Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Ένα μυγκέ μεγαλώνει στην γλάστρα μου.


Φαίνεται απλό μα δεν είναι. Όταν χρειάζεσαι να γράψεις για κάτι που σε έχει ρημάξει, ποτέ δεν είναι απλό. Ψάχνεις τις κατάλληλες λέξεις, να περιγράφουν μα όχι να υπονοούν κρυμμένο άχτι, να έχουν ελαφράδα και να μην γρατζουνάν αλλά να χαϊδεύουν το τυχαίο μάτι που θα το διαβάσει (και όχι μόνο), δεν ξέρεις για ποιόν το γράφεις, για σένα-για να το βάλεις απέναντι και μετρώντας το να το εκμηδενίσεις- ή για κείνον που σου το προκάλεσε και η συνεπέστατη απουσία του αποτελεί για σένα σημείο αναφοράς;


Και τότε το βλέπεις. Ένα μικρό φυτό που μεγαλώνει στον ήλιο. Που έχει ψηλώσει μες στην άνοιξη και από τα φύλλα του μέσα έχουν ξετρυπώσει μίσχοι με κομπάκια, μελλοντικά ανθάκια, θαύμα για τα μάτια σου, και θαύμα επαναλαμβανόμενο της φύσης. Και τότε τα ξεχνάς όλα, λες σε όλα να πα να γαμηθούν, η ζωή είναι έξω από κουτάκια, δουλειά, φίλοι, έρωτες, μοναδικότητες που σε περικλείουν και σε αποκλείουν μαζί, φέτος ένα μυγκέ ανθίζει στην γλάστρα σου, ένα μυρωδάτο θαύμα θα σε παρηγορήσει, μαζί θα πάτε πάλι στον επιτάφιο, νάτος ο δρόμος που έχει  και πάλι μέσα του το άγνωστο και το γεμάτο πιθανότητες και αναστάσιμες ελπίδες..

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ταξιδιωτικά.


Θυμάμαι κάτι μακρινά καλοκαίρια στην Ύδρα, το νησί που  αγάπησα με την πρώτη μάτια. Με το που κατεβήκαμε από το καράβι ένοιωσα να με κλείνει μέσα της μια μεγάλη μητρική αγκαλιά. Πολλά χρόνια αργότερα σκεφτόμουνα πως δεν μπορεί, κάποιος πρόγονός μου θα είχε πατήσει σε τούτα τα χώματα, κάτι που μου μεταφέρθηκε με τις του dna  ροές θα είχε και εκείνος αγαπήσει, ίσως το κόκκινο χώμα της, τα σφιχτά μονοπάτια, ή την ανυπόταχτη θάλασσα.

Κάθε πρωί ανηφόριζα προς τα Καμίνια. Περπατούσα στο πέτρινο πλακόστρωτο και μύριζα  την θάλασσα και την ζεστή γη. Στην Ύδρα μυρίζουν ακόμα και οι πέτρες όταν τις καίει ο ήλιος. Ανεβαίνεις την ανηφόρα και "ανεβαίνεις" κυριολεκτικά. Η ομορφιά σε συγκλονίζει. Δεξιά, η θάλασσα σε πολλές της εκδοχές, μικρές παραλίες με στρογγυλές πέτρες όπου στραμπουλάς τα πόδια σου για να περπατήσεις, στο βάθος μικρά νησάκια, βράχια για μακροβούτια χωρίς ανάσες, τίποτα εύκολο, σαν δύσκολη γυναίκα που δεν σου προσφέρεται, αλλά στην συνέχεια σου τα χαρίζει όλα. Αριστερά το βουνό. Κόκκινο και καφέ  με λιγοστά  χαμηλά δέντρα. Δίπλα, στο κατακόρυφο του δρόμου, παχύφυτα πράσινα που σέρνονται μέχρι κάτω, στο βάθος χαμηλά σπίτια με κόκκινες σκεπές, ουρανός δοξαστικός και εντελώς γαλάζιος και ένα αχ!..  βαθιά από τη ρίζα να ξεφεύγει.

Εκεί είχα συναντήσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ένα μουσικό συνεργείο και την Ελευθερία. Κανείς δεν ήξερε τότε το κορίτσι με τα σγουρά ατίθασα μαλλιά που θα μεταμορφωνότανε κάποτε στην υπέροχη Ελευθερία Αρβανιτάκη. Εκεί είχα συναντήσει κάποτε και τον κ. καθηγητή με την παρέα του, έτσι αποκαλούσαν τότε τον Σημίτη, μετέπειτα  πρωθυπουργό και οδηγό της χώρας στο επικίνδυνο μονοπάτι του ευρώ. Σε κείνο το μονοπάτι είχα επίσης ανταμώσει και  έναν σπουδαίο ηθοποιό, τον Σταύρο Ξενίδη, καλή του ώρα όπου και να είναι τώρα η ψυχούλα του. Με το καπελάκι του και τα στα χρώματα της άμμου ρούχα του, τόσο ευγενική και μια τόσο φωτεινή παρουσία. 

Σε αυτές τις βόλτες μου λοιπόν, διασταυρωνόμουνα κάθε μέρα με  έναν άντρα που μιλούσε γαλλικά με τα παιδιά του και άπταιστα ελληνικά με τον ταβερνιάρη, είχε ίσια καστανόξανθα κάπως μακριά μαλλιά  και  μάτια που αστράφτανε καθώς με κοιτούσε. Χαμήλωνα το βλέμμα εγώ και κρυφά χαμογελούσα, χαμογελούσε και εκείνος. Έναν αιώνα μετά, θα τον ξανασυναντούσα στο όνειρό μου αυτόν τον άντρα που ούτε το όνομά του δεν έμαθα ποτέ, θα με έπαιρνε από το χέρι ( στο όνειρό μου είπαμε) και θα με οδηγούσε σε ένα μεγάλο περιβόλι, όπου γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, τρώγανε και πίνανε πολλοί άνθρωποι μαζί, φίλοι και αγαπημένοι μεταξύ τους.

Η Ύδρα λοιπόν έκαιγε από ήλιο και ομορφιά σε εκείνα τα μακρινά ελληνικά καλοκαίρια που θυμάμαι. Τρώγαμε  στο ταβερνάκι δίπλα στην θάλασσα αθερίνα τηγανητή και ντοματοσαλάτα, πίναμε άσπρο κρασί χύμα, κολυμπούσαμε πιο πέρα απ´ τα Καμίνια, κάναμε έρωτα αχόρταγα στα άσπρα σεντόνια τα μεσημέρια και ονειρευόμασταν την ζωή που θα ζούσαμε. Ήταν όμορφα, φυσικά και απλά, και εμείς νέοι, με μαυρισμένα σώματα και ελαφρύ νου, εύκολα γέλια και ζεστή καρδιά.  Σε κείνα τα υπέροχα και ανύποπτα καλοκαίρια, που ζούσαμε την νεότητά μας νοστιμισμένη με το αλάτι της θάλασσας και τον ήλιο του νησιού.

Ξαναπήγα στην Ύδρα πολλά χρόνια αργότερα. Περπάτησα στα ίδια στενά, επανέφερα στην μνήμη μου όσα είχα ζήσει τότε, είχε μια μελαγχολία αυτό το ταξίδι και μια γεύση πικρή, έτσι γίνεται με όσα ωραία έζησε κανείς, οι επαναλήψεις έχουνε κάτι από την θλίψη του χαμένου παραδείσου, που δεν είναι μόνο όσα δεν γίνεται να ξανά υπάρξουν, είναι που και εσύ έχεις αλλάξει αμετάκλητα και το νέο παρόν δεν σου χαμογελάει πια, όπως εκείνος ο άντρας που μιλούσε γαλλικά και  που τα λόγια του ο αέρας τα έφερνε στ' αυτιά σου στην αγαπημένη Ύδρα, σε εκείνα τα καυτά μεσημέρια, δίπλα στην θάλασσα..

[η φωτογραφία από εδώ ]


Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η Κυριακή της Αποκριάς και οι Μπουμπούνες της Καστοριάς.


(Φωτογραφία: Βασίλης Παπάζογλου)

Η μπουμπούνα στα μέρη μας ήτανε πάντα μια υπόθεση παιδιών. Στο χωριό μου ένα μήνα πριν, ξεκινούσαμε αγόρια και κορίτσια  να μαζεύουμε κέδρους από τους γύρω λόφους. Τα κόβαμε με μικρά τσεκούρια, τα δέναμε με τριχιές και τα σέρναμε μέχρι το χωριό όπου τα αποθηκεύαμε σε αχυρώνες. Κάθε γειτονιά είχε την δική της αποθήκη – και την υποχρέωση να φυλάει τα κομμένα κλαδιά του κέδρου σαν κόρη οφθαλμού μέρα-νύχτα- γιατί εθεωρείτο μεγάλη παλληκαριά  και ατίμωση παράλληλα το να κλέψει η μία παρέα τον θησαυρό της άλλης.

Την Κυριακή στήναμε τις μπουμπούνες. Νικήτρια ήτανε εκείνη που θα γινότανε παρανάλωμα της φωτιάς όσο το δυνατόν αργότερα. Για να πετύχουμε την νίκη παίζαμε έναν ακήρυχτο, άγριο και αληθινό  πόλεμο,  με τους μεγάλους, που θέλανε να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα και να πάνε στα σπίτια τους αυτήν την κρύα ανοιξιάτικη νύχτα. Ύστερα, παραδινόμασταν στην ζεστή γοητεία της λαμπρής  φωτιάς, και ηρεμούσαμε καθώς περνούσαν από τα μάτια μας καθρεφτίσματα φωτός και στον ουρανό καίγονταν τα αποκαΐδια.

 Σαν μεγαλώσαμε λίγο και γίναμε νεαρά άτομα, διαβάζαμε Ρομάντζο και Ντομινό και μαθαίναμε πως στην Αθήνα τις Απόκριες,  κορίτσια και αγόρια ντύνονταν Κολομπίνες και Πιερότοι και πηγαίνανε σε μπαλ-μασκέ πάρτι  και εκεί χορεύανε, διασκεδάζανε και φλερτάρανε  προστατευμένοι από την ανωνυμία της μεταμφίεσης. Τότε ζηλέψαμε πολύ και αρχίσαμε να σνομπάρουμε τις αθώες μπουμπούνες μας που μόνο δύναμη και εκτόνωση είχανε να  μας προσφέρουν. Είχε έρθει η στιγμή της αμφισβήτησης.


Πολλά χρόνια αργότερα θα ξαναθυμόμασταν το αγαπημένο έθιμο του τόπου μας, μέσα από τις νυχτερινές αργοπορίες των παιδιών μας πια, που και εκείνα με την σειρά τους ξεκινούσαν το ίδιο ταξίδι της μπουμπούνας στην πόλη, όχι με κέδρους, αλλά με καλάμια της λίμνης και ξερόκλαδα, μαζεμένα με το ίδιο αποφασισμένο πείσμα της νίκης-ευτυχώς.  Και λέω εγώ τώρα, πως κάπως έτσι θα συνεχίζεται στους καιρούς που έρχονται  αυτή η αρχαία γιορτή, κάθε χρόνο στις πλατείες βρέξει-χιονίσει, όλοι μαζί, να καίνε  οι νέοι κάθε τι παλιό  και μαζί με τους μεγάλους  να καλωσορίζουνε το καινούργιο και αυτή την σπουδαία εποχή, την Άνοιξη.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Φωτογραφία νο 2 ( Η Πουτάνα)



Η γυναίκα  μάλλον περπατούσε πολλές ώρες, ή ίσως και μέρες, γιατί  ξαφνικά ένοιωσε τα πόδια της  πρησμένα και της πονούσαν τα γόνατα. Παρατήρησε πως είχε νυχτώσει και πως ίσα που διέκρινε τα δέντρα και τις σκιές κάτω από το φεγγαρόφωτο. Δεν θυμόταν καθόλου πώς βρέθηκε εδώ, σε τούτον τον ξεχασμένο έρημο δρόμο, όπου δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Με ανακούφιση σκέφτηκε πως τουλάχιστον ήξερε το όνομά της. Την λέγανε Πουτάνα, θυμότανε μια αντρική φωνή να την αποκαλεί έτσι, πολλές φορές και κατά επανάληψη. Προσπάθησε να θυμηθεί ποιος ήτανε αυτός ο άντρας αλλά στάθηκε αδύνατον, η μνήμη της δεν ανακαλούσε ούτε ένα ίχνος από αυτή την μορφή.

Είχε τρομερό πονοκέφαλο και διψούσε πολύ. Ήθελε να πιεί νερό και να βάλει το κεφάλι της κάτω από το νερό του ντους. Ένοιωθε μια απελπισμένη ανάγκη να βουτήξει σε κάτι δροσερό για να της ανακουφίσει πόνο και κούραση πράγμα ανέφικτο για την ώρα.  Είδε πως περπατούσε σε έναν  χωματόδρομο που δεξιά και αριστερά, όσο μπορούσε να διακρίνει, είχε απέραντες εκτάσεις με πράσινη χαμηλή βλάστηση και λιγοστά δέντρα. Ο αέρας μύριζε υγρασία και ανθισμένα λουλούδια. Το φως του φεγγαριού ίσα που της επέτρεπε να συλλέξει ετούτα τα λιγοστά στοιχεία. Πουθενά δεν υπήρχε ίχνος ζωής.

Αναλογίστηκε πως κανονικά θα έπρεπε να φοβάται μέσα  σε τόση ερημιά και  στην σκέψη του φόβου κάτι άστραψε στο μυαλό της και της ήρθε μια ζάλη. Η φωνή που την αποκαλούσε με το όνομα Πουτάνα ξαφνικά απέκτησε μορφή, ήταν ένας χλωμός άντρας που έκλαιγε, την τράνταζε και κάτι την ρωτούσε, μα εκείνη στεκότανε ακίνητη σαν άγαλμα και τίποτα δεν θυμόταν για να του απαντήσει.

Ο δρόμος μπροστά της άρχισε να ανηφορίζει και κάπου μακριά μύρισε θάλασσα. Τάχυνε το βήμα της να προλάβει, ούτε που ήξερε τι. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει από τον πόνο, αν πέθαινε από εγκεφαλικό σκέφτηκε, κανείς δεν θα ήτανε εκεί για να την βοηθήσει. Ένοιωθε τόσο μουδιασμένη την σκέψη της, τόσο άδεια, που δεν την ενδιέφερε καθόλου ο θάνατός της, σαν να ήταν κάτι απολύτως φυσικό και ταιριαστό με την περίσταση. Εκείνη την στιγμή ακριβώς ζαλίστηκε ξαφνικά και το κορμί της σωριάστηκε στο χώμα.

Συνήλθε ώρες μετά, μόλις άρχισε να χαράζει. Ανασηκώθηκε τρίβοντας τα μέλη της για να ζεσταθούν και ένιωσε την ανάγκη  να ξαπλώσει στο κρεβάτι της, στο σπίτι της. Το επόμενο δευτερόλεπτο και εντελώς ξαφνικά  η μνήμη της επανήλθε και  αυτό την έκανε να ανατριχιάσει ως το κόκκαλο.

Θυμήθηκε έναν άντρα που άναβε φωτιά στο σώμα της μόνο με την φωνή του. Μέρα νύχτα καιγόταν με την σκέψη τού πώς θα ήτανε να την έκλεινε στην απαγορευμένη αγκαλιά του και εκεί να γινότανε στάχτη μαζί του  σαν να μην υπήρχε αύριο. Τώρα ξέρει. Τα χέρια του στην πλάτη της ακόμα καίνε και από εκείνη την λαχτάρα, της έμεινε ένα αναφιλητό.

Ο άλλος όταν το έμαθε έγινε ένα μαύρο χλωμό πουλί. Χίμηξε πάνω της να την φάει με το ράμφος του και την φώναζε Πουτάνα με  όλη του την δύναμη. Φώναζε, φώναζε και την γέμιζε πληγές, το αίμα έτρεχε μα εκείνον δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο εκτός από τον πόνο του, εκείνη πονούσε διπλά και για κείνον και για εκείνη και σώπαινε, σώπαινε,  σώπαινε, ώσπου δεν άντεξε άλλο να σωπαίνει και άρχισε να τρέχει. Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες ή ώρες έτρεχε, μέχρι εκείνη την νύχτα  που λιποθύμησε και τότε μόνο έπαψε να τρέχει.

Με το που συνήλθε και θυμήθηκε, ένοιωσε κιόλας  πως πλησίαζε σε ένα τέλος μέσα σε τούτο το ξημέρωμα. Το θέαμα που αντίκρισε από την κορυφή του λόφου της έκοψε την ανάσα. Είδε την ομορφιά του πρωινού τοπίου και χάρηκε που μπόρεσε κάτι να νοιώσει. Χαμηλά και δίπλα στο νερό, ένα φωτισμένο παράθυρο σε ένα μοναχικό σπίτι, η θάλασσα σκούρα  ακόμα στο λιγοστό φως και στον ουρανό η αυγή να χαράζει.

 Κατέβηκε ήσυχα και προσπέρασε το φωτισμένο παράθυρο χωρίς να την πάρουν είδηση, έφτασε στην ακτή και πέταξε όλα τα ρούχα της στην ακρογιαλιά και ύστερα βούτηξε στο νερό και άρχισε να κολυμπά μέσα του με μεγάλη ανακούφιση. Δεν σκεφτόταν καθόλου, απολάμβανε το νερό που της έτσουζε και της έγιανε  τις πληγές και δεν ήξερε αν θα ξαναγύριζε ποτέ πίσω, εκεί από όπου ξεκίνησε, ή αν θα συνέχιζε να κολυμπάει έως ότου ανακαλύψει ένα καινούργιο νησί.-

 ( η φωτογραφία του National Geographic και η ιδέα της Nora Watson )

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Φωτογραφία νο 1. (Πόσο βαριέμαι γαμώτο..)


(Δεν μπορώ να την ακούω άλλο, με κούρασε. Λέει, λέει, λέει, λέει.. Πόσο κουραστική Θεέ μου και πόσο ανόητη. Σχεδόν δεν την ακούω, τα δικά μου σκέφτομαι. Μόνο εκεί που άρχισε να λέει για τον δάσκαλο της οδήγησης, εκεί κάτι μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Με υπονοούμενα μιλούσε βέβαια, αλλά κατάλαβα πως της αρέσει που την φλερτάρει. Τότε η μικρή μου στύλωσε τα αυτάκια της, έβαλε το χέρι στο σαγόνι και άρχισε να την προσέχει, είναι πανέξυπνη, διαόλου κάλτσα αυτή, καμία σχέση με  την Όλια  που όλο βαριέται και είναι στον κόσμο της.  Της μεγάλης, δώστης βιβλία και πάρτης την ψυχή. Με τις ώρες διαβάζει, ούτε τώρα που καλοκαίριασε λέει να σταματήσει. Προχθές την πέτυχα να διαβάζει την Νανά του Εμίλ Ζολά και ξαφνιάστηκα. «Το ξετρύπωσα στην βιβλιοθήκη του παππού», μου εξήγησε αφηρημένα και ύστερα συνέχισε «ξέρετε μητέρα δεν νομίζω πως μου αρέσει, με μπερδεύει μόνο και έχω μια περιέργεια να το διαβάσω ως το τέλος».  Τώρα βαριέται, το ξέρω. Κάθεται ήσυχα-ήσυχα  στην καρέκλα της και  δεν μιλάει, λέξη δεν λέει, όταν θα φύγουμε όμως θα κάνει  το πιο απρόβλεπτο σχόλιο, όπως «μητέρα, πόσο θα γελούσαμε αν ένα από αυτά τα τεράστια μακαρόν έπεφτε στο κεφάλι της κυρίας Μάντισον καθώς σας περιέγραφε το μάθημα οδήγησης που έκανε την περασμένη Δευτέρα;»)

(η αφορμή για το παραπάνω, προέρχεται από κάποιες αδημοσίευτες φωτογραφίες τουNational Geographic  που τις ανακάλυψε η Nora Watson, φίλη στο φέιζμπουκ και σκέφτηκε ότι καθεμιά τους θα μπορούσε να είναι αφορμή για ένα κείμενο, έτσι, για την πλάκα. Η πρώτη, δική της ιστορία εδώ, με παρέσυρε και έγραψα άλλη μία. Την ευχαριστώ για την έμπνευση που μου χάρισε.)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Αλκυονίδες.



Τις μέρες του χειμώνα που έξω μυρίζει άνοιξη οι άνθρωποι μεθυσμένοι από μια ανεξήγητη χαρά παίρνουν τους δρόμους. Ο ήλιος έχει σκουπίσει την μελαγχολία και την έχει αποκλείσει, δεν έχει λόγο ούτε θέση εδώ, σήμερα η μέρα γελά. Οι σκιές κρύβονται στα πεζοδρόμια και ο ήλιος καίει τις πλάτες και τα μέτωπα.

Το πρωί της Κυριακής στα μικρά καφέ, εφημερίδα καφές και τσιγάρο. Ο καπνός που ανεβαίνει σχηματίζει γαλάζιες κορδέλες · πίσω του κρύβονται τα μάτια, διαβάζουν και θέλουν να ξεχάσουν αυτά που μόλις διάβασαν. Έχουν ανάγκη από μια τελεία και ένα τέλος, ασφυκτιούν απέναντι στο τυπωμένο χαρτί, παίρνουν βαθιές ανάσες και σηκώνουν τα μάτια στο απέναντι πρόσωπο, είναι οικείο και είναι δικό τους, είναι ο φίλος τους, ο άνθρωπός τους, η παρηγορητική  μορφή που  τους ησυχάζει  προς το παρόν. Ευτυχώς.

Η λίμνη αστράφτει και λιγώνεται από την ίδια της την λάμψη. Το ίδιο και η πόλη που καθρεφτίζεται στα νερά της. Είναι όμορφη και το ξέρει, ξέρει την δύναμή της, γι’ αυτό και προσφέρεται αυτάρεσκα. Στους περιπατητές που ακούραστα γυρίζουν γύρω-γύρω κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Στους φωτογράφους που την φωτογραφίζουν αδιάκοπα αναζητώντας την τέλεια στιγμή. Στους ξένους που την κοιτάζουν μαγεμένοι. Κατά το σούρουπο επεμβαίνει και ο ορίζοντας · λες και δεν φτάνουν όλα ετούτα τα μάγια, προσθέτει όλο το ροζ και το πορτοκαλί, όλο το σιέλ και το γαλάζιο που κρατάει στην αγκαλιά του, και  έτσι σιγο-περπατώντας χάνεται σιγά-σιγά μέσα στη νύχτα.

 Αύριο μπαίνει ο Φλεβάρης. Θα ανοίξει ξαφνιασμένος  την μεγάλη πόρτα και μόλις συνέλθει από το ξάφνιασμα, θα σταματήσει αυτή την ηλιόλουστη γιορτή που μια απίθανη τύχη μας χαρίζει κάθε φορά με την ίδια συνέπεια. Θα τις κλέψει τις όμορφες Αλκυονίδες ημέρες και θα τις φυλακίσει πίσω από την πόρτα. Ο χειμώνας, ένας βασιλιάς που ξεκαθαρίζει τα πάντα, δεν θα λογαριάσει τον δικό μας εθισμό στην ζεστή τους ανάσα, και ψυχρά θα μας εξηγήσει την αναγκαιότητα του αναπόφευκτου. Αχ να ήξερε μόνο πόσο αναζωογονητική  είναι αυτή η χαρά που ματαιώνεται, αυτή η χαρά που μοιάζει με  κλεμμένη αμαρτία, μια ευτυχία  που (θενκς γκοτ) είναι  πάντα εκεί και μας γνέφει, πάντα από απόσταση, πάντα σίγουρη για τον εαυτό της, πάντα απίστευτα γοητευτική..





Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Για τα ραγκουτσάρια της Καστοριάς



Θα γράψω κάποτε ένα παραμύθι για τα Ραγκουτσάρια. Θα λέει για παρέες και μουσικούς του δρόμου, για αρχαία έθιμα και θυσίες. Για τους ανθρώπους που μεταμορφώνονται σε θεούς αφού πρώτα ντυθούν δαίμονες. Για μια πόλη που μεταφέρει ανάμεσα στους αιώνες την ιστορία του τριημέρου ετούτου, ντύνεται πόρνη  μαζί και αρχόντισσα και ξεχύνεται στους δρόμους  με μια ορμή  ακατανίκητη  που δεν είναι μόνο κέφι αλλά και λύτρωση.

 Θα είναι δικό μου το παραμύθι γι’ αυτό και θα λέει για το πώς η καρδιά χοροπηδάει με το που ακούει το κλαρίνο του «Ινδιάνου»  Γιάννη Τούνη,   ενός μουσικού που ανήκει πια στην ιστορία του Καστοριανού καρναβαλιού, με την πιο ουσιαστική έννοια που αυτή η λέξη υποδηλώνει. 


Εικοσιπέντε χρόνια μαζί του, με κείνον και την ορχήστρα του,  τον άνθρωπο με την εξαιρετικής ποιότητας κιμπαροσύνη, τέτοια που θα την ζήλευαν αριστοκράτες, ανεβοκατεβαίνουμε το Τσαρσί, μπαίνουμε στα στενά της πόλης, ξεσηκώνουμε τους διστακτικούς φτάνοντας με τους ήχους του κεφιού μέσα στο σπίτι τους, χορεύουμε, πίνουμε από το ίδιο τσίπουρο και το ίδιο μπουκάλι, χάνουμε τον εαυτό μας για να τον ξαναβρούμε καινούργιο, ξαπλώνουμε στην άσφαλτο και ρίχνουμε ματιές στον ουρανό, γελάμε δυνατά και τους αγαπάμε όλους, παρασύρουμε τους ξένους στο μπουλούκι και τους κάνουμε δικούς μας, σώμα της ίδιας παρέας χωρίς τίποτα να μετράμε παρά μόνο αυτό, αυτό το θεϊκό κάτι, που ρέει, στις αρτηρίες μας μαζί με το αίμα, στο κεφάλι  μαζί με τις σκέψεις, στην ψυχή μας την ίδια.

Θα λέει για το ευλογημένο σπίτι της Μ, ορμητήριο και καταφύγιο, φιλόξενη φωλιά, ιδανική για την προετοιμασία και  το ντύσιμο με τα καρναβαλίστικα, τα γέλια και τις κεφάτες φωνές, το τσίπουρο του Τσιάρα και το βραστό σούπα, το παστέλι με σουσάμι, το τρομερό της γαλακτομπούρεκό  και το δυνατό της γέλιο, ένα γέλιο ξεσηκωτικό που απλώνεται σαν κύμα, κατακλύζει τον χώρο, και τον γεμίζει κέφι.


 Ευχή : o θεός των Ραγκουτσαριών να μας έχει καλά,  «πάντα να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε» ,   ξέρει καλά τι λέει εκείνος ο ποιητής που  εμπνεύστηκε τούτον εδώ τον υπέροχο στίχο..