εξηγήσει την αναγκαιότητα του αναπόφευκτου. Αχ να ήξερε μόνο πόσο αναζωογονητική  είναι αυτή η χαρά που ματαιώνεται, αυτή η χαρά που μοιάζει με  κλεμμένη αμαρτία, μια ευτυχία  που (θενκς γκοτ) είναι  πάντα εκεί και μας γνέφει, πάντα από απόσταση, πάντα σίγουρη για τον εαυτό της, πάντα απίστευτα γοητευτική..





Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Για τα ραγκουτσάρια της Καστοριάς



Θα γράψω κάποτε ένα παραμύθι για τα Ραγκουτσάρια. Θα λέει για παρέες και μουσικούς του δρόμου, για αρχαία έθιμα και θυσίες. Για τους ανθρώπους που μεταμορφώνονται σε θεούς αφού πρώτα ντυθούν δαίμονες. Για μια πόλη που μεταφέρει ανάμεσα στους αιώνες την ιστορία του τριημέρου ετούτου, ντύνεται πόρνη  μαζί και αρχόντισσα και ξεχύνεται στους δρόμους  με μια ορμή  ακατανίκητη  που δεν είναι μόνο κέφι αλλά και λύτρωση.

 Θα είναι δικό μου το παραμύθι γι’ αυτό και θα λέει για το πώς η καρδιά χοροπηδάει με το που ακούει το κλαρίνο του «Ινδιάνου»  Γιάννη Τούνη,   ενός μουσικού που ανήκει πια στην ιστορία του Καστοριανού καρναβαλιού, με την πιο ουσιαστική έννοια που αυτή η λέξη υποδηλώνει. 


Εικοσιπέντε χρόνια μαζί του, με κείνον και την ορχήστρα του,  τον άνθρωπο με την εξαιρετικής ποιότητας κιμπαροσύνη, τέτοια που θα την ζήλευαν αριστοκράτες, ανεβοκατεβαίνουμε το Τσαρσί, μπαίνουμε στα στενά της πόλης, ξεσηκώνουμε τους διστακτικούς φτάνοντας με τους ήχους του κεφιού μέσα στο σπίτι τους, χορεύουμε, πίνουμε από το ίδιο τσίπουρο και το ίδιο μπουκάλι, χάνουμε τον εαυτό μας για να τον ξαναβρούμε καινούργιο, ξαπλώνουμε στην άσφαλτο και ρίχνουμε ματιές στον ουρανό, γελάμε δυνατά και τους αγαπάμε όλους, παρασύρουμε τους ξένους στο μπουλούκι και τους κάνουμε δικούς μας, σώμα της ίδιας παρέας χωρίς τίποτα να μετράμε παρά μόνο αυτό, αυτό το θεϊκό κάτι, που ρέει, στις αρτηρίες μας μαζί με το αίμα, στο κεφάλι  μαζί με τις σκέψεις, στην ψυχή μας την ίδια.

Θα λέει για το ευλογημένο σπίτι της Μ, ορμητήριο και καταφύγιο, φιλόξενη φωλιά, ιδανική για την προετοιμασία και  το ντύσιμο με τα καρναβαλίστικα, τα γέλια και τις κεφάτες φωνές, το τσίπουρο του Τσιάρα και το βραστό σούπα, το παστέλι με σουσάμι, το τρομερό της γαλακτομπούρεκό  και το δυνατό της γέλιο, ένα γέλιο ξεσηκωτικό που απλώνεται σαν κύμα, κατακλύζει τον χώρο, και τον γεμίζει κέφι.


 Ευχή : o θεός των Ραγκουτσαριών να μας έχει καλά,  «πάντα να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε» ,   ξέρει καλά τι λέει εκείνος ο ποιητής που  εμπνεύστηκε τούτον εδώ τον υπέροχο στίχο..


Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Τα χωριά του χειμώνα.



Το χωριό μου το φθινόπωρο είναι ένα μελαγχολικό χωριό. Η μελαγχολία στάζει με τις σταγόνες της βροχής  στον δρόμο και τον κάνει μαύρο. Ο ουρανός, γκρίζος και μολυβένιος συμπαραστέκεται λες και αυτός σε τούτη την θλίψη.

Κάτι υπερήλικες αιωνόβιοι μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, δίπλα στην ξυλόσομπα και ξαναμετράνε σιωπηλά τις αναμνήσεις τους. Στους δρόμους μια θλιμμένη σιωπή κάνει υπομονή-και παρέα-σε κάτι ψωραλέους-υπερήλικες σκύλους.

Τις εξώπορτες φυλάει ένα παλιό τρακτέρ και στο παγκάκι κάτω απ τον γέρο-πλάτανο πέφτουν με χάρη τα κίτρινα φύλλα· και μένουν εκεί ώσπου να πέσει το πρώτο χιόνι και να τα σκεπάσει με την σιωπή του.

Ψηλά στο βουνό, ένα σύγχρονο μοντέρνο ξενοδοχείο, ανανεώνει την ημερομηνία λήξης του τόπου, την επαναπροσδιορίζει και της χαρίζει διάρκεια, ενώ κάτω χαμηλά στην άκρη του χωριού, το ποτάμι αδιάφορο  και απορροφημένο από τον εαυτό του, συνεχίζει να μουρμουρίζει πότε θυμωμένα και πότε ρυθμικά το τραγούδι του, μαγεμένο  θαρρείς από την ίδια του την δύναμη και την αιώνιά του συνέχεια...



Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Το έρημο σπίτι στην άκρη του δρόμου.


Είναι ένα πέτρινο σπίτι που χτίστηκε κάποτε  με τις καλύτερες προθέσεις. Βλέπει ανατολικά, άσχετα αν αργεί το φως της ανατολής να φτάσει στα παράθυρά του· είναι που το βουνό απέναντι είναι τόσο ψηλό που του κρύβει τη θέα. Έχει όμως στα πόδια του έναν θησαυρό, εκεί που τελειώνει  η κατηφόρα του κήπου, είναι  το ποτάμι.  Τα παλιά τα χρόνια από εκεί πίνανε νερό,  εκεί πλένανε και τα ρούχα τους το καλοκαίρι, τα τρίβανε πάνω στις μεγάλες πλάκες με ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι και τα ξεπλένανε ύστερα στα γάργαρα νερά. Εκεί πλατσουρίζανε και τα πιτσιρίκια στις μεγάλες ζέστες και δροσίζανε τις αταξίες τους.

Μέσα στο σπίτι, υπάρχει  και ένα μισοτελειωμένο δωμάτιο. Πάτωμα δεν έχει, μόνο κάτι   χοντρά τετράγωνα σανίδια πάνε στον απέναντι τοίχο και γυρνάνε πίσω, ούτε παράθυρο  στο άνοιγμα απ' όπου μπαίνει το φως. Η φτώχεια φταίει που δεν ετοιμάστηκε ποτέ, κλείσανε την πόρτα να μην το βλέπουν, «αργότερα θα το φτιάξουμε»,  είπανε, «όταν θα έχουμε περισσευούμενα λεφτά»  και  αυτό το «αργότερα» απέκτησε αιώνιο νόημα, ακόμα το δωμάτιο ατελείωτο είναι και περιμένει τα λεφτά που δεν αυγατίσανε ποτέ.

Στο μπροστινό δωμάτιο το καλοκαίρι κοιμόντουσαν τα κορίτσια. Είχε δύο μεγάλα παράθυρα και έβλεπε στον κήπο.  Το μεγάλο μπρούντζινο  κρεβάτι με τα ωραία κάγκελα για κεφαλάρι, δεν ήταν δικό τους, το είχανε κληρονομήσει από μια δυστυχισμένη θεία, πλούσια και άτυχη, είχε πεθάνει από τον καημό της για έναν αρραβωνιαστικό που δεν γύρισε  ποτέ από τα ξένα, έφυγε, την ξέχασε και την γέμισε πίκρα, δηλητήριο στάζανε  και τα λόγια της, τόσο πολύ της περίσσευε  το φαρμάκι που το κατάπιε  μια μέρα και  έτσι πέθανε.

Τις πλάκες της αυλής  τις βάφανε άσπρες γύρω-γύρω με ασβέστη κάθε Σάββατο. Εκεί κάτω από την μεγάλη ακακία μαζευότανε οι γειτόνισσες και χαζεύανε τα απογεύματα. Παίρνανε και την δουλειά τους μαζί, κάποια έπλεκε κάλτσες, άλλη μπάλωνε με την βελόνα φθαρμένα ρούχα, ήταν η ωραία τους ώρα, λέγανε τα βάσανά τους, λέγανε και τις χαρές τους, κρύβανε τις ελπίδες τους. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι φοβότανε να ελπίσουν.

Κάποια μέρα απελπίστηκαν. «Εδώ δεν έχει προκοπή, θα πάμε στην Αυστραλία», βγήκε με τα πολλά η απόφαση. Πρώτα θα έφευγε ο πατέρας, μετά η μεγάλη αδερφή, στο τέλος η μάνα με τα δύο μικρότερα. Έτσι και έγινε.

Το σπίτι άρχισε να ξηλώνεται με την κάθε απουσία και να γίνεται  έρημο τοπίο. Ένα θλιμμένο πρωινό φύγανε και οι τελευταίοι. Η μάνα έκανε τον σταυρό της, φίλησε τα εικονίσματα, κλείδωσε για τελευταία φορά την πόρτα του σπιτιού της και αφού παρέδωσε τα κλειδιά στον πιο έμπιστο άνθρωπο της καρδιάς της, κοίταξε τον ουρανό, κοίταξε το σπίτι, κοίταξε και το ποτάμι  και τα αποχαιρέτησε  για  πάντα. Με πνιγμένα αναφιλητά   ανέβηκε στο φορτηγό και χάθηκε μαζί με τα παιδιά της  στην στροφή του δρόμου.

Κοντά πενήντα χρόνια μετά το σπίτι συνεχίζει το μοναχικό του ταξίδι μες στον χρόνο με το μισοτελειωμένο δωμάτιο να χάσκει σε ένα αλλόκοτο κενό,  το σκονισμένο μπρούντζινο κρεβάτι της άτυχης γυναίκας  στο καλοκαιρινό δωμάτιο και το ξύλινο εικονοστάσι με την καρφωμένη στο ξύλο του εικόνα της Παναγίας. Ο κήπος έγινε δάσος πυκνό  τυχαίων δέντρων, η ακακία ξεράθηκε και χάθηκε  χωρίς κανείς να θυμάται πότε και οι πλάκες της αυλής χάθηκαν κάτω από την πυκνή βλάστηση της εγκατάλειψης.  Ο χωρίς γυρισμό μισεμός   ολοκληρώθηκε με επιτυχία, αυτοί που φύγανε ζήσανε καλά και όσοι μείνανε ακόμα καλύτερα, ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε, ένας άλλος άνοιξε, και  η ζωή  πάντα εκεί στη θέση της,  να  επιμένει συνεχίζει να αλλάζει χωρίς ποτέ να λογαριάζει τις δικές μας επιθυμίες…

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Δεκαπενταύγουστος




Χθες στο σούρουπο μύριζε καραμέλα στον αέρα και καλαμπόκι ψημένο. Στον ίδιο αέρα και οι φωνές από τα μεγάφωνα, που μας διώξανε απ τον τόπο της λατρείας. Είχε νυχτώσει καθώς κατηφορίζαμε απ το βουνό, ένα αναζωογονητικό αεράκι φυσούσε απ τον Όλυμπο, καθάριζε από την ζέστη τα σοκάκια της μικρής πόλης, και δρόσιζε τα δωμάτια περνώντας ανάμεσα απ τις λεπτές κουρτίνες.

Σήμερα το πρωί πήγα στη θάλασσα. Με νερό θαλασσινό γιόρτασα την γιορτή της Παναγίας. Είναι ωραία να ξυπνάς το πρωί και να ξεπλένεις τη νύχτα από πάνω σου με νερό θαλασσινό. Μέσα εκεί όλα αλλάζουνε, και τα μεγάλα και τα μικρά, και σαν από θαύμα αντιστρέφουνε τους ρόλους τους.

Και ύστερα, η αυλίτσα στην θέση της, πλυμένο το τσιμέντο της με δροσερό πρωινό νερό, οι ρόγες της κληματαριάς από πάνω να παριστάνουν πως κρύβουν τον ουρανό και να χαρίζουνε ανέξοδη σκιά, μία ροζ κοριτσίστικη πινελιά σαν θαύμα της φύσης, ένας καφές, ένα ποτήρι νερό στο φρεσκοπλυμένο τραπεζομάντηλο, το ελληνικό καλοκαίρι νωχελικά συνεχίζει να ξεδιπλώνει και τις χάρες του και τις χαρές του σε θνητούς και αθάνατους..

15-08-2015