Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Φθινόπωρο.


[.........]


Θα βρέχει τώρα και στο χωριό. Η βροχή θα μαστιγώνει τις πλάκες της αυλής και τα κεραμίδια. Το φρέσκο-σκαμμένο χώμα, απαλλαγμένο από τις ρίζες των καλοκαιρινών φυτών που πότε τσιγκούνικα και πότε γενναιόδωρα χάρισαν τους καρπούς τους, ρουφάει άπληστα το νερό. Ο ουρανός, σαν να μετάνιωσε ξαφνικά για το παρατεταμένο του γαλάζιο, θυμήθηκε πως φθινοπώριασε και γέμισε μαύρα σύννεφα. Οι χοντρές σταγόνες  του νερού πιτσίλισαν με μανία το τζάμι. Βρέχει ανελέητα και συνεχώς, βρώμικα ρυάκια κυλάνε στα σοκάκια της πόλης και κατηφορίζουν προς τον φυσικό τους αποδέκτη, την λίμνη. Το άλικο τριαντάφυλλο που άστραφτε προχθές κάτω από τον ήλιο της αυλής του χωριού, θα έχει ρίξει τα πέταλά του στην γη και τίποτα δεν θα θυμίζει την χαμένη του (τώρα πια) δόξα. Τα χρυσάνθεμα μόνο θα αντιστέκονται· και θα ψάχνουν να κρατήσουν την ηλιόλουστη ομορφάδα τους κάτω από τις σταγόνες της βροχής επιμένοντας σε κάτι μάταιο, αγνοώντας ίσως το «νόμιμο» και το φυσικό, που λέει πως όσο και να αγωνιάς για τον χειμώνα, εκείνος θάρθει και θάχει μπροστά του  για να σε θαμπώνει με την ομορφιά του, το πολύχρωμο φθινόπωρο …

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Τέσσερα.



Η Μέρκελ στην Αθήνα, η κρίση κυρίαρχη, ο πρωταγαπημένος  και πιο πιστός σου μπλογκο-φίλος στον ουρανό. Η ζωή  στο διαδίκτυο να μοιάζει όλο και πιο πολύ με την πραγματική. Μάσκες που αποκαλύπτουν, χαμόγελα γοητευτικά και αδιάφορα, αγάπες ασήμαντες και κάλπικες. Απουσίες που στιγματίζουν τον χώρο, και σχεδόν απαρατήρητες, μετατρέπονται σύντομα σε φευγαλέα ανάμνηση. Το φέιζμπουκ νικητής. Συνωστισμός  φίλων, στάτους, ομάδων, σελίδων. Χορταίνεις, αχόρταγος παραμένοντας. Όλο και πιο συχνά αναγνωρίζεις τα καμένα τσιπάκια  του εγκεφάλου σου, τα μετράς και συνεχίζεις. Κάτι σαν μαγνήτης σε τραβάει στο προφίλ σου. Αναζητάς ένα παράθυρο στον κόσμο που δεν υπάρχει, μόνο στην φαντασία σου το ονειρεύτηκες και στην αρχική σου  την σελίδα.

Σπάνια ξαναγυρνάς στο μπλογκάκι σου. Τούτο δω, δεν αστειεύεται. Θα σε γυρίσει τα μέσα-έξω, θα σε στίψει στις χίλιες τις στροφές, θέλει να του δώσεις ψυχή, πρέπει  να τα επιστρατεύσεις όλα. Έχει εσένα μέσα του και εσένα θέλει. Δεν μπορείς να του ξεφύγεις μ’ ένα λάικ.  Η σκέψη πως μόνο εδώ αξίζει να συχνάζεις, ελέγχεται ως υπερβολική. Είπαμε, η τιμή των πάντων, έχει πάρει την κατηφόρα και κυλάει ασταμάτητα  προς τα εκεί.

Διαβάζοντας τα προηγουμένων ετών γενέθλια- αναρτήσεις της agrampelli, δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλά σου.  Τα σχόλια, ευλογημένες αιτίες συγκίνησης, σε χαϊδέψανε και σε κανακέψανε για μιαν ακόμη φορά. Τους αγαπάς αυτούς τους ανθρώπους που με τις λέξεις τους, γράψανε ανεξίτηλα μέσα σου. Και σε ετούτο το τέλος των τεσσάρων χρόνων, ψάχνεις για μια καινούρια αρχή μέσα από παλιές αγάπες,  έμπνευση για το υπόλοιπο που ενδέχεται να υπάρξει εδώ.
 
«Πιστεύω την εγγενή δυνατότητα του ανθρώπου να εκπλήσσει», σου έγραψε ένας φίλος σήμερα και εσύ του απάντησες, «νομίζω, πως μόνο γι’ αυτές τις στιγμές ζω». Και τούτη δω, είναι  μια ώρα που σου γεννάει  μια αβάσταχτη ανάγκη σήμερα. Μια ανάγκη για εκείνο το ξάφνιασμα, το μοναδικό, που βάφει χρώμα κόκκινο τα μάγουλα και λαμπερό τα μάτια… 

(Η φωτογραφία του Κώστα Αρβανίτη.)

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Τέλος εποχής




Εδώ, είναι το σημείο που αποχαιρετάμε το καλοκαίρι, κάθε χρόνο. Το κάνουμε ασυνείδητα· ξαφνικά θυμόμαστε την εποχή που αλλάζει. Και με μια νοσταλγία ανακατεμένη με λυπημένη διάθεση, κοιτάμε τον ήλιο που δύει, και παρηγοριόμαστε με τον γλυκό Σεπτέμβρη…

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο Λύκος μας, δεν μένει πια εδώ


[…Πρώτα από όλα αγαπώ την Αγράμπελη μια φίλη που γνώρισα πριν από δύο περίπου χρόνια μέσα στο χάος του διαδικτύου και την αγαπώ τόσο που μου είναι αδύνατο να αρνηθώ την πρότασή της να παίξω στο παιχνιδάκι με τα «10 πράγματα που αγαπώ»….]

  έγραφε στο μπλόγκ του σε ανύποπτες ευτυχισμένες στιγμές…


¨Ητανε ένας άνθρωπος Ωραίος, με καρδιά  άκακου αρνιού και με όνομα Λύκου. Αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, τα λουλούδια, την ζωή. Φλέρταρε με τον θάνατο καιρό. Έφυγε νωρίς, μα όπως του άξιζε. Πολυαγαπημένος. Στο καλό Μοναχικέ μας Λύκε…

(η φωτογραφία από δικό του άλμπουμ  στο facebook)

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Μία μικρή ιστορία για το River Party.




[ Του άρεσε να παίζει με την άκρη της ζώνης της και το έκανε συνέχεια κάθε που βρισκότανε  δίπλα-δίπλα. Έπιανε τις δύο της άκρες με τα χέρια του και κάτι την ρώταγε πάντα, κοιτώντας την  στα μάτια: ]

-Λέγε, θα πάμε απόψε στο ποτάμι που θα είναι όλη η παρέα;
-Δεν σου  έχω πει να μην με πιάνεις από την ζώνη; Με νευριάζεις, άσε με!
-Καλά, σ αφήνω, αλλά θα ’ρθεις; Πες ναι…

[ Καλοκαίρι, δυο νεαρά  παιδιά και ένα χωριό στην άκρη του θεού. Βουνό καταπράσινο, πέτρινα σπίτια και ένα ποτάμι να το σκίζει στα δύο. Το βουνό, όχι το χωριό. Ρόλος του, να  ποτίζει και να  δροσίζει. Στα επόμενα χρόνια, θα γινότανε ο πρωταγωνιστής κάθε καλοκαιριού, αλλά αυτό θα το μάθαινε πολύ αργότερα. Προς το παρόν  κυλάει το γάργαρο και κατακάθαρο νεράκι στην κοίτη του και δροσίζει κάτι πιτσιρίκια που με τα βρώμικα βρακιά τους κολυμπάνε στα ρηχά του νερά.]

-Έλα ρε Μυρτώ, πείσε την μάνα σου να πάμε θα περάσουμε όμορφα…Χθές βράδυ το κανονίσανε θα είναι όλοι  εκεί,  οι αδερφές  του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ, αυτή που φοράει το σούπερ μίνι!

-Αχ βρε Άλκη, θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν; Αφού την ξέρεις την μάνα μου… Λες να μην το θέλω, αλλά παράτα την ιδέα, δεν υπάρχει περίπτωση να με αφήσει, ούτε καν θα το προσπαθήσω, στο λέω. Και παράτα την ζώνη μου!!!!

  [Τα κορίτσια του Θανάση από το Κλήβελαντ, η Σούζυ από τον Καναδά και η Τζούλυ,αυτή που φοράει το σούπερ μίνι, με έναν αέρα ελευθερίας που τις συνόδευε, απόκτημα της διαμονής τους «σε άλλη γη και άλλα μέρη» θα πηγαίνανε νύχτα στο ποτάμι, έξω από το χωριό με το κασετόφωνο του Παύλου και το φως του φεγγαριού, παρέα με τα αγόρια που ξετρελαίνονταν να τις συνοδεύουν και να μυρίζουν τον αέρα που τις τριγύριζε. Θα χορεύανε ακούγοντας ροκ, ντίσκο, Μπήτλς, Έλβις, νέο κύμα; Αδιάφορο, αφού είχανε ήδη μεθύσει με την προοπτική του κρυφού ραντεβού και την  γλυκειά αγωνία της αναμονής. Οι λιγότερο τολμηροί μαζί και η Μυρτώ θα χάνανε την έξαψη του πάρτυ, γιατί έτσι γίνεται πάντα, ο πιο γενναίος λέει κερδίζει και το κορίτσι και το παιχνίδι.]


-Θα μου πεις πως περάσατε ρε χαμένο; Ή θα συνεχίσεις να χαζογελάς με αυτό το ηλίθιο ύφος;
-Ρώτα τις φίλες σου, αυτές ξέρουν!
-Θα πάτε και σήμερα; Έτσι μου είπε η Σούζυ!
-Αφού το είπε η Σούζυ…Η Τζούλυ, είπε τίποτα;
- Η γιαγιά της μου είπε το πρωΐ, πως γύρισε μισομεθυσμένη και τραγούδαγε δυνατά.
-Αχά…Τραγούδαγε έ; Ωραία! Θα έρθει άραγε και σήμερα;
-Εσύ τι λές; "Ρίβερ πάρτυ-ρίβερ πάρτυ", φώναζε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού της γιαγιάς της ξυπόλητη και με τις ελβιέλες  στα χέρια!
-Α…και δεν μου λές; Εσύ κρυφοκοίταγες λιγάκι,ή μου φαίνεται;
-Βρε άει παράτα μας! Και εσύ δεν μου λές; Τι έγινε και παράτησες την ζώνη μου έ; E;;;;;


[ Εκείνο το μακρινό καλοκαιρινό βράδυ, στις όχθες του ποταμού που πότιζε και δρόσιζε το χωριό με τα πέτρινα σπίτια και έσκιζε το καταπράσινο βουνό στα δύο, γεννήθηκε το πρώτο river party .Κανείς από τους πρωταγωνιστές τους δεν φανταζότανε την συνέχεια που θα είχε στον χρόνο το συμβάν αυτό. Μόνο το ποτάμι «χαμογελούσε» και άπλωνε ήσυχα την αγκαλιά του στους νέους, που στα επόμενα καλοκαίρια αποζητούσανε όλο και πιο συχνά την δροσερή και παρήγορη γωνιά του για να στεγάσουν εκεί την έξαψή τους και την ανάγκη τους για  γλέντι και  χορό, αποφεύγοντας την ενοχλητική επιτήρηση των ενηλίκων. Για να μετρήσει φέτος πενήντα χιλιάδες εισιτήρια, τώρα, που το πάρτυ αυτό είναι πια μια υπόθεση του κόσμου όλου…]

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Λιλιπούτεια ελευθερία.


Η μικρή φιγούρα εμφανίστηκε ξαφνικά και χώρισε στα δύο το τοπίο. Στο εδώ, που το αποτελούσε η υπαίθρια αίθουσα πρωϊνού παραθαλάσσιου ξενοδοχείου και στο εκεί, της αμμουδιάς και της θάλασσας με έναν ήλιο από πάνω τους που μόνο τον Ιούλη τις κάνει να αστράφτουν έτσι. Η μικρή ήτανε χαριτωμένη, τόσο όσο χρειαζότανε για να τραβήξει την προσοχή μου ολόκληρη. Γύρω στα τέσσερα, ξυπόλητη με κοραλί φορεματάκι μακρύ, ως την μέση της γάμπας και μαλλάκι καρέ καστανόχρυσο. Αδιάφορη ως προς τα την τραπεζαρίας τεκταινόμενα, προχώρησε χωρίς αμφιβολίες προς την άμμο κάνοντας αναγνωριστικά βήματα.. Βύθιζε τα μικρά ποδαράκια  στο χάδι της και παίζοντας με αυτόν τον τρόπο, σήκωνε μια ανάλογης ποσότητας σκόνη από το χώμα στον αέρα και όλο ξεμάκραινε προς την θάλασσα. Η απομάκρυνση αυτή, συνέβαινε με μεγάλη φυσικότητα, χωρίς καμία ένδειξη δισταγμού, τόσο που με έκανε να αναρωτηθώ αν υπήρχαν οι γονείς, ή απλά η μικρή το είχε σκάσει από την ακτίνα της επίβλεψής τους, Γύρισα το κεφάλι μου ψάχνοντας για μία ένδειξη ανησυχίας· το ζευγάρι που πιθανότατα αποτελούσε αυτούς που αναζητούσα, ήτανε βυθισμένο στην πρωϊνή-αμίλητη ησυχία του καφέ. Παρατήρησα ένα γεμάτο νεροπότηρο άσπρο γάλα που μάλλον «ξεκουραζότανε» περιμένοντας τα χεράκια με το κοραλί φόρεμα να το τιμήσουνε. Γύρισα προς την θάλασσα. Η  μικρή μου έμπνευση είχε ξεμακρύνει αρκετά και η κομψή φιγούρα της φαινότανε παράλληλα με την ακτή να πετάει σαν χελιδονάκι. Αναλογίστηκα εδώ για το αόρατο σκοινί που μας συνδέει με τους φόβους μας. Εγώ π.χ. αν ξεμακρύνω μέσα στο νερό, ρίχνω συχνά το βλέμμα μου προς την ακτή, να εντοπίσω το σημείο που έχω ακουμπήσει τα πράγματά μου και αυτό είναι ένα πράγμα που μισώ, υπόλειμμα επιρροής που έχει ασκηθεί επάνω μου από το σκοινί που λέγαμε. Η ηρωΐδα μου όμως τυχερή (ως προς την ευρεία ακτίνα προσοχής των δικών της) και ανενόχλητη, έβρεχε τώρα τα ποδαράκια της στο νερό ανασηκώνοντας το φόρεμά της με τα δυό της χέρια. «Λίλα, Λίλα, έλα εδώ» ακούστηκε ξαφνικά και δύο φίλες της, (ή  ίσως αδελφές της) εμφανίστηκαν να τρέχουν προς το μέρος της. Η Λίλα γύρισε, τις κοίταξε και χαμογέλασε συνεχίζοντας αυτό που έκανε. Χωρίς δισταγμό και φόβο με μια σίγουρη αθωότητα, τέτοια που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν να χαίρονται και να επιβάλλουν. Οι δύο νεοφερμένες την ακολούθησαν στο παιχνίδι της. Πολύ αργότερα καθώς διάβαζα στην ξαπλώστρα μου, «τολμηρό παιδί η Λίλα σας» άκουσα, «πιο τολμηρή από εκείνην εγώ, η ψυχή μου το ξέρει, μα έτσι θέλω να μεγαλώσει, να περπατάει ξυπόλητη και να πατάει με σιγουριά στο χώμα»…

Έκλεισα το βιβλίο μου και βύθισα την ματιά μου στο γαλάζιο της θάλασσας χαμένη στην σκέψη μου. Όταν  άδειασα το μυαλό μου, μια μικρή οπτασία μου μίλησε: «Με λένε Ελευθερία, όχι Λίλα» μου χαμογέλασε…

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Μια ηλιαχτίδα


Να σε ξυπνάει μια ηλιαχτίδα,τζιτζίκια εν χορώ, (ζζζζζζζζζζζ.....) και  άρωμα ακακίας...Δεν το λες και χάλια:)

(άντε, και μουχλιάσαμε εδώ:)