Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Η Νένη.



Τη ώρα που σου είπαν από το τηλέφωνο πως έφυγε η Νένη, διάβαζες ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας του ανακάτευε στο ίδιο κεφάλαιο (εν είδη ημερολογίου) τις ηλικίες του και από την παιδική του, δραπέτευε στην    επόμενη παράγραφο σε κάποια άλλη στιγμή της ζωής του, κάνοντας έναν (πολύ γοητευτικό ομολογουμένως) απολογισμό. Έξω, έλαμπε μια μέρα φωτεινή, χειμωνιάτικη και κρύα.

Σκέφτηκες λυπημένα, πως και η ζωή της θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για ένα παρόμοιο ημερολόγιο- βιβλίο, αν  δεν τελείωνε τόσο σύντομα και αν της είχε δοθεί ο χρόνος  να το κάνει  


Η Ελένη Τσαδήλα, γεννήθηκε και πέθανε στα πενήντα κάτι της χρόνια στην Καστοριά, ερωτευμένη με μια πόλη με την οποία συχνά ερχότανε σε αντιπαράθεση. Οι αγώνες της για την έλλειψη χώρων πολιτισμού  καθώς και η αντίστασή της μέσα από τον σύλλογο «το Σπασμένο Ρόδι» στην κατεδάφιση του πρώην στρατοπέδου Μαθιουδάκη αποτελούν ελάχιστο δείγμα του σπάνιου ήθους της, ενός ήθους εξαιρετικής ποιότητας, ελάχιστα κραυγαλέου, αλλά συχνά επιτυχώς αποτελεσματικού.

Αγαπούσε την πόλη, αγαπούσε την τέχνη, αγαπούσε και την ομορφιά σε όλες της τις εκφάνσεις,  με λατρεία  της για το θέατρο  να ξεχωρίζει. Η σκηνική της παρουσία κατέκλυζε την σκηνή και η ερμηνεία της αιχμαλώτιζε το κοινό, ένα κοινό το οποίο θα θρηνεί για καιρό  τον χαμό της.

Αν ποτέ αξιωθεί τούτη η πόλη να δει το πρώην στρατόπεδο Μαθιουδάκη χώρο πολιτισμού, σίγουρα το όνομα που θα του ταίριαζε να ξανά-βαφτιστεί θα είναι αυτό της Ελένης Τσαδήλα, για έναν ακόμη λόγο· γιατί ανήκε στην σπάνια ράτσα εκείνων των ανθρώπων  που δεν φοβήθηκαν  να προτάξουν το είναι τους απέναντι σε κάθε είδους ασχήμιες και ρατσισμούς, που αγάπησαν αυτήν την πόλη με όλο τους το είναι και που προσπάθησαν με όλη τους την ψυχή να κάνουν και τους άλλους να κατανοήσουν αυτήν την αναγκαιότητα.

Νοιώθεις, (με την θλίψη να σε βαραίνει) δραματικά φτωχότερη την Καστοριά με την απουσία της, πενθείς με τους στενούς της φίλους και συγγενείς και εύχεσαι κουρασμένα να μην είναι δυσαναπλήρωτο το κενό που αφήνει πίσω της.

Τόσο νέα, τόσο ωραία, τόσο αληθινή...


Καλοτάξιδη  να είναι η ψυχούλα της.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Christmas Days




Φυσάει. Τα πεσμένα φύλλα στους δρόμους χορεύουν έναν τρελό χορό. Στην καρδιά του χειμώνα, οι άνθρωποι της πόλης περπατούν βιαστικά· έχουν σηκωμένους τους γιακάδες και βαθειά χωμένα τα χέρια στις τσέπες τους. Μεθαύριο είναι  Χριστούγεννα.

Απόψε, θα αποκοιμηθούν παρέα με  την μυρωδιά της άχνης και τις πολύχρωμες λάμψεις από τα  χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που θα τους ζωηρεύουν τα όνειρα. Οι πιο τυχεροί θα ακούσουν την νύχτα τα κάλαντα και τα μάτια τους θα γυαλίσουν από νοσταλγία· θα επιθυμήσουν βαθειά να ξανανιώσουν παιδιά και να ενώσουν τις ανάσες τους με εκείνες των φίλων τους με τα κόκκινα μάγουλα και τις παγωμένες παλάμες.

Ύστερα θα γυρίσουν πλευρό και θα ακούσουν τους καλικάντζαρους να τους ροκανίζουν την σκέψη. Θα τους πιάσουν τότε απ’ την ουρά και θα τους κεράσουν δίπλες και μελομακάρονα για να τους γλυκάνουν και σε τούτη την  παρακμή του φανταστικού θα θελήσουν να εδραιώσουν μια νέα ουτοπία. Πως θα ξυπνήσουν τάχα το πρωί και θα τους συμβαίνουν μονάχα όμορφα πράγματα, πως όλα τα άσχημα θα εξαφανιστούν χωρίς ν αφήσουν ίχνη πίσω τους και πως μέσα σ αυτήν την γλυκειά αυτάρκεια, τις νύχτες δεν θα δυσκολεύονται πια να κοιμηθούν.

Το πρωί με βαθιές ανάσες θα  ποτίσουν την ψυχή τους γιορτή και καθόλου, ούτε στο ελάχιστο δεν θα νοιώθουν πως έχουν κάνει λάθος. 

Καλά Χριστούγεννα…

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Ωδή σε κάτι που ήταν κάποτε ζωντανό και τώρα έσβησε.




Δεν ξέρω πως ν αρχίσω. Θυμάμαι μόνο. Τον καινούργιο καφέ που μύριζε όμορφα και αλλιώτικα. Δύο κουταλάκια ζάχαρη, ένα καφέ. Λίγο ζεστό νερό και χτύπημα με το χέρι έως ότου γίνει κρέμα. Νεσκαφέ με γάλα. Νέες συνήθειες που εντυπωσιάσανε και καθιερώθηκαν αμέσως. Στα στρογγυλά τραπέζια του με τις αναπαυτικές καρώ καρέκλες του, ή στους μεγάλους καναπέδες στο βάθος με την απίστευτη θέα στην λίμνη και στα σκουροπράσινα πεύκα.

Ζεστή ατμόσφαιρα και μεγάλες παρέες μαθητών. Γέλια. Αγόρια και κορίτσια, ανίδεα παιδιά, ρουφάνε μαζί με τον καφέ ό,τι υπάρχει εδώ από την ζωή. Μουσικές, βιβλία, συζητήσεις, σχέδια. Ντροπαλά αγγίγματα, ακροδάχτυλα που καίνε και κατακόκκινα μάγουλα. Κορίτσια με άσπρους γιακάδες και μπλέ ποδιές. Αγόρια με σπυράκια στο μέτωπο και ιδρωμένες παλάμες. Τα νιάτα του τότε της μικρής μας πόλης, τους κρύους και μεγάλους χειμώνες στην θαλπωρή του  πνευματικού τους  κέντρου συνωστίζονται, και  ονειρεύονται την δική τους άνοιξή.

Μα καθώς  «τα πάντα ρει», νόμος αναπότρεπτος λέει, έτσι και το κτίριο που στέγαζε το πνευματικό μας κέντρο, το από χρόνια νεκρό, εξαφανίστηκε κομμάτι-κομμάτι και από την πόλη και από τα μάτια μας μέσα σε ένα φθινόπωρο. Μείναμε να πενθούμε σιωπηλά λίγοι ή πολλοί, θαμώνες μιας ανεπίστρεπτης εποχής, κοιτώντας μέσα απ΄ την ομίχλη τα σκουροπράσινα πεύκα στο βάθος που ευτυχώς είναι ακόμα εκεί







Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Ο ενδέκατος μήνας


Ο Νοέμβρης, ο μήνας που βρίσκεται στο κατώφλι του χειμώνα, μοιάζει ανεξάρτητος, θυμωμένος και πεισματάρης, κρύβει τα ωραία του χρώματα με κουρτίνες ομίχλης και αρνείται να ομολογήσει πως τον ενοχλεί που δεν είναι όλα δικά του. Θα του περάσει η οργή με το πρώτο χιόνι που θα πέσει πάνω στην πόλη· τότε θα γαληνέψει· και ήσυχα- ήσυχα θα ανοίξει την πόρτα και θα φύγει...

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Φθινόπωρο στο δάσος


Στο δάσος έχει φθινόπωρο, άφθονο και υπέροχο. Χαίρεσαι να το βλέπεις και να το ανασαίνεις. Η μυρωδιά  του έχει μέσα όλο το καλοκαίρι που τέλειωσε. Είναι γραμμένο στα ξερά φύλλα που πέφτουν και στα γυμνά κλαδιά των δέντρων το μυστικό. Σαν φυσάει ο άνεμος, λέξεις χορεύουν στον αέρα και ομολογούν ένα αέναο πήγαιν’ έλα, ένα τέλος και μια αρχή, την ζωή την ίδια που βηματίζει και σκοντάφτει, έτσι ν απλώσεις το χέρι σου πιάνεις χορό αρχέγονο μαζί τους, χάνεις και χάνεσαι στις νότες της αρχαίας και παράξενης μουσικής τους…

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτέμβριος





Ο Αύγουστος φεύγοντας μας δώρισε  γενναιόδωρα μερικές από τις πιο όμορφες μέρες του χρόνου. Ξαφνικά ο ήλιος γλύκανε και άρχισε να χύνει φως χρυσό και φωτεινό και οι αχτίδες του, χαϊδεύουν τα μαλλιά, το δέρμα και το πρόσωπο. Τα χρώματα λες και  ξυπνήσανε απ’  την καλοκαιρινή τους ραστώνη, τινάξανε την καυτή σκόνη  από πάνω τους και βάλθηκαν  να μας ξαφνιάζουν, παιχνιδίζοντας  κάτω από έναν  ουρανό που μοιάζει με τρυφερό παιδικό σιέλ χαμόγελο.

Ο Σεπτέμβρης μπήκε και κείνος καλοδιάθετος. Ξαφνικά θυμηθήκαμε συναισθήματα ξεχασμένα· χαιρόμαστε χωρίς εμφανή λόγο και χαμογελάμε ευτυχισμένα, «καλό μήνα» ευχόμαστε και η ευχή, σαν κάποτε, βγαίνει απ’ το φυλλοκάρδι μας μέσα, χωρίς δισταγμό και φόβο κανένα. Μόνο οι ακρογιαλιές και οι θάλασσες απέμειναν να μας γνέφουν  και να μεταμορφώνονται σε  μια ανάμνηση, όμορφη και νοσταλγική, γεμάτη γλυκό φως και  ήρεμη επιθυμία..

Photo: Τάνια Κολέσκα

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Γράμμα σε έναν φίλο.


"Σε σκέφτομαι συχνά. Αν νομίζεις πως δεν υπάρχεις πια, πλανάσαι πλάνη οικτρά. Μερικοί άνθρωποι δεν χάνονται, το ξέρεις, και ας μην το πίστεψες ποτέ.

 Προχθές πήγα στην θάλασσα, εκεί όπου συναντηθήκαμε εκείνο το καλοκαίρι. Θυμάσαι που ψάχναμε φαρμακείο στα στενά δρομάκια του Λιτόχωρου και γελούσαμε με την ατυχία του να πάθω λουμπάγκο; Εσύ δηλαδή δεν γελούσες, έλαμπες από κάτι σαν ικανοποίηση που με είχες επιτέλους του χεριού σου, αιχμάλωτη και ευάλωτη λόγω του πόνου  και της ανημπόριας μου να κινηθώ χωρίς την βοήθειά σου.

 Έκανε ζέστη και ήταν Αύγουστος. Ο Όλυμπος μύριζε και τότε ρίγανη και πικροδάφνη. Το πρωΐ, στο μικρό μπαλκονάκι του ξενοδοχείου της πλατείας, ακούγονταν οι φωνές των ανθρώπων του καφενείου · πίνανε καφέ και λέγανε τα νέα της νύχτας. Με περίμενες να ξυπνήσω και να κατέβω για πρωϊνό. Το βλέμμα σου είχε την γλύκα των καλών ανθρώπων που σου συγχωρούν τα πάντα επειδή σ αγαπούν.   

 «Μπορεί αυτό που μας ενώνει να μην λέγεται έρωτας, αλλά σκέψου, ίσως να λέγεται αγάπη» τόλμησες.

 Σε κοίταξα στα μάτια και γέλασα. Το γέλιο μου δεν η απάντηση που ήθελες, αλλά το δέχτηκες σαν νεράκι δροσερό. Όταν επιθυμούμε, κλείνουμε  τα μάτια στο προφανές και με μια  διάθεση που μοιάζει  μεθυσμένη, αρνούμαστε την απόδειξη, πολλά-πολλά δεν μας χρειάζονται τώρα.. Ένοχοι και αθώοι μαζί απέναντι στην αλήθεια, απολαμβάνουμε αυτό που είναι μπροστά στα μάτια μας, μιας και  αγνοούμε ηθελημένα εκείνο που μας περιμένει στην άκρη του τούνελ, μπροστά στο δυνατό φως.

Ήτανε πάλι καλοκαίρι όταν έφυγες. Άνοιξες την μεγάλη πόρτα και πήδηξες στο κενό ελπίζοντας πως θα σωθείς. Δεν σε ξαναείδαμε ποτέ, μόνο μείναμε θλιμμένοι και αμήχανοι, όλοι όσοι γευτήκαμε την παρουσία σου να μαζεύουμε τα ψίχουλα και να τσακωνόμαστε σαν τα σπουργίτια στο περβάζι του παραθύρου σου. Και τώρα που έχουν αλλάξει όλα και χάθηκε πια κάθε θυμός, αλλάξαμε δρόμους φοβούμενοι μη διασταυρωθούν οι ματιές μας, λες και διαβάσαμε την τελευταία σελίδα του βιβλίου  και αυτό που είδαμε μας γέμισε με πίκρα.."