Και ξαφνικά, τον άκουσα! Ήταν εκεί πάντα; Πάντως εγώ δεν τον είχα ξανακούσει από τότε, που μικρό παιδί ήμουνα.
«Όσες φορές λαλήσει ο κούκος, τόσα χρόνια θα ζήσεις»,έρχεται στο νου μου αυτό που μας λέγανε κάποτε χαμογελώντας οι μεγάλοι! Μετρούσα τότε με μεγάλη αγωνία τις φορές που ο κούκος θα λαλούσε, γιατί από αυτό εξαρτιώτανε η υπόλοιπη ζωή μου. Φυσικά κάπου στην συνέχεια έχανα το μέτρημα, είτε γιατί βαριόμουνα, είτε γιατί αποξεχνιόμουνα. Δεν θυμάμαι πάντως ποτέ να κατάφερα να υπολογίσω έναν αριθμό αξιομνημόνευτο.
Αυτά, παλιά…όταν ήμουνα μικρό παιδί .Στην συνέχεια, κούκο δεν θυμάμαι να ξανάκουσα. Ή αυτοί εξαφανίστηκαν, ή εγώ με άλλους ήχους μέτραγα τα χρόνια μου. Έως φέτος. Πάσχα ήτανε, μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, γεμάτη ήλιο και φως, από αυτές που αγαπάω, ξέρετε τώρα. Στην εξοχή. Στο χωριό δηλαδή, μετά την δεύτερη ανάσταση, κατηφορίζοντας προς το σπίτι μου. Είναι μια αρκετά,έως πολύ όμορφη διαδρομή. Δεξιά, κυλάει το ποτάμι. Δεν το καλοπροσέχω, είναι πάντα εκεί, το έχω συνηθίσει, είναι δικό μου, ο ήχος του έχει γίνει ένα με μένα. Απλά υπάρχει, καθησυχαστικά, εκεί. Και πέρα από το ποτάμι, το βουνό Καταπράσινο, δροσερό, αγαπημένο. Επίσης δικό μου και αυτό. Ξαφνικά εκεί, μέσα σε αυτή την όμορφη ώρα, ακούγεται το λάλημα του κούκου! Και τον ακούμε και μείς. Μετά από τόσα χρόνια. Και αυτό είναι κάτι τόσο τρυφερό, μας κάνει και κοιταζόμαστε με τον αδερφό μου, χαμογελάμε, στα μάτια μας μια συγκίνηση κρυφοπαίζει, και το χαιρόμαστε τόσο… Σαν μικρά παιδιά νοιώθουμε.. Έ…αυτό! Τίποτε άλλο. Φυσικά και δεν τολμάμε τώρα πια να ξαναμετρήσουμε τα χρόνια μας , μα ούτε και το λάλημα του κούκου…
(Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο πέρσι,και παρέμεινε ξεχασμένο έως τώρα…Και μπορεί ένας κούκος να μην φέρνει την άνοιξη καταπώς λένε,την καλωσορίζει και μας την θυμίζει αρκετά όμως…)
Καλή βδομάδα!