Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012
Μια ηλιαχτίδα
Ετικέτες
θάλασσα,
καλοκαίρι,
φωτογραφίες
Κυριακή 10 Ιουνίου 2012
μια τυχαία στιγμή.
Τους είδα ξαφνικά καθώς περπατούσα. Και οι δύο είχαν σηκωμένο το ίδιο χέρι,
το δεξί, και το κουνούσανε σε μια κίνηση αποχαιρετισμού προς το υπεραστικό
λεωφορείο της πόλης μας που εκείνη την στιγμή ξεκινούσε το ταξίδι του. Τα μάτια
τους είχανε ζωγραφισμένη μέσα τους μια κουρασμένη απόγνωση, κάτι σαν ήσυχο θάνατο.
Ύστερα πιαστήκανε χέρι-χέρι και φύγανε αργά-αργά προς στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ίσως και να έπαιρνε μακριά ότι πιο πολύ αγαπούσανε…
Τρίτη 22 Μαΐου 2012
Ένα παραμύθι
(αυτό το παραμύθι το έγραψε η φίλη της καρδιάς μου Καλλιόπη,σαν δώρο για την γιορτή μου·την ευχαριστώ και την αγαπώ...πολύ!)
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή σε όλο το Βασίλειο της Καστοριάς και το όνομά της έκρυβε την πιο σπάνια μυρωδιά, την έλεγαν Αρμπαρόριζα!Οι γονείς της την αγαπούσαν πολύ, μα ανησυχούσαν γιατί η Αρμπαρόριζα δεν έμοιαζε με τα άλλα κορίτσια, ήταν ατίθαση. Της άρεσε να είναι κάθε μέρα έξω και να παίζει στα νερά του ποταμού, να κυνηγάει κάμπιες και ελάφια και να ανακαλύπτει φωλίτσες χελιδονιών!
«Κόρη μας, -της έλεγαν οι γονείς της- έτσι όπως κάνεις, κανείς δεν θα σε θέλει για γυναίκα του! Πρέπει να μάθεις κέντημα και μαγειρική, να μάθεις με τους δασκάλους σου την Ανωτάτη Διπλωματική!»
Η Αρμπαρόριζα, όμως , δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Ήθελε να είναι κοντά στον ήλιο και να τρέχει μαζί με τα σύννεφα.
Τα χρόνια πέρασαν σα νεράκι και η μικρή Αρμπαρόριζα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά! Τα κάλλη της δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα από κανένα βασιλόπουλο στο βασίλειο, όμως κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει γιατί ήταν πολύ ελεύθερη και τη φοβόντουσαν .
«Κόρη μας -της ξαναείπαν οι γονείς της μια μέρα- ήρθες σε ηλικία γάμου, το βασίλειό μας χρειάζεται διάδοχο, δεν γίνεται να μείνεις άλλο ανύπανδρη.»
Οι πιέσεις ήταν τόσο μεγάλες που η Αρμπαρόριζα έτρεξε στο αγαπημένο της ποτάμι και για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλλε τα κλάματα. Ένα με το γάργαρο νεράκι του ποταμού έγιναν τα δάκρυά της!
-Επ! Τι γίνεται εδώ; Ποιός με βρέχει; ακούστηκε μια φωνή.
-Ποιός μίλησε; η Αρμπαρόριζα ρώτησε τρομαγμένη.-Εγώ, ο Ποταμός! Αρκετή υγρασία έχω, γιατί με βρέχεις; μμμ... μιαμμμ... και μάλιστα με αλμυρό νερό! Μήπως σε λένε Θάλασσα;
-Όχι, όχι! Αρμπαρόριζα με λένε! Δάκρυα πέσανε στο νεράκι σου Ποταμέ μου, κατά λάθος! Συγγνώμη!
-Μμμμ!!! Για σκύψε λίγο να δω το προσωπάκι σου!
Η Αρμπαρόριζα έσκυψε και το πρόσωπό της καθρεφτίστηκε στα καθαρά νερά του Ποταμού.
-Ω! Ω! ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΚΟΠΕΛΑ!ΒΡΕ, ΒΡΕ,ΒΡΕ! Σε θυμάμαι, χρόνια τώρα έρχεσαι εδώ και παίζεις! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί τόσο κλάμα;
-Θέλουν να με παντρέψουν!
-Πολύ όμορφα! Δεν χαίρεσαι; Θα κάνεις παιδάκια και θα έχεις κάποιον δίπλα σου που θα σε αγαπάει!
-Δεν μπορώ να χαρώ Ποταμέ μου γιατί δεν έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα κανέναν, δεν ξέρω τι είναι η αγάπη. Πώς θα γίνω ευτυχισμένη αν δεν αγαπήσω;
-Μα και βέβαια έχεις αγαπήσει!
-Έχω;
-Μα ναι! Αγαπάς τα λουλούδια, τα ζώα, τη φύση! Αγαπάς τα πουλάκια, το νερό μου, τα δένδρα! Αγαπάς το γέλιο και την ανεμελιά! Αγαπάς το τραγούδι και τα σύννεφα! Χρόνια σε παρακολουθώ που τρέχεις πλάι μου και χοροπηδάς μαζί με τα ελαφάκια.
-Ναι, Ποταμέ μου, με τι τρόπο να επιλέξω σύντροφο; Οι γονείς μου θέλουν να κάνουν ένα χορό και να καλέσουν όλα τα βασιλόπουλα της Καστοριάς ,ώστε να επιλέξω σύζυγο… πώς; Αφού δεν έχω αγαπήσει κανέναν! Πώς θα ξέρω αν η επιλογή μου θα είναι σωστή;
-Αρμπαρόριζα! Συγκεντρώσου! Θα επιλέξεις ένα Σύντροφο που θα Αγαπάει τα ίδια με σένα και να είσαι σίγουρη θα γίνεις πολύ ευτυχισμένη!
- Μα κανένα βασιλόπουλο δεν με θέλει! Δεν έμαθα κέντημα και μαγειρική ,ούτε Διπλωματική!
-Τότε να είσαι σίγουρη ότι θα επιλέξεις ακόμη πιο σωστά!!!
Είπε ο Ποταμός και χάθηκε στα γάργαρα νερά του!
Το παλάτι λουζόταν από φως. Οι μάγειρες και οι μαγείρισσες είχαν γεμίσει τα τραπέζια με τα πιο πλούσια φαγητά: Πάπιες ψητές με σάλτσα πορτοκάλι, αγριογούρουνα με δαμάσκηνα, μήλα με κανέλλα, πατέ σολωμού, εστραγκόν με μύδια, πουρές από καρότα, πέστροφες με μαγιονέζα, ελάφια, γαλοπούλες, στρουθοκάμηλοι και κοτόπουλα, κρασί κόκκινο και άσπρο από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες και φρούτα όλων των ειδών και εποχών!
Όλος ο καλός κόσμος είχε δώσει το παρόν και δοκίμαζε τα πλούσια εδέσματα. Η Αρμπαρόριζα ,όμως, ήταν πολύ θλιμμένη. Παρατηρούσε τα βασιλόπουλα να κοιτάζουν τα φαγητά και να χαριεντίζονται με τις κυρίες των τιμών. Κανένα βασιλόπουλο δεν της άρεσε, και η θλίψη της γινόταν ακόμη πιο μεγάλη, όσο πλησίαζε η ώρα για τον χορό.
«Κόρη μας, -είπαν οι γονείς της- σε λίγο πρέπει να ανοίξεις το χορό! Πρέπει να διαλέξεις!»
Η Αρμπαρόριζα σηκώθηκε απότομα όρθια και φώναξε στην γεμάτη από κόσμο αίθουσα:
-ΟΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΜΟΥ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΣ ΜΟΥ!!!
ΕΧΕΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!
Η μητέρα της στο άκουσμα της παράξενης απαίτησης λιποθύμησε και ο βασιλιάς πατέρας της σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, απελπισμένος!
Η αίθουσα άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει, όπως είχαν και τα πιάτα γίνει καθρέπτης από τις τόσες ακρίδες στο παλάτι!
Κανείς δεν ήθελε την Αρμπαρόριζα για γυναίκα του και ψίθυροι ακουγόντουσαν ότι σίγουρα πάσχει από μια σπάνια ασθένεια…
Σχεδόν είχε αδειάσει η μεγάλη σάλα, όταν ξαφνικά ένα παλικάρι ακούστηκε να λέει:
-Βασιλοπούλα μου, τα μαλλιά σου είναι τα πιο όμορφα που υπάρχουν και γνωρίζω ένα λουλούδι που φυτρώνει σε κάθε αυλή και μπαλκόνι και έχει το δικό σου άρωμα, μα αν το κόψω θα χάσει την ομορφιά του. Μπορώ όμως να στο δείξω!
-Ωραία! πού είναι;
-Κάτω από το μπαλκόνι σου! Είναι ένα πράσινο φυτό που βγάζει όμορφα λιλά λουλουδάκια και κάθε που το ποτίζω ένα υπέροχο άρωμα αναδεύεται στην ατμόσφαιρα και τραγουδάει με τα μαλλιά σου!
Η βασιλοπούλα έτρεξε αμέσως να το δει. Κούνησε λίγο τα πράσινα φύλλα του και ένα υπέροχο άρωμα ελευθερώθηκε!
-Μα ποιό βασιλόπουλο είσαι εσύ; ρώτησε η Αρμπαρόριζα το παλικάρι.
-Είμαι ο κηπουρός σας!
Η Αρμπαρόριζα τον κοίταξε γεμάτη αγάπη και θυμήθηκε τα λόγια του Ποταμού.
-Θέλεις να χορέψουμε;
Ο κηπουρός της άγγιξε το χέρι και πήγαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν το πιο μελωδικό βαλς, και οι δυο νέοι έλαμπαν από ευτυχία! Οι γονείς της Αρμπαρόριζας αγκαλιασμένοι τους κοίταζαν με ικανοποίηση.
Στο γάμο τους παντού υπήρχαν ανθάκια του αρωματικού φυτού, που πήρε το όνομα της βασιλοπούλας και από τότε όλοι το έλεγαν Αρμπαρόριζα!
Η βασιλοπούλα, μάλιστα, για να ευχαριστήσει τον Ποταμό πήγε πολλές ρίζες αρμπαρόριζας και τις φύτεψε στην όχθη του!
Ο κηπουρός τη φρόντιζε σαν τα μάτια του τη βασιλοπούλα και έτσι ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑ!
Όλα αυτά έγιναν μια φορά κι ένα καιρό…
«Κόρη μας, -της έλεγαν οι γονείς της- έτσι όπως κάνεις, κανείς δεν θα σε θέλει για γυναίκα του! Πρέπει να μάθεις κέντημα και μαγειρική, να μάθεις με τους δασκάλους σου την Ανωτάτη Διπλωματική!»
Η Αρμπαρόριζα, όμως , δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Ήθελε να είναι κοντά στον ήλιο και να τρέχει μαζί με τα σύννεφα.
Τα χρόνια πέρασαν σα νεράκι και η μικρή Αρμπαρόριζα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά! Τα κάλλη της δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα από κανένα βασιλόπουλο στο βασίλειο, όμως κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει γιατί ήταν πολύ ελεύθερη και τη φοβόντουσαν .
«Κόρη μας -της ξαναείπαν οι γονείς της μια μέρα- ήρθες σε ηλικία γάμου, το βασίλειό μας χρειάζεται διάδοχο, δεν γίνεται να μείνεις άλλο ανύπανδρη.»
Οι πιέσεις ήταν τόσο μεγάλες που η Αρμπαρόριζα έτρεξε στο αγαπημένο της ποτάμι και για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλλε τα κλάματα. Ένα με το γάργαρο νεράκι του ποταμού έγιναν τα δάκρυά της!
-Επ! Τι γίνεται εδώ; Ποιός με βρέχει; ακούστηκε μια φωνή.
-Ποιός μίλησε; η Αρμπαρόριζα ρώτησε τρομαγμένη.-Εγώ, ο Ποταμός! Αρκετή υγρασία έχω, γιατί με βρέχεις; μμμ... μιαμμμ... και μάλιστα με αλμυρό νερό! Μήπως σε λένε Θάλασσα;
-Όχι, όχι! Αρμπαρόριζα με λένε! Δάκρυα πέσανε στο νεράκι σου Ποταμέ μου, κατά λάθος! Συγγνώμη!
-Μμμμ!!! Για σκύψε λίγο να δω το προσωπάκι σου!
Η Αρμπαρόριζα έσκυψε και το πρόσωπό της καθρεφτίστηκε στα καθαρά νερά του Ποταμού.
-Ω! Ω! ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΚΟΠΕΛΑ!ΒΡΕ, ΒΡΕ,ΒΡΕ! Σε θυμάμαι, χρόνια τώρα έρχεσαι εδώ και παίζεις! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί τόσο κλάμα;
-Θέλουν να με παντρέψουν!
-Πολύ όμορφα! Δεν χαίρεσαι; Θα κάνεις παιδάκια και θα έχεις κάποιον δίπλα σου που θα σε αγαπάει!
-Δεν μπορώ να χαρώ Ποταμέ μου γιατί δεν έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα κανέναν, δεν ξέρω τι είναι η αγάπη. Πώς θα γίνω ευτυχισμένη αν δεν αγαπήσω;
-Μα και βέβαια έχεις αγαπήσει!
-Έχω;
-Μα ναι! Αγαπάς τα λουλούδια, τα ζώα, τη φύση! Αγαπάς τα πουλάκια, το νερό μου, τα δένδρα! Αγαπάς το γέλιο και την ανεμελιά! Αγαπάς το τραγούδι και τα σύννεφα! Χρόνια σε παρακολουθώ που τρέχεις πλάι μου και χοροπηδάς μαζί με τα ελαφάκια.
-Ναι, Ποταμέ μου, με τι τρόπο να επιλέξω σύντροφο; Οι γονείς μου θέλουν να κάνουν ένα χορό και να καλέσουν όλα τα βασιλόπουλα της Καστοριάς ,ώστε να επιλέξω σύζυγο… πώς; Αφού δεν έχω αγαπήσει κανέναν! Πώς θα ξέρω αν η επιλογή μου θα είναι σωστή;
-Αρμπαρόριζα! Συγκεντρώσου! Θα επιλέξεις ένα Σύντροφο που θα Αγαπάει τα ίδια με σένα και να είσαι σίγουρη θα γίνεις πολύ ευτυχισμένη!
- Μα κανένα βασιλόπουλο δεν με θέλει! Δεν έμαθα κέντημα και μαγειρική ,ούτε Διπλωματική!
-Τότε να είσαι σίγουρη ότι θα επιλέξεις ακόμη πιο σωστά!!!
Είπε ο Ποταμός και χάθηκε στα γάργαρα νερά του!
Το παλάτι λουζόταν από φως. Οι μάγειρες και οι μαγείρισσες είχαν γεμίσει τα τραπέζια με τα πιο πλούσια φαγητά: Πάπιες ψητές με σάλτσα πορτοκάλι, αγριογούρουνα με δαμάσκηνα, μήλα με κανέλλα, πατέ σολωμού, εστραγκόν με μύδια, πουρές από καρότα, πέστροφες με μαγιονέζα, ελάφια, γαλοπούλες, στρουθοκάμηλοι και κοτόπουλα, κρασί κόκκινο και άσπρο από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες και φρούτα όλων των ειδών και εποχών!
Όλος ο καλός κόσμος είχε δώσει το παρόν και δοκίμαζε τα πλούσια εδέσματα. Η Αρμπαρόριζα ,όμως, ήταν πολύ θλιμμένη. Παρατηρούσε τα βασιλόπουλα να κοιτάζουν τα φαγητά και να χαριεντίζονται με τις κυρίες των τιμών. Κανένα βασιλόπουλο δεν της άρεσε, και η θλίψη της γινόταν ακόμη πιο μεγάλη, όσο πλησίαζε η ώρα για τον χορό.
«Κόρη μας, -είπαν οι γονείς της- σε λίγο πρέπει να ανοίξεις το χορό! Πρέπει να διαλέξεις!»
Η Αρμπαρόριζα σηκώθηκε απότομα όρθια και φώναξε στην γεμάτη από κόσμο αίθουσα:
-ΟΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΜΟΥ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΣ ΜΟΥ!!!
ΕΧΕΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!
Η μητέρα της στο άκουσμα της παράξενης απαίτησης λιποθύμησε και ο βασιλιάς πατέρας της σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, απελπισμένος!
Η αίθουσα άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει, όπως είχαν και τα πιάτα γίνει καθρέπτης από τις τόσες ακρίδες στο παλάτι!
Κανείς δεν ήθελε την Αρμπαρόριζα για γυναίκα του και ψίθυροι ακουγόντουσαν ότι σίγουρα πάσχει από μια σπάνια ασθένεια…
Σχεδόν είχε αδειάσει η μεγάλη σάλα, όταν ξαφνικά ένα παλικάρι ακούστηκε να λέει:
-Βασιλοπούλα μου, τα μαλλιά σου είναι τα πιο όμορφα που υπάρχουν και γνωρίζω ένα λουλούδι που φυτρώνει σε κάθε αυλή και μπαλκόνι και έχει το δικό σου άρωμα, μα αν το κόψω θα χάσει την ομορφιά του. Μπορώ όμως να στο δείξω!
-Ωραία! πού είναι;
-Κάτω από το μπαλκόνι σου! Είναι ένα πράσινο φυτό που βγάζει όμορφα λιλά λουλουδάκια και κάθε που το ποτίζω ένα υπέροχο άρωμα αναδεύεται στην ατμόσφαιρα και τραγουδάει με τα μαλλιά σου!
Η βασιλοπούλα έτρεξε αμέσως να το δει. Κούνησε λίγο τα πράσινα φύλλα του και ένα υπέροχο άρωμα ελευθερώθηκε!
-Μα ποιό βασιλόπουλο είσαι εσύ; ρώτησε η Αρμπαρόριζα το παλικάρι.
-Είμαι ο κηπουρός σας!
Η Αρμπαρόριζα τον κοίταξε γεμάτη αγάπη και θυμήθηκε τα λόγια του Ποταμού.
-Θέλεις να χορέψουμε;
Ο κηπουρός της άγγιξε το χέρι και πήγαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν το πιο μελωδικό βαλς, και οι δυο νέοι έλαμπαν από ευτυχία! Οι γονείς της Αρμπαρόριζας αγκαλιασμένοι τους κοίταζαν με ικανοποίηση.
Στο γάμο τους παντού υπήρχαν ανθάκια του αρωματικού φυτού, που πήρε το όνομα της βασιλοπούλας και από τότε όλοι το έλεγαν Αρμπαρόριζα!
Η βασιλοπούλα, μάλιστα, για να ευχαριστήσει τον Ποταμό πήγε πολλές ρίζες αρμπαρόριζας και τις φύτεψε στην όχθη του!
Ο κηπουρός τη φρόντιζε σαν τα μάτια του τη βασιλοπούλα και έτσι ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑ!
Όλα αυτά έγιναν μια φορά κι ένα καιρό…
Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
Της Ζωής.
Εκείνα τα χρόνια που η άνοιξη ήταν άνοιξη και όλες οι εποχές στην θέση τους, μια τέτοια μέρα σαν την σημερινή που γιορτάζεται η Zωή, (καθόλου τυχαία μέσα στην καρδιά της άνοιξης), γινότανε σε ένα διπλανό χωριό ένα πανηγύρι. Γέμιζε το μονοπάτι της χαράδρας που οδηγούσε εκεί, χρώματα από κοριτσίστικα φουστάνια, (ανακατεμένα με το λαδί των νιόφυτρων φυλλωμάτων), και φωνές ανακατεμένες με γελάκια, που ανέβαιναν ψηλά και χάιδευαν τον ασπρογάλαζο ουρανό. Σαν φτάνανε, στρώνανε οι γυναίκες χάμω τις κουρελούδες και ακουμπούσανε πάνω τους τα καλάθια που είχανε μέσα το φαγί και το πιοτί. Στις πιο μερακλίδικες παρέες είχε ανατεθεί ο ρόλος του να φροντίσουνε για την μουσική· παραδίπλα τους, είχανε τους γύφτους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, με τα κλαρίνα, τα νταούλια και το ακορντεόν και περιμένανε να τελειώσει η λειτουργία. Γύρω τους μαζευότανε κόσμος πολύς· ανυπόμονα περιμένανε την ώρα που το μερμήγκιασμα της σπονδυλικής στήλης θα διέταζε τον χορό...
Τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια, θέλοντας να απομακρυνθούνε λιγάκι από την αρχέγονη επιτήρηση, κατεβαίνανε το μονοπάτι που οδηγούσε στον καταρράχτη και στην μικρή εκκλησία στην άκρη του γκρεμού. Χαιδεύανε οι άκρες των φουστανιών τις μαργαρίτες, και τα χαμηλωμένα ματοτσίνορα, τα δήθεν άφοβα μάτια των αγοριών που χλωμά από επιθυμία ακολουθούσαν τις διαταγές της σάρκας τους. Σε τέτοιους τόπους τότε συναντιόντουσαν οι νέοι με τον έρωτα, εκεί και με τα ανταμωμένα βλέμματα, αγαπούσαν ποθούσαν και μεθούσαν την ηδονή της επιθυμίας. Σαν έπεφτε το σούρουπο και όλα τελειώνανε, σιγά-σιγά συνέρχονταν οι άνθρωποι και όσοι είχανε κοινωνήσει με τον χορό, κουρασμένοι παίρνανε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με όλους τους άλλους, ακόμη και με εκείνους που αυτό το πανηγύρι δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ….
(Το πανηγύρι της Τσούκας)
(Το πανηγύρι της Τσούκας)
Ετικέτες
Άνοιξη,
γιορτές κι πανηγύρια,
κάτι απο μένα
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
το δικό μου Πάσχα
Ένα φορεματάκι μάλλινο βεραμάν· με υφασμάτινα λουλουδάκια στο μπούστο και στρογγυλό γιακαδάκι. Μια ανεπαίσθητη ενοχή στο: «η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή. Κλεφτή ματιά, με άρωμα βιολέτας, στις λόγχες από το βλέμμα των αγοριών οι μυροφόρες. Επιτάφιος θρήνος : «ω γλυκύ μου έαρ» και στην επιστροφή η φωνή του ψάλτη: « τις εστί, βασιλεύς ή Ιουδαίος;». Μυρωδιές από ανθισμένες πασχαλιές …
Τρία κορίτσια ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό. Με τις ανόμοιες ηλικίες τους παρέα και με κοινό προορισμό. Να αιχμαλωτίσουν μια αίσθηση της άνοιξης σε στολισμένες εκκλησίες και να νοιώσουν την δύναμη της κατάνυξης στον ανθοστόλιστο επιτάφιο. Η εξαίσια μυρωδιά της μαγειρίτσας το απόγευμα του Σαββάτου…Το τραπέζι της Λαμπρής συμπληρωμένο με όσα ακριβώς του χρειάζονται. Κόκκινο και χαρά, σε ίσες δόσεις. Το ελάχιστο αίσθημα της απογοήτευσης και το άλλο, του κορεσμού, στο σούρουπο της Κυριακής. Ένα πάζλ αναμνήσεων, πασχαλινό, παλιό και καινούριο, γεμάτο σύγχυση αναμονής και εξαιρετικής ποιότητας νοσταλγία….
Ετικέτες
Πάσχα
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
βήμα-βήμα έρχεται η ανάσταση.
Ο Φλεβάρης, (όχι μόνος του παρέα με κείνον τον σκανταλιάρη φίλο του), εκνευρισμένος από τον βαρύ χειμώνα που κουβαλούσε στην πλάτη του και θέλοντας κάπου να ξεθυμάνει, μούδωσε μια γερή κουτουλιά και με έριξε κάτω. Εκεί κάτω συναντήθηκα με μια ανάλγητη influenza που πήρε και με ζύμωνε αργά-αργά, προσθέτοντας στο μείγμα ίσες δόσεις πυρετού και έντονου βήχα, συστατικά τα οποία σιωπηλά και ενωμένα κυβερνούσανε την ύπαρξή μου. Στην κυριαρχία της απάνω μέτρησα τα λουλούδια της άνοιξης που «με κρότο ανοίγανε ένα-ένα», καταπώς λέει και ο ποιητής. Κλεισμένη την βδομάδα η γρίπη, σαν έκπτωτη βασίλισσα με κοίταξε με το κρύο της βλέμμα, έκλεισε την πόρτα πίσω της και έφυγε. Έξω από το σπίτι, βήμα-βήμα οι χαιρετισμοί φέρνανε την ανάσταση…
Ετικέτες
Α.,
Άνοιξη,
κάτι απο μένα
Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012
εδώ χρειάζομαι μια μικρή,μικρή βοήθεια...την δική σας;-)
Ετικέτες
μπλογκ και απορίες
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


