Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Ο "εθνικόφρονας" μάρτης!


Θα σας εξομολογηθώ κάτι: Έως τα δεκατρία μου χρόνια νόμιζα πως ο  «μάρτης» ,αυτή η λευκή και κόκκινη κλωστή που βάζουμε στα χεράκια μας  παραμονές της εισόδου του μήνα με το όμοιο όνομα, ήταν χρώματος μπλε και άσπρου. Ναι...όπως σας τα λέω!Έπρεπε  να μετακομίσουμε στην μεγάλη πόλη και να μεγαλώσω λιγάκι, ώστε να μάθω την "μεγάλη αλήθεια"!  Το ξαναθυμήθηκα σήμερα,  καθώς βλέπω σε κάποια μπαλκόνια να κυματίζει η ελληνική σημαία με την αφορμή της αυριανής παρέλασης, αυτό το παιδικό μου «τραύμα». Στο χωριό μου λοιπόν, ο «μάρτης» είχε πάντα χρώμα μπλε και λευκό, και ποτέ κόκκινο! Οι μανάδες μας φοβόντουσαν οι δόλιες να χρησιμοποιήσουν το κόκκινο χρώμα, καθώς τα χρόνια πονηρά ήταν, και δεν χρειαζόταν να βάλουν μπελάδες στο κεφάλι τους. Μα και να παραλείψουνε το έθιμο δεν τους πήγαινε καρδιά! Έτσι βρήκανε αυτή την λύση: Η κλωστή θα είχε  μπλε και άσπρο χρώμα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Θα βουλώνανε και τα στόματα όσων χαρακτηρίζανε το χωριό  πως «γέρνει» προς τα αριστερά (πράγμα που πέρα για πέρα αλήθεια ήταν, εξ ου και ο φόβος τους) αφού την προτίμηση  στο μπλε χρώμα κανείς δεν θα παρεξηγούσε. Πόσα κατεργάζεται το μυαλό του ανθρώπου για να αποφύγει σίγουρους μπελάδες… Έτσι λοιπόν καμάρωνα με τον εθνικόφρονα «μάρτη» μου ,ως την στιγμή που μετακομίσαμε στην μεγάλη πόλη! Εκεί, με μεγάλη και δυσάρεστη μπορώ να ομολογήσω έκπληξη, ανακάλυψα το πραγματικό χρώμα που απαιτούσε το έθιμο! Κόκκινο…Στην αρχή με έκπληξη και πάθος, διαμαρτυρήθηκα έντονα για το «λάθος».Προσπαθούσα βλέπετε να επιβάλω το δίκιο μου στα άλλα παιδιά! Μα καθώς έβλεπα στα μάτια τους την απορία για το αυτονόητο, ζήτησα αλλού τις εξηγήσεις για το παράξενο του πράγματος .Τότε έμαθα επιτέλους και την μεγάλη αλήθεια, με την προτροπή να μην το πολυσυζητήσω πουθενά. Και αποσβολωμένη έμεινα… Δεν ξέρω αν κατάλαβα και τι κατάλαβα τότε, τον σκασμό όμως τον έβγαλα και δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό ποτέ ξανά. Κάτι σαν μια ένοχη ντροπή με έκανε να μην το ξανααναφέρω πουθενά. Με μεγάλη  απογοήτευση φυσικά! Τώρα, το θυμάμαι με τρυφερότητα αυτή την ίδια που έχω από πολλές θύμισες της παιδικής μου αθωότητας, κάθε που πλέκω την γνωστή κοκκινόασπρη κλωστούλα  παραμονές του μήνα Μάρτη…

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Ο κούκος



Και ξαφνικά, τον άκουσα! Ήταν εκεί πάντα; Πάντως εγώ δεν τον είχα ξανακούσει από τότε, που μικρό παιδί ήμουνα.
«Όσες φορές λαλήσει ο κούκος, τόσα χρόνια θα ζήσεις»,έρχεται στο νου μου αυτό που μας λέγανε κάποτε χαμογελώντας οι μεγάλοι! Μετρούσα τότε με μεγάλη αγωνία τις φορές που ο κούκος θα λαλούσε, γιατί από αυτό εξαρτιώτανε η υπόλοιπη ζωή μου. Φυσικά κάπου στην συνέχεια έχανα το μέτρημα, είτε γιατί βαριόμουνα, είτε γιατί αποξεχνιόμουνα. Δεν θυμάμαι πάντως ποτέ να κατάφερα να υπολογίσω έναν αριθμό αξιομνημόνευτο.
Αυτά, παλιά…όταν ήμουνα μικρό παιδί .Στην συνέχεια, κούκο δεν θυμάμαι να ξανάκουσα. Ή αυτοί εξαφανίστηκαν, ή εγώ με άλλους ήχους μέτραγα τα χρόνια μου. Έως φέτος. Πάσχα ήτανε, μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, γεμάτη ήλιο και φως, από αυτές που αγαπάω, ξέρετε τώρα. Στην εξοχή. Στο χωριό δηλαδή, μετά την δεύτερη ανάσταση, κατηφορίζοντας προς το σπίτι μου. Είναι μια αρκετά,έως πολύ όμορφη διαδρομή. Δεξιά, κυλάει το ποτάμι. Δεν το καλοπροσέχω, είναι πάντα εκεί, το έχω συνηθίσει, είναι δικό μου, ο ήχος του έχει γίνει ένα με μένα. Απλά υπάρχει, καθησυχαστικά, εκεί. Και πέρα από το ποτάμι, το βουνό Καταπράσινο, δροσερό, αγαπημένο. Επίσης δικό μου και αυτό. Ξαφνικά εκεί, μέσα σε αυτή την όμορφη ώρα, ακούγεται το λάλημα του κούκου! Και τον ακούμε και μείς. Μετά από τόσα χρόνια. Και αυτό είναι κάτι τόσο τρυφερό, μας κάνει και κοιταζόμαστε  με τον αδερφό μου, χαμογελάμε, στα μάτια μας μια συγκίνηση κρυφοπαίζει, και το χαιρόμαστε τόσο… Σαν μικρά παιδιά νοιώθουμε.. Έ…αυτό! Τίποτε άλλο. Φυσικά και δεν τολμάμε τώρα πια να ξαναμετρήσουμε τα χρόνια μας , μα ούτε και το λάλημα του κούκου…

(Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο πέρσι,και  παρέμεινε ξεχασμένο έως τώρα…Και μπορεί ένας κούκος να μην φέρνει την άνοιξη καταπώς λένε,την καλωσορίζει και μας την θυμίζει αρκετά όμως…)

Καλή βδομάδα! 

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Μια μικρή ιστορία,για μια άτυχη γκρινιάρα πεθερά!




Η θεία Διαμάντω, στα νιάτα της μάλλον ήτανε μια όμορφη γυναίκα, έτσι μου  φαινότανε. Είχε τα πιο όμορφα πράσινα μάτια που είδα ποτέ μου και την πιο λευκή επιδερμίδα. Θεία της μητέρας μου, συχνά-πυκνά μπαινόβγαινε στο σπίτι μας και συνέχεια παραπονιότανε. Τώρα που το σκέπτομαι, μάλλον ανικανοποίητη από την ζωή της ήτανε και γι’ αυτό στην νύφη της ξέσπαγε. Γιατί η μόνιμη και διαρκής κουβέντα για τους καυγάδες με την νύφη της ήτανε.Σκοτείνιαζαν τότε τα μάτια της και γέμιζαν με δάκρυα λυσσασμένα. Δεν το «τρώγανε μαζί το ψωμί» όπως έλεγε η μάνα μου. «Φτάνει  βρε θεία, σταμάτα, την τελευταία κουβέντα πρώτη την λες» σαν να ακούω ακόμα την φωνή της ! Τίποτα…Εκεί αυτή.. Το βιολί της! Λες και αν εξαφάνιζε την νύφη της από την ζωή της,(γυναίκα του παιδιού της),θα λυνότανε όλα της τα προβλήματα. Δεν είχε ποτέ καταλάβει πως σαν μάνα έπρεπε να αποδεχτεί την τελεσίδικη αλλαγή στην σχέση μάνας-γυιού, που συνεπάγεται με την έλευση του νέου μέλους στην οικογένεια, και αν όχι να αγαπήσει, τουλάχιστον να αποδεχτεί την γυναίκα του παιδιού της. Ο άντρας, της ένας ήσυχος και απαθής άνθρωπος, δεν ανακατευότανε πουθενά. Την είχε διαγράψει μέσα του και έξω του. Σαν να μην υπήρχε. Ποτέ δεν τον άκουσα να αναφέρει το όνομά της! Ούτε και να της απευθύνει τον λόγο. Μάλλον  φοβότανε την γκρίνια της και αυτόν τον τρόπο είχε βρει για να την κάνει να απουσιάζει από την ζωή του.
H Διαμάντω λοιπόν,αυτή η φοβερή πεθερά,ποτέ της δεν φαντάστηκε πως αυτή της η διαμάχη θα γινότανε η αιτία του δικού της τέλους.Μαθημένη καθως ήτανε να κάνει πράγματα πίσω από την πλάτη της νύφης της,την ώρα κάποιας οικογενειακής συγκέντρωσης,ορέχτηκε να φάει λουκουμάκια.Πήγε λοιπόν στο διπλανό δωμάτιο,πήρε δύο από αυτά και με το στόμα γεμάτο σάλια από την μεγάλη όρεξη που τα είχε, έβαλε το ένα στο στόμα της και άρχισε να το απολαμβάνει.Για κακή της τύχη όμως,την ίδια ιδέα,το να μπει δηλαδή στο ίδιο δωμάτιο, είχε και το «αντίπαλο δέος»!.Από την ταραχή της,και για να μην αντιληφθεί η νύφη της την κρυφή της αυτή πράξη,έβαλε βιαστικά στο στόμα της και το δεύτερο γλυκό και προσπάθησε χωρίς επιτυχία να το καταπιεί.Την τελευταία της αγωνία καθώς πνιγότανε κανείς τους δεν την αντιλήφθηκε,καθώς ήτανε μαθημένοι να την αποφεύγουνε για να γλυτώνουνε από την συνεχή μουρμούρα της.Την βρήκανε νεκρή μερικές ώρες αργότερα με έκπληξη, και  τόσο ήτανε το ξάφνιασμά τους,που την κλάψανε με την ψυχή τους όλοι,ακόμα και η ανεπιθύμητη νύφη που ποτέ δεν της δόθηκε η ευκαιρία να την αγαπήσει…

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

«Το μαντολίνο»


Πως κάνει  να…και ξαφνικά ξεπετάγεται μια ανάμνηση από το πουθενά! Όμορφη σαν ανοιξιάτικο πρωινό, από αυτά που τα θυμάσαι και χαμογελάς. Και τα μάτια σου γεμίζουν από κάτι ακαθόριστο που κανείς άλλος δεν μπορεί να ξεδιαλύνει. Και είναι τόσο νοσταλγικό, που ούτε να το κουβεντιάσεις καλά-καλά θέλεις, παρά μόνος σου να το αναπολήσεις χαμογελώντας Έτσι και πριν λίγο!  «Στην τηλεόραση, έχει ο Παπαδόπουλος την Ζωή Φυτούση» μου λέει η φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. Και ξαφνικά με πλημμυρίζουνε εικόνες και μια όμορφη θύμηση…

………

Κυριακή πρωί. Μικρό παιδί ήμουνα. Εκείνα τα χρόνια, ο πατέρας στο σπίτι σπάνια ήτανε. Έλειπε όλη την βδομάδα στην μεγάλη πόλη για την δουλειά του. Με την μητέρα μεγαλώναμε, και ήτανε εκείνη κάτι σαν μάνα και πατέρας μαζί, έτσι έπρεπε, πως αλλιώς να μας κάνει ζάφτι, ζωηρά, όπως όλα τα παιδιά που ξαφνιάζονται από την ομορφιά του κόσμου και θέλουνε όλη μαζί να την δοκιμάσουνε και να την χαρούνε.
Αυτό λοιπόν το πρωινό της όμορφης Κυριακής, με τον πατέρα στο σπίτι και μια αίσθηση ασφάλειας και αγάπης να με συντροφεύει, κοιμάμαι και μέσα στο όνειρο ακόμη βρίσκομαι. Από κάπου μακριά, ακούγεται το ραδιόφωνο…  «Φέρτε μου ένα μαντολίνο»..τραγουδάει η ζωή Φυτούση, Και κείνη η μουσική, τόσο όμορφα με κυριεύει, ανοίγω αργά-αργά τα μάτια μου, μου αρέσει τόσο ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο ,οι καθησυχαστικοί  πρωινοί ήχοι του σπιτιού…Χαμογελάω! Ο πατέρας μου στο διπλανό δωμάτιο έχει ξυπνήσει, θα πίνει μάλλον τον καφέ του στο τραπέζι με το πλαστικό  τραπεζομάντιλο, έχει ανοίξει το ραδιόφωνο και ακούγοντας μουσική θα ρίχνει μάλλον ζεστές ματιές στην μητέρα μου, και κείνη σαν και μένα, θα χαμογελάει και αυτή….

Την αγαπώ την Ζωή Φυτούση! Κάθε που την ακούω να τραγουδάει το μαντολίνο, ξαναβρίσκομαι σε κείνη  την πρωινή «αγκαλιά» και τόσο όμορφα νοιώθω… 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Μπουμπούνες και χιόνια!



Ο καιρός, αναποφάσιστος ανάμεσα στην βροχή το χιόνι και την λιακάδα, σήμερα μας χάλασε το έθιμο της μπουμπούνας! Δεν άναψαν οι φωτιές, αδίκως οι προετοιμασίες…
(Αυτό, στα τόσα χρόνια της ζωής μου, δεν θυμάμαι να ξαναέγινε. Χιονίζει από το πρωί ΣΥΝΕΧΩΣ!)


Για να δούμε…αυτό το χιόνι ήρθε για να μείνει;








Valentine's Day!

Disney Myspace Comments