Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

Ιστορίες της γειτονιάς.





Στο απέναντι μπαλκόνι κατοικεί ο αγαπημένος μου γείτονας. Ψηλός, ευθυτενής, με άσπρα μαλλιά σαν του Γλέζου, πλησιάζει με επιτυχία τα ενενήντα. Διαβάζει Επίκουρο, έχει  κήπο,  μια μυρωδάτη συκιά, (τα γλυκά της τα σύκα του Αυγούστου  τα μοιράζεται με τους γείτονες). 

Έχει βαθιές πληγές στην ψυχή και κανένα σκοτάδι. Στο σπίτι του δεν έχω μπει ποτέ, μόνο καλημέρες λέμε και καμιά ανέφελη κουβέντα από αυτές που γίνονται από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Γελαστός και γλυκομίλητος, μοιράζει όμορφες λέξεις και εγώ θαυμάζω ενδόμυχα την ικανότητά του να ζει μόνος, να απλώνει τα ρούχα του στον ήλιο και να χαμογελάει πλατιά. Πάντα. 

Ώρες-ώρες έχω μια ανεξήγητη βεβαιότητα πως μέσα στο σπίτι του δεν υπάρχουν  έπιπλα, καρέκλες-τραπέζι-κρεβάτι, αλλά ένας καταπράσινο κήπος, με φυτά παράξενα, παραδείσια πουλιά και έναν ήλιο ολόδικό του, που τον φωτίζει τις μέρες και τον κοιμίζει τις νύχτες, γι’ αυτό και ο αγαπημένος μου γείτονας δεν φαίνεται  ποτέ δυστυχισμένος και μόνος. 

Το φετινό καλοκαίρι εντελώς ξαφνικά και ανεξήγητα (για μια γυναίκα που τον βλέπει μόνο από το απέναντι μπαλκόνι) οι ώμοι του αγαπημένου μου γείτονα γείρανε και το χαμόγελό του σαν να χλόμιασε λιγάκι. «Γιατί;»  τον ρώτησα μια μέρα «ω, είναι τόσα πολλά τα χρόνια που έχω στην πλάτη μου» μου απάντησε γελώντας γλυκά και κουρασμένα  και τότε εγώ σαν να τρόμαξα για όλα τα χρόνια που περνάνε, όλων, και για τα δικά μου, και «είδα» πως ο κήπος του σπιτιού του μπορεί να έχει τώρα φθινόπωρο και σύννεφα και ίσως και λίγο κρύο και πως ο ήλιος του γέρασε και αυτός και δεν έχει πια δύναμη να του ζεστάνει τα κόκαλα και την ψυχή και ένοιωσα σε ίσιες δόσεις λύπη και χαρά, λύπη για της ζωής μας το φως που σβήνει αδιόρατα, αργά και αμετάκλητα και χαρά για το χαμόγελο  (του αγαπημένου μου γείτονα), που συμφιλιώνεται με αυτή την απέραντη σιωπή και ησυχία..



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κερνάω κουβεντούλα...