Το μπλογκάκι μου, κλείνει τούτες τις μέρες δυο χρόνια ζωής. Νομίζω πως είχαν και κείνες οι μέρες κάτι από την γλύκα της σημερινής .Ήλιος που τον αγαπάς, ζεστούλα που την έχεις ανάγκη, και κάτι σύννεφα στον ουρανό που σε κάνουνε με την ομορφιά τους σχεδόν να πονάς…Ίσως να είναι η καθαρότητα του που τον κάνει να έχει άλλο χρώμα, ή ίσως γιατί εύκολα τώρα αντέχω να σηκώσω το βλέμμα μου ψηλά ,δεν ξέρω και για πόσα άλλα ίσως, αυτές τις μέρες λατρεύω τα σύννεφα…Μπορεί και να πετάω εκεί, ή και να ακουμπάω σε αυτά τα όνειρά μου, μα ούτε και τούτο το θεωρώ κακό. Επίσης ιδέα δεν έχω, για το τι φανταζόμουνα, ούτε και τι περίμενα καθώς δημιουργούσα την σελίδα μου με το όνομα agrampelli,ένα όνομα που πολύ αγάπησα από τότε που πρωτοδιάβασα το: «ένα παιδί μετράει τ΄άστρα».Μάλλον ανύποπτη και υπερβολικά σαστισμένη προχωρούσα μέσα σε έναν χώρο που με αγκάλιασε τρυφερά.Ίσως η φράση «του οφείλω πολλά» να μοιάζει κλισέ, μα επιτρέψτε μου να την χρησιμοποιήσω. Είναι άλλωστε ένας χώρος που έχω ακουμπήσει κομμάτια της καρδιάς μου και όχι μόνο γράφοντας. Μαγικός ο κόσμος των μπλόγκ, ήτανε για μένα ( και εξακολουθεί να είναι),η πιο μεγάλη μου αγάπη στο διαδύκτιο.Εδώ γνώρισα σκέψεις ανθρώπων υπέροχες,τρυφερές, καυστικές, χαριτωμένες,προκλητικές ή αθώες, αφουγκράστηκα αγωνίες και βάσανα και πιστέψτε με, τις αγάπησα όλες. Συνεχίζω λοιπόν μαζί σας προσπαθώντας να διατηρήσω την αρχική μου αθωότητα σε ένα μπλόγκ αλλαλούμ, χωρίς συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά πολύ προσωπικό, έτσι όπως ξεκίνησα. Με φωτογραφίες, τραγουδάκια, σκέψεις και μικρές ιστορίες που μαζί σας ανακάλυψα πως μου είναι αρκετά εύκολο να γράφω. Τον θησαυρό μου τον πιο πολύτιμο, τους ανθρώπους που εξ αιτίας του γνώρισα-αγάπησα-εκτίμησα-ερωτεύτηκα-συγκινήθηκα, τον κρατάω φυλαγμένο στο πιο ακριβό σημείο της καρδιάς μου. «Να είναι ότι πιο τυχερό έχεις κάνει στην ζωή σου», θυμάμαι να μου εύχεται μία από αυτούς. Και νομίζω πως η ευχή εκείνη, καθώς έβγαινε από σημείο της ύπαρξης πολύ ειλικρινές και γεμάτο μεγαλείο, ναι πέτυχε τον στόχο της. Επιτρέψτε μου λοιπόν να νοιώθω ευλογημένη-χαρούμενη και αρκετά τυχερή, μέσα σε μια μέρα όμορφη σαν την σημερινή και κάτω από έναν ουρανό σαν πίνακα του Γκρέκο…
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010
Τρίτη 24 Αυγούστου 2010
Η μουριά.
Στην άκρη του σοκκακιού, κολλητά στον τοίχο της εκκλησίας είναι φυτρωμένη μια μουριά. Κανείς δεν θυμάται πια πότε εμφανίστηκε, λες και ήτανε από πάντα εκεί, ακριβώς όπως γίνεται με τους παλιούς γειτόνους, ξεχνάμε το πότε ήρθανε και πόσο καιρό μας συντροφεύουνε. Έτσι και η μουριά. Μας χαρίζει τον παχύ της ίσκιο και τα γλυκά άσπρα της μούρα χωρίς να μας ζητάει τίποτα, παρά μόνο το κρυφοχαμόγελο και την ευγνωμοσύνη μας για την ύπαρξή της.
Εκεί, κάτω από την μουριά αυτή, ήτανε κάποτε το σύνορο που η Ηρώ σταματούσε, καθώς ξεπροβόδαγε τον άντρα που τους επισκεπτότανε στο σπίτι. Αυτό που κατοικούσαν όλοι μαζί: Η Ηρώ με την οικογένειά της, ο αδερφός της με την δική του και η χήρα μητέρα τους. Ένα μεγάλο νεοκλασικό αρχοντικό «χίλιους καλούς χωράει»,όπως λέει και ο λαός.
Έτσι εκεί μέσα χώρεσε και τον ανομολόγητο και απαγορευμένο έρωτα της Ηρώς για τον άντρα εκείνον. Όπως αρκετά συχνά και ανεξήγητα συμβαίνει,(χημεία το λένε τώρα), γοητεύτηκε από εκείνον. Μυστήριο ανεξιχνίαστο έμεινε για μας,το τι ένοιωσε γι'αυτήν ο μοιραίος εκείνος για την ζωή της άνθρωπος. Η ηρωίδα μας πάντως μόλις τον αντίκρυζε τα μάτια άρχιζαν να λάμπουν.. Φωτιζότανε ολόκληρη από την γνωστή λάμψη των ερωτευμένων ανθρώπων, που όσο και να προσπαθούσε, δεν κατάφερνε ποτέ να την κρύψει με επιτυχία. Τον άντρα της βλέπεις, έναν ήσυχο άνθρωπο, τον παντρεύτηκε μικρή και μαζί του απόκτησε τα δύο παιδιά της. Ποτέ μου δεν έμαθα αν και πόσο τον είχε αγαπήσει. Όπως και η μουριά, ήτανε από πάντα θαρρείς σύζυγός της.
Φαντάζομαι πως εκείνη την φωτιά που έκαιγε στα μάτια της για τον Άλλον, μάλλον πρώτη φορά στην ζωή του θα την αντίκρισε. Ίσως και να τρόμαξε λιγάκι. Εκείνη που σίγουρα αναστατώθηκε ήταν η μητέρα της, μια ιδιαίτερα δυναμική γυναίκα, που δεν άφηνε τίποτα στη τύχη του. Έλαβε τα μέτρα της, όπως ήξερε πάντα να κάνει, και σιγά-σιγά ο οικογενειακός φίλος που τάραξε την οικογενειακή τους γαλήνη, απομακρύνθηκε από τον περίγυρό τους.
Η Ηρώ, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα, μαράθηκε. Δεν την είδαμε ποτέ ξανά, να επιστρέφει από την μουριά με χαμηλωμένα και χαμογελαστά τα λαμπερά της μάτια. Κλείστηκε μέσα στο σπίτι της και χωρίς κέφι, συνέχισε την ζωή της. Σιγά-σιγά την ξεχάσαμε και εμείς. Ώσπου κάποια μέρα μάθαμε το θλιβερό της νέο. Αρρώστησε από μια αρρώστια που γρήγορα την έφερε στο τέλος.
Απο όσο θυμάμαι αυτό ήτανε (από σύμπτωση ίσως, ή από εκδίκηση του φτερωτού θεού) και η απαρχή πολλών ατυχιών, που συνέβησαν στην οικογένειά της στην συνέχεια. Σήμερα στο σπίτι αυτό, ο μοναδικός του κάτοικος είναι ο άντρας της. Σιωπηλά και ήσυχα συνεχίζει την ζωή του, όπως έκανε πάντα. Σιωπηλό και ήσυχο μοιάζει και το σπίτι. Μόνο,που κάποια απογεύματα του καλοκαιριού, εκεί την ώρα που σουρουπώνει και πέφτουν οι σκιές, νοιώθω πως κάπου εκεί γύρω τριγυρίζει η μορφή της όμορφης Ηρώς και το φως των ξανθών μαλλιών της φωτίζει το σκιερό φύλλωμα της μουριάς…
Εκεί, κάτω από την μουριά αυτή, ήτανε κάποτε το σύνορο που η Ηρώ σταματούσε, καθώς ξεπροβόδαγε τον άντρα που τους επισκεπτότανε στο σπίτι. Αυτό που κατοικούσαν όλοι μαζί: Η Ηρώ με την οικογένειά της, ο αδερφός της με την δική του και η χήρα μητέρα τους. Ένα μεγάλο νεοκλασικό αρχοντικό «χίλιους καλούς χωράει»,όπως λέει και ο λαός.
Έτσι εκεί μέσα χώρεσε και τον ανομολόγητο και απαγορευμένο έρωτα της Ηρώς για τον άντρα εκείνον. Όπως αρκετά συχνά και ανεξήγητα συμβαίνει,(χημεία το λένε τώρα), γοητεύτηκε από εκείνον. Μυστήριο ανεξιχνίαστο έμεινε για μας,το τι ένοιωσε γι'αυτήν ο μοιραίος εκείνος για την ζωή της άνθρωπος. Η ηρωίδα μας πάντως μόλις τον αντίκρυζε τα μάτια άρχιζαν να λάμπουν.. Φωτιζότανε ολόκληρη από την γνωστή λάμψη των ερωτευμένων ανθρώπων, που όσο και να προσπαθούσε, δεν κατάφερνε ποτέ να την κρύψει με επιτυχία. Τον άντρα της βλέπεις, έναν ήσυχο άνθρωπο, τον παντρεύτηκε μικρή και μαζί του απόκτησε τα δύο παιδιά της. Ποτέ μου δεν έμαθα αν και πόσο τον είχε αγαπήσει. Όπως και η μουριά, ήτανε από πάντα θαρρείς σύζυγός της.
Φαντάζομαι πως εκείνη την φωτιά που έκαιγε στα μάτια της για τον Άλλον, μάλλον πρώτη φορά στην ζωή του θα την αντίκρισε. Ίσως και να τρόμαξε λιγάκι. Εκείνη που σίγουρα αναστατώθηκε ήταν η μητέρα της, μια ιδιαίτερα δυναμική γυναίκα, που δεν άφηνε τίποτα στη τύχη του. Έλαβε τα μέτρα της, όπως ήξερε πάντα να κάνει, και σιγά-σιγά ο οικογενειακός φίλος που τάραξε την οικογενειακή τους γαλήνη, απομακρύνθηκε από τον περίγυρό τους.
Η Ηρώ, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα, μαράθηκε. Δεν την είδαμε ποτέ ξανά, να επιστρέφει από την μουριά με χαμηλωμένα και χαμογελαστά τα λαμπερά της μάτια. Κλείστηκε μέσα στο σπίτι της και χωρίς κέφι, συνέχισε την ζωή της. Σιγά-σιγά την ξεχάσαμε και εμείς. Ώσπου κάποια μέρα μάθαμε το θλιβερό της νέο. Αρρώστησε από μια αρρώστια που γρήγορα την έφερε στο τέλος.
Απο όσο θυμάμαι αυτό ήτανε (από σύμπτωση ίσως, ή από εκδίκηση του φτερωτού θεού) και η απαρχή πολλών ατυχιών, που συνέβησαν στην οικογένειά της στην συνέχεια. Σήμερα στο σπίτι αυτό, ο μοναδικός του κάτοικος είναι ο άντρας της. Σιωπηλά και ήσυχα συνεχίζει την ζωή του, όπως έκανε πάντα. Σιωπηλό και ήσυχο μοιάζει και το σπίτι. Μόνο,που κάποια απογεύματα του καλοκαιριού, εκεί την ώρα που σουρουπώνει και πέφτουν οι σκιές, νοιώθω πως κάπου εκεί γύρω τριγυρίζει η μορφή της όμορφης Ηρώς και το φως των ξανθών μαλλιών της φωτίζει το σκιερό φύλλωμα της μουριάς…
……………………………….
«Όλες οι αρρώστιες, όλοι οι καρκίνοι, τα εγκεφαλικά, τα εμφράγματα, όλες οι αρρώστιες δεν είναι από πληγωμένη αγάπη .Είναι από κρυμμένη ,από θαμμένη ,από τσιμεντωμένη αγάπη μέσα μας ….»
(Από μια μια συνέντευξη του κ. Νίκου Πιλάβιου-του Παραμυθά Η αναφορά σε αυτή έγινε από μια εκλεκτή @φίλη στο facebook).
Ετικέτες
Περί έρωτος
Σάββατο 24 Ιουλίου 2010
Της θάλασσας!
Όπως πάντα,η θάλασσα ήταν εκεί...
...περιμένοντάς μας,
προκαλώντας μας επιθυμίες για ταξίδια άπιαστα,
και παιχνίδια στην άμμο!
Είχε μικρές θεές...
απίστευτα ηλιοβασιλέματα...
....φεγγαράκια-ζωγραφιά,
και ολόχρυσους θαλασσινούς "δρόμους!"
Ετικέτες
καλοκαίρι,
φωτογραφίες
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Μια εμμονή με τα λουλούδια, την έχω :))
Ετικέτες
φωτογραφίες
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
Η Φωφώ :))
Επιτρέψτε μου να σας μιλήσω για τη Φωφώ. Καιρό μου βασανίζει το μυαλό αυτός ο γυναικείος χαρακτήρας. Θα να την ονομάσω, τελείως υποκειμενικά, γυναίκα σκάνδαλο. Πιστεύω πως αυτός ο χαρακτηρισμός της ταιριάζει. Της αρέσει να προκαλεί τα ένστικτα των αντρών, αλλά και εκείνα των γυναικών. Η Φωφώ είναι θελκτική. Έχει μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια που τα ανοιγοκλείνει χαριτωμένα καθώς συνομιλεί. Αυτό το ναζιάρικο τρυκ, μαζί με την χαμογελαστή φωνή που διαθέτει, έχουν μεγάλη απήχηση στους συνομιλητές της, αδιακρίτως φύλου.
Δεν της αντιστέκεται κανένας. Οι άντρες υποκύπτουν στην γοητεία της, που ενισχύεται από το πλούσιο ντεκολτέ που είναι πάντα διαθέσιμο στα πεινασμένα βλέμματα τους. Τους βλέπεις να χαλαρώνουν, να χαμογελάνε και διακρίνεις στα μάτια τους μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Οι γυναίκες πάλι, διαισθανόμενες τον κίνδυνο, μπορεί να σφίγγουν τα χείλη και μια σκιά να διαπερνά την ματιά τους, αλλά γνωρίζουν καλά πως δεν μπορούν να επηρεάσουν τις όποιες εξελίξεις.
Η Φωφώ ξέρει φυσικά την δύναμή της. Την κουβαλάει από γεννησιμιού της, είναι ένα με τη φύση της. Η υπόσχεση που δίνει με τα μάτια της, τα γεμάτα ηδυπάθεια χείλη της και το πλούσιο μπούστο της έχει πάντα τα επιθυμητά αποτελέσματα. Συνήθως κερδίζει όλες τις μάχες. Φυσικά απατάει τον άντρα της και το κάνει με μεγάλη μαεστρία. Χωρίς ποτέ να νοιώθει ενοχές, καθώς η ηθική του κόσμου την αφήνει αδιάφορη, συναντάει τον εραστή της και χαίρεται τις ερωτικές περιπτύξεις μαζί του μέσα στο ίδιο της το σπίτι, την ίδια στιγμή που στο διπλανό δωμάτιο κοιμούνται τα παιδιά της. Μπορεί επίσης να κανονίζει τις λεπτομέρειες των ραντεβού της κάτω από την μύτη του ζηλιάρη(!) συζύγου της χωρίς ενδοιασμούς. Δεν υπολογίζει τίποτα, όχι γιατί είναι αδίστακτη, αλλά γιατί το θεωρεί φυσικό αυτό που γίνεται. Μάλλον δεν έχει ηθική. Ότι κάνει, το κάνει με μεγάλη σιγουριά και με ευχάριστο χαμόγελο. Τις συζυγικές της κρίσεις τις ξεπερνάει με ευκολία, λέγοντας ψέματα με μεγάλη φυσικότητα, μιας και το ψέμα είναι ο δεύτερος εαυτός της. Για φίλες ούτε λόγος, είναι σίγουρη πως δεν τις χρειάζεται. Χωρίς να το ομολογεί, γνωρίζει κατά βάθος πόσο ανεπιθύμητη είναι. Αλλά δεν νοιάζεται, τα έχει βρει με τον εαυτό της και είναι ο μόνος που την ενδιαφέρει και φροντίζει να του κάνει όλα τα χατίρια.
Η Φωφώ είναι πολλά από όσα έχω μάθει να μην εκτιμώ στην ζωή μου. Το ψέμα, η απάτη, η αδιαφορία για τους άλλους. Την βλέπω όμως να ζει μέσα στη καλή χαρά και αυτό κάπου με προβληματίζει. Δεν μπορώ να εμποδίσω ένα διαβολάκο μέσα μου να αναρωτιέται πονηρά πως, αν μου δινότανε η ευκαιρία να ξαναζήσω την ζωή μου, όλο και κάποιο από τα «ταλέντα» της θα διάλεγα για να την συνεχίσω…
Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010
Η θεία Πολυξένη,η «παλιοπαστρικιά».
Η θεία Πολυξένη, ήταν η αγαπημένη μου. Δεν επρόκειτο για θεία ακριβώς, εξ αγχιστείας συγγενής ήτανε, αλλά καθώς όλοι την αποκαλούσανε έτσι, το συνήθισα και εγώ. Να φανταστείς, ακόμα θεία Πολυξένη την αποκαλώ, και ας έχει χαθεί πια η συγγένεια που μας συνέδεε τότε. Το σπίτι της ήτανε από τα πιο αγαπημένα μας. Κάθε Κυριακή απόγευμα, εκεί συναντιόμασταν όλοι .Και λέγοντας όλοι, εννοώ εκείνους τους συγγενείς τους οποίους μας ένωνε μια συμπάθεια που άγγιζε απαλά τα όρια της φιλίας. Το σπίτι της, από τα πιο ευρύχωρα (για να χωράμε άνετα)και από τα πιο φιλόξενα, το θεωρούσαμε λιγάκι σαν δικό μας, τόσο οικεία μας έκανε και νοιώθαμε. Τον χειμώνα στο μεγάλο σαλόνι με το τζάκι στην γωνιά, (που ήταν το βασίλειο της θείας Πολυξένης)και το καλοκαίρι στον κήπο, τον υπέροχο κήπο του θείου Κωστή με τις πολλές τριανταφυλλιές και ολάνθιστες θαρρώ όλες τις εποχές του χρόνου. .Η θεία Πολυξένη, καλή ήτανε, αγαπημένη επίσης, τέλεια μαγείρισσα χωρίς καμία αμφιβολία,(τα αξεπέραστα γλυκά της ακόμα ονειρεύομαι)αλλά είχε ένα φοβερό ελάττωμα-προτέρημα. Ήτανε «τρελή» με την καθαριότητα!(Φαντάζομαι πως ακόμα και τώρα, παρόλο το περασμένο της ηλικίας της, έτσι είναι.) Το σπίτι της άστραφτε από πάστρα, την σκόνη την μυριζότανε από μακριά, έβλεπε τα ίχνη της εκεί που κανένα άλλο μάτι δεν μπορούσε να δει, την κοιτούσαμε με μεγάλη απορία κάτι τέτοιες στιγμές κανείς όμως δεν τολμούσε να της φέρει αντίρρηση, τόσο σίγουρη πως είχε δίκιο ήτανε.
Κάθε μήνα, συνήθως το τελευταίο Σάββατο του μήνα, ανέβαινε στην σκάλα και σαπούνιζε τα πάντα. Από ταβάνια μέχρι πόμολα, και από τζάμια μέχρι κάγκελα της αυλής. Γυάλιζαν τότε τα μάτια της και κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλήσει, έως ότου τελείωνε την δουλειά της. Ο θείος Κωστής την που την ήξερε καλά, προσπαθούσε κάτι τέτοιες ώρες να την αγνοεί όσο μπορούσε. Σαν γύριζε από την δουλειά, έπιανε την γωνιά του και προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος. Έτσι και τολμούσε να παραβιάσει τους άγραφους κανόνες που αφορούσανε το τελετουργικό της καθαριότητας την είχε «βαμμένη» που λέμε. Άκουγε τότε τον εξάψαλμο, θύμωνε και κείνος πολύ («δεν μπορεί κανείς να ησυχάσει, ούτε στο ίδιο του το σπίτι παλιοπαστρικιά», της έλεγε και αποχωρούσε εξαπολύοντας και άλλες βρισιές. Αρκετές φορές έβρισκε καταφύγιο στο σπίτι μου, «βάλε ένα τσιπουράκι και μην μιλάς» μου έλεγε μέχρι να ηρεμήσει. Εκείνη πάλι ηρεμούσε μόλις τελείωνε τις δουλειές. Γινότανε τότε άλλος άνθρωπος. Γαλήνευε το πρόσωπό της και άρχιζε τα χαμόγελα και τις γαλιφιές. Ότι σκοτεινό κυριαρχούσε στην μορφή της ,σαν από θαύμα εξαφανιζότανε. Έριχνε μια ματιά τριγύρω της, καμάρωνε με ικανοποίηση το έργο της, «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά» έλεγε, και δεν μπορούσε κανείς να την αντικρούσει. Υπέκυπτε φυσικά και ο θείος Κωστής, «θα σε κανονίσω την άλλη φορά» της έλεγε, και παραδινότανε αμαχητί. Την τελευταία όμως φορά που τον έβγαλε από τα όριά του, δεν ήπιε τσιπουράκι για να ηρεμήσει. Πήγε στον κήπο, γέμισε έναν κουβά με χώμα, επέστρεψε στο πεντακάθαρο σπίτι της Πολυξένης, και με μάτια που άστραφταν από μια ικανοποίηση που του έδινε η εκδίκηση, μπρος στα έκπληκτα μάτια της άδειασε το περιεχόμενο του κουβά σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Δεν άφησε ούτε την εξωτερική κάτασπρη μαρμάρινη σκάλα. Με μεγάλη χαρά και κάτω από μια βροχή που έπεφτε ήσυχα, κατάφερε να την μετατρέψει από πεντακάθαρη στον χειρότερο εφιάλτη της «παλιοπαστρικιάς» συμβίας του. Ύστερα, ήσυχα-ήσυχα, πήγε στην κουζίνα και σαν να μην είχε συμβεί τίποτα απολύτως, με αργές και ήρεμες κινήσεις, έκανε το καφεδάκι του. Το ότι η θεία Πολυξένη δεν έπαθε εγκεφαλικό εκείνη την ώρα μάλλον θαύμα είναι, το οποίο οφείλεται πιθανόν στο ότι ήτανε εκείνον τον καιρό αρκετά νέα. Δεν ξαναμίλησε ποτέ γι’ αυτό, και από κει και πέρα, μέχρι που πέθανε ο θείος Κωστής ποτέ δεν ξανάρθε στο σπίτι μας Σάββατο απόγευμα να μας πει την γνωστή φράση: «βαλε ένα τσιπουράκι και μην μιλάς»…
(Το παρόν ποστ, είναι αφιερωμένο σε μια άλλη αγαπημένη «Πολυξένη», η οποία μόνη της γνωρίζει τους λόγους της αφιέρωσης ετούτης…J)
Ετικέτες
αναμνήσεις,
Με μια δόση χιούμορ,
φίλοι
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010
Το καλοκαίρι.
Ο Ιούνιος μπήκε άγαρμπα. Με αναποφάσιστα σύννεφα .Υπόσχονται βροχή μα δεν τα καταφέρνουν. Το δελτίο καιρού, μας απειλεί με καταιγίδες και μείς το μόνο που αισθανθήκαμε μέχρι στιγμής είναι το κρύο που ήρθε και μας ανάγκασε να ξανακλείσουμε τα παράθυρα και να αναζητήσουμε ζακεττούλες και μπουφάν Το καλοκαίρι, διστακτικό και αυτό, αργεί να εμφανιστεί για να επιτείνει θαρρείς το αίσθημα της αγωνίας που έτσι και αλλιώς είναι διάχυτο παντού .Αργά, αλλά σταθερά η λέξη αυτή γιγαντώθηκε, λες και πήρε μια άλλη σημασία και ορθώνεται τεράστια πάνω από την πόλη. Καλοκαιριάτικα. Για να κρύψει τον ήλιο και τα παιχνιδιάρικα σύννεφα. Πολλές φορές για να κρύψει και το πολύχρωμο της γης το οποίο ανεπηρέαστο από τις αγωνίες και τις ανάγκες μας ξεφυτρώνει παντού και μας γνέφει ηδονικά...
Στα χωράφια, τις τσιμεντένιες αυλές, ή τους καλοφροντισμένους κήπους, Χρώματα και αρώματα, που είναι αδύνατον να αγνοήσεις και έστω στιγμιαία, έστω κλεφτά σε προτρέπουν να χαμογελάσεις μέσα σου και έξω σου...
Για μένα αυτή η αγωνία δεν είναι φετινή. Κάθε καλοκαίρι την νοιώθω. Λένε πως πολλούς ευαίσθητους συναισθηματικά ανθρώπους, η άνοιξη τους κουρελιάζει. Εμένα καθόλου. Την χαίρομαι με την ψυχή μου και την απολαμβάνω με όλο μου το είναι. Μόνο να, τώρα που τελειώνει και ξεμυτίζει σιγά-σιγά το καλοκαίρι, εδώ μου στήνει την παγίδα του. Ξαναθυμάμαι με άγχος τα περασμένα καλοκαίρια που προσπαθώντας να συνδυάσω αταίριαστες ημερομηνίες διακοπών με φίλους, διαφορετικές οικονομικές προοπτικές, αδιέξοδες και άτυχες συμπτώσεις κατέληγα ως συνήθως στον γνωστό μονόδρομο. Το καλοκαίρι στην Σαντορίνη το πέρασα ολομόναχη. Μου άρεσε νομίζω, ή μάλλον έτσι αποφάσισα. Το επόμενο βέβαια δεν τόλμησα να φύγω τόσο μακριά. Είχα την ακαθόριστη ελπίδα πως αυτό που μου συννέφιαζε την διάθεση δεν θα με ξανασυναντούσε. Μπα, λάθος έκανα. Εκεί ήτανε, πιστό στο ραντεβού του μαζί μου. Έκτοτε, σταμάτησα να σχεδιάζω καλοκαίρια. Το γεγονός από μόνο του μου χαλάει την διάθεση και με κάνει λιγάκι δύσθυμη και αφηρημένη. Απομακρύνομαι σιγά-σιγά με την σιωπή μου και από τους φίλους μου. Όχι πολύ, λίγο, ίσα να πάρω την απόσταση που χρειάζομαι για να μελαγχολήσω με την ησυχία μου. Νάτος λοιπόν ο γκρεμός. Στην άκρη του δοκιμάζομαι κάθε που ξεμυτάει το καλοκαίρι. Θα μου πείτε βέβαια πως το φετινό, ακόμα μια άγραφη λευκή σελίδα είναι, και παρόλο που τα «τραύματα» των προηγούμενων χρόνων είναι ακόμα γραμμένα στο DNE μου , τίποτα δεν έχει τελειώσει.Λέω λοιπόν και εγώ, για μια ακόμη φορά να το καλοπιάσω με χαμόγελα και λουλούδια, να του χαρίσω το πιο ζεστό από τα φιλιά μου και ποιος ξέρει μπορεί φέτος να καταφέρω να το «ξελογιάσω»…
Ετικέτες
καλοκαίρι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)