Το μαύρο μαντήλι η γιαγιά Ευτέρπη
το πρώτο-έδεσε στο κεφάλι στα δεκάξι
της. Τόσο ήτανε όταν της φέρανε το μαντάτο πως ο αδερφός της σκοτώθηκε στο
βουνό, πολεμώντας στον πόλεμο τον άδικο,
όπου ο αδερφός σκότωνε τον αδερφό. Έκλαψε όλο το κλάμα της ζωής της τότε με
τούτον τον πόνο τον αβάσταχτο και τα μπλε
μάτια της ξεθώριασαν και γίνηκαν ένα
χρώμα θολό σταχτί.
Σαν φόρεσε τα μαύρα, (αυτή και
όλο το χωριό, χωριό που κάθε σπίτι είχε και από έναν σκοτωμένο), τα χείλη της
σμίξανε σε μια στενή γραμμή. Δεν ξανά-έκλαψε ποτέ, ούτε και ξανά-χάρηκε. Στο
γάμο της κόρης της μαύρα φορούσε και αγέλαστη ήτανε λες και την κήδευε.
Όταν πέθανε ο άντρας της, (έπεσε νεκρός
χορεύοντας πρώτος τον χορό), έσφιξε τα
χείλη της και έβρασε σιτάρι για την ψυχή του χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ. Τα
ίδια έκανε και όταν της φέρανε το μαντάτο πως η κόρη της η ξενιτεμένη πέθανε
χτυπημένη από εγκεφαλικό στα σαράντα τρία της χρόνια.
Έκτοτε περιμένει. Στην αυλή της
περιμένει, με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και τα αγέλαστα χείλη. Περιμένει με εγκαρτέρηση τον Χάρο και εκείνος, σαν
άπονος άπιστος αργεί να την θυμηθεί και
να γυρίσει….
*********
Η θεία Θέκλα έχασε μέσα σε έναν χειμώνα μάνα
και τρία αδέρφια. Οκτώ χρονών ορφάνεψε και με έναν πατέρα χαμένο στην ξενιτιά
της μεταπολεμικής Ελλάδας, έμεινε μόνη να μεγαλώνει στο χωριό, με δύο αδιάφορες
θειάδες να κανονίζουν την μικρή ζωούλα της. Ντύθηκε στα μαύρα, τον καιρό που έπρεπε να φοράει το
κίτρινο του ήλιου και το πράσινο της άνοιξης, και τα σιχάθηκε βαθειά. Τα μαύρα ρούχα τα σιχάθηκε και το πένθος το μίσησε.
Σαν παντρεύτηκε ορκίστηκε να μην πάθει ποτέ
κακό και να μεγαλώσει εκείνη τα παιδιά της. Έτσι και έκανε. Το σπίτι της το
γέμισε παιδιά και τον κήπο της λουλούδια. Μέλισσες ζουζούνιζαν στην αυλή και
μέλι χρυσαφί κερνιούνταν οι
επισκέπτες της.
Τα παιδιά της
έμαθαν να γελάνε και να είναι γενναιόδωρα, ο ευτυχισμένος άντρας της την κοίταζε στα μάτια και πλήθαινε με τα μπερεκέτια της δουλειάς του τα
υπάρχοντα του σπιτιού και η θειά η Θέκλα συνέχεια γελούσε και κερνούσε την αγάπη της σ' όποιον την είχε
χρειαζούμενη.
Ακόμα και τώρα, στα ογδόντα πέντε της χρόνια,
συνεχίζει να γελάει. «Εμείς στο σπίτι μας πάντα γελάμε», λέει και είναι σίγουρη
πως έτσι ξορκίζει το κακό και πως εκείνο μη βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος θα προσπεράσει
και θα φύγει.
Η γυναίκα που δεν φοβήθηκε την ευτυχία, ζει ευτυχισμένα
ανάμεσα σε άντρα-παιδιά και εγγόνια, παρά την ηλικία της κάθε Κυριακή μαγειρεύει και τους φιλεύει αγαπώντας τους, και κάθε
καλοκαίρι ζωντανεύει τον μπαχτσέ του σπιτιού της φυτεύοντας λουλούδια και
αποκτώντας συνεχώς την καλύτερη επαφή με
τα συναισθήματά της διδάσκει στους άλλους την χαρά της ζωής και την αγάπη…
(Σημ: Για το διϊστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της γυναίκας.
συμμετέχουν με τίτλους:
κόκκινο τριαντάφυλλο
κόκκινο τριαντάφυλλο