Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Οι ακατανίκητες επιθυμίες.


Είναι κάτι απογεύματα μέσα στον χρόνο, λίγα ευτυχώς, εκεί κατά την αρχή του φθινοπώρου πάντα, που λες και κάτι γίνεται και ζωντανεύουν οι επιθυμίες και ζητάνε, απαιτητικά, σαν κακομαθημένα παιδιά. Τότε δεν σε χωράει το σπίτι, μα ούτε και η γειτονιά, δεν σε χωράει η πόλη, δεν σε χωράνε ούτε οι αγαπημένες σου συνήθειες. Ξεκινάει να ξεδιπλώνεται και η θλίψη σαν μισοκοιμισμένο φίδι και σε τυλίγει. Σφιχτά σε πιάνει, και σε πνίγει σιγά. Άμα πιάσεις το τραγούδι και τσούπ!, πεταχτείς έξω για μια βόλτα προς τα εκεί που γίνεται χρυσός ο ουρανός, γρήγορα όμως, πριν προλάβει και σε τελειώσει ο βρόγχος, παναπεί πως μπορεί και να σώθηκες για σήμερα.

Έτσι και μείνεις όμως και αρχίσεις το κουβεντολόι μαζί τους  άστα και βράστα. Θα σε βρει η νύχτα με πρησμένα ματόφυλλα και χαρτομάντιλα γεμάτα μύξα και βλέννες. Διότι αυτές δεν λογαριάζουν την λύπη σου, το κέφι τους να κάνουν και δεν πα να χαλάσει ο ντουνιάς; Κακομαθημένες και απαιτητικές καθώς είναι συνέχεια ζητάν.

 Θέλουν να δουν τις ελιές που κατεβαίνουν ως τις ακρογιαλιές, τα ψηλά κατάρτια που σκίζουν τα πέλαγα, τ αστέρια που πέφτουν την νύχτα  μές στη θάλασσα. Πορτοκάλια θέλουν, μεγάλα σαν καρπούζια με πικρή την φλούδα και γλυκό χυμό.  Θέλουν να νοιώσουν το ρίγος της νύχτας καθώς ξημερώνει στο δάσος, την δροσιά του παγωμένου καταρράχτη στο γυμνό σώμα. Τις φωτιές και τις κιθάρες στην άκρη της θάλασσας, την μυρωδιά του καπνού στο άλλο στόμα και την χορτασμένη πείνα της ευλογημένης μετά το σμίξιμο θείας ώρας. Το γεμάτο φεγγάρι και τα μπλεγμένα χέρια. Τις ζεστές και γλυκές νύχτες που μοσκοβολάει το γιασεμί  και τα γέλια ακούγονται τριγύρω. Τις άσπρες αρκούδες να περπατάν στον πάγο και τις ανάσες να κρυσταλλώνουν  το ελαφρύ χνούδι στο πανωχείλι.

 Θέλουν να δούνε τους άντρες, δυνατούς και όμορφους να ξέρουν όλα τα μυστικά του κόσμου. Να είναι τις νύχτες τρυφεροί σαν την άνοιξη και την μέρα μυστήριοι σαν την θάλασσα και τα δάση τα πυκνά. Θέλουν να νοιώσουν για μια ακόμη φορά την σιγουριά της πίστης και την  γλυκειά ελαφράδα της απιστίας. Το μεθύσι της αγάπης και το τρυφερό δάγκωμα της ζήλειας. Την βαθειά και ανακουφιστική ανάσα της αγκαλιάς. Το άλλο σώμα.


 Και τότε, κάπου εκεί και αφού σου γεμίσουν φλυαρία το μυαλό, αρχίζουν να βαριούνται και να φεύγουν και δεν θέλουν τίποτα πια. Η νύχτα έχει πέσει, τα φώτα έχουν ανάψει, και κάθε νοσταλγία μοιάζει με οριστικό και αποφασισμένο από το σύμπαν γεγονός. Και συ πας για ύπνο νικητής και νικημένος, και σα να γελάς στο μαξιλάρι σου, χαίρεσαι που ακόμα μπορείς  και νοιώθεις, νοιώθεις δεν έχεις γίνει πέτρα, πέτρα εσύ δεν θα γίνεις ποτέ, αφράτο χώμα θα γίνεις και αυτό  σαν έρθει η ώρα σου…

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

άτιτλο


Με πείσμα σκάβει μέσα στο πετρωμένο κουβάρι των αναμνήσεων για ευτυχισμένες στιγμές. Από αυτές που γράφουν τα βιβλία. Κάθε φορά που την πνίγει η ασυμβατότητα με το γενέθλιο φορτίο, αυτό ψάχνει. Ανέμελες και ανάλαφρες παιδικές ανάσες ψάχνει. Από αυτές που δικαιούται κάθε παιδί και που μόνο η αγκαλιά της μάνας επιτρέπει να υπάρξουν. Δεν. Τελεία. Με τελεία σταματάει η αναζήτηση, με ορμή ξεχύνεται το σιωπηλό παράπονο στις αρτηρίες της ύπαρξης.

 Όλες οι αγκαλιές που γνώρισε μετά και στις οποίες με όλη της την ύπαρξη παραδόθηκε, είχαν την απειλή της πρώτης μεγάλης  προδοσίας, και σαν ένα ραντεβού που δεν ακυρώθηκε ποτέ, πάντα η κατάληξη επαλήθευε  τον προαιώνιο φόβο της μοναξιάς. Στερημένη από την τρυφερότητα, την εμπιστοσύνη και την επιβεβαίωση που ριζώνει και θεμελιώνει τον χαραχτήρα του ανθρώπου η θερμή αγάπη της μάνας για το παιδί, ζει μια ζωή  ανάπηρη, με μια αναπηρία που της χαρακτηρίζει την ύπαρξη και που με έναν αόριστο και καθόλου ανιχνεύσιμο τρόπο την καθοδηγεί προς την μοναχικότητα και την θλίψη.


Θα το κλείσει κάποια στιγμή αυτό το κεφαλαίο της ζωής της, το ξέρει. Όταν θα της κλείσει τα μάτια, θα κλάψει πικρά για τα φιλιά που σαν ακυρωμένες προθέσεις χαθήκανε και για τις αγκαλιές που πετάξανε μακριά σαν τρομαγμένες πεταλούδες . Θα της μιλήσει κιόλας. Για όσα επιθύμησε και για όσα την πονέσανε βαθιά  Για όσα την τρομάξανε και την γεμίσανε αγωνία. Για όσα χάρηκε και δεν τα μοιράστηκε ποτέ μαζί της. Και αφού χορτάσει δάκρυα και στερέψει από αυτά, πάλι θα γεμίσει η ψυχή της νοσταλγία για την πιο γλυκειά πατρίδα που δεν είναι άλλη, από της μάνας την αγκαλιά…

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Οι όμορφες νύχτες του Αυγούστου





Είναι αγαπησιάρικες οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου. Τα βράδια του στάζουν μια γλύκα μελωμένου σύκου και μια μισό-μεθυσμένη αίσθηση ευτυχίας. Έξω, είναι όμορφα. Όσοι γυρίσανε από διακοπές, έχουν στα μάτια τους ακόμα την θάλασσα. Στα καφενεία κερνάνε υπέροχες μουσικές μαζί με την μπύρα και οι παρέες κάθονται στα τραπεζάκια έξω   και μιλάνε μια γλώσσα μισοξεχασμένη, χωρίς τις λέξεις, δντ, χρέος, μέρκελ και σόιμπλε. Μιλάνε για παλιές αγάπες (που πήγαν στον παράδεισο) και για άλλες, που αναζητάνε ένα ετεροχρονισμένο εισιτήριο επιστροφής. Κάνουν σχέδια (ανέφικτα) και έχουν επιθυμίες. Στο τέλος του καλοκαιριού που σβήνει σιγά-σιγά, ζούνε την ανεμελιά που χάσανε  ετούτες τις μαγικές νύχτες  και κλέβουν ανάσες. Σαν πάνε για ύπνο χαμογελάνε στο μαξιλάρι τους πριν αποκοιμηθούνε και βλέπουν όνειρα, με χρώμα μπλέ και  όμορφη μουσική. Θα τα θυμούνται τα όνειρά τους σαν γιατρικό, στον χειμώνα που έρχεται και τους τρομάζει, και θα ζεσταίνονται από την θύμησή τους στα παγωμένα τους δωμάτια μπροστά στην φωτεινή οθόνη του λαπτόπ τους…


Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Το δάκρυ της Παναγίας






Μπήκε στην αυλή απ’ τον μαντρότοιχο και στάθηκε μια στιγμή εκεί για να κοιτάξει το σπίτι που κοιμότανε. Περασμένες έξη και η δροσιά της νύχτας παρούσα ακόμα, περίμενε την ανατολή για να παραδοθεί στην κάψα ενός ήλιου εκδικητικού που έκανε τα σπίτια να κλείνουν τα παντζούρια τους όλη μέρα, σαν άμυνα στην μάχη με την ανυπόφορη ζέστη του Αυγούστου. 

Πήγε στο ψυγείο της αυλής και το άνοιξε. Από μέσα έβγαλε ένα καραφάκι παγωμένο τσίπουρο, έπιασε και ένα ποτηράκι–δαχτυλήθρα από το ράφι και περπάτησε μέχρι το μεγάλο τραπέζι κάτω απ΄τον πλάτανο. Φύσηξε τα πεσμένα φύλλα και ακούμπησε το «δάκρυ της Παναγίας» (έτσι είχε βαφτίσει το τσίπουρο κάποτε ) δίπλα στο λαπτόπ. Γέμισε ένα και το κατέβασε μεμιάς. Το οινόπνευμα έτρεξε στο λαρύγγι του και τον γέμισε ηδονή. Ένα «αχχχ…» ευχαρίστησης  ακούστηκε μαζί με τον ήχο του  που έκανε ο φορητός υπολογιστής καθώς άνοιγε. Πίνοντας το δεύτερο, έλεγξε τα μέιλ του. Τίποτα που να τον ενδιαφέρει πια, με ένα κλικ τα επέλεξε όλα και τα διέγραψε αμέσως.

Το φέιζμπουκ το άφησε για το τέλος. Ένας χρόνος απουσίας από κάτι  τόσο ηθελημένα εθιστικό ήταν αρκετός για να δικαιολογεί την περιέργειά του και την γεμάτη ευχαρίστηση ανυπομονησία του. «Τι να γίνονται όλοι ετούτοι» σκέφτηκε καθώς έκανε login στον λογαριασμό του και έμπαινε στον αγνώριστο από τις αλλαγές τοίχο του.

«Εδώ χρειάζεται και τρίτο» μονολόγησε καθώς κατάπινε το παγωμένο υγρό γελώντας πλατιά  με αυτά που έβλεπε. Αν είχε μουστάκι, θα το έτριβε με ευχαρίστηση. Οι γυναίκες του δεν τον είχανε ξεχάσει. Το τάιμλαιν του ήτανε γεμάτο στίχους, τραγουδιστά γιουτουμπάκια, φωτογραφίες λουλουδιών και πονεμένες αφιερώσεις. «Βρε τα κορίτσια μου», σκέφτηκε φωναχτά και τέντωσε τα καταπονημένα από το πάνω-κάτω ταξίδι πόδια του. 

Κάτι σατανικό πέρασε απ το μυαλό του· να αρχίσει λέει να πατάει λάικ στα πόστ των θαυμαστριών του και ν’ απαντάει στην κάθε μια ξεχωριστά με εισερχόμενο μήνυμα. Ο πανικός που θα επακολουθούσε ήταν ασύλληπτα διασκεδαστικός και το «χαχαχα…» του ακούστηκε μέχρι το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές στην άλλη άκρη της αυλής.

Τις φαντάστηκε να μιλάνε σε εισερχόμενο ομαδικό μήνυμα πανικόβλητες και καμιά τους να μην τολμάει να απαντήσει σε κείνον (τον φευγάτο από τούτη την ζωή ένα χρόνο πριν) και ένοιωσε σαν να τις περιπαίζει τις φίλες του τις αγαπημένες. Τα μάτια του τότε πήρανε εκείνη την έκφραση την γεμάτη αθωότητα και καλοσύνη, εκείνη που όποιος είχε την τύχη να συλλάβει στην ματιά του, δεν τον ξεχνούσε ποτέ. Κάτι σκίρτησε στο μέρος της καρδιάς του, «δεν είμαστε καλά» μουρμούρισε, «ακόμα εδώ είσαι εσύ, δεν έχεις πεθάνει μαζί μου»;

Τα λεπτά άσπρα σεντόνια που στεγνώνανε στο σκοινί αποβραδίς, κυματίσανε σαν από ρίγος την στιγμή που εκείνος πέρασε βγαίνοντας από την εξώπορτα. Μπορεί βέβαια να ήτανε και το αεράκι η αιτία, που πέρασε μέσα της και απλώθηκε ένα γύρω στις πλάκες της αυλής, τις ίδιες που έβαφε κίτρινες ο ήλιος που είχε ήδη ανατείλει. 

Εκείνος, έριξε πίσω του μια ματιά και το μετάνιωσε αμέσως. Ώρα ήτανε να απομείνει στήλη άλατος σαν την γυναίκα του Λωτ, πάνω που είχε αρχίσει να περνάει καλά επάνω  και η αρρώστια της νοσταλγίας είχε προ πολλού γιατρευτεί απ’ το μυαλό του του…
 


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Η γυναίκα του νερού.


Εκείνο το πρωϊνό έμοιαζε με όλα τα άλλα. Σκουντούφλικο. Έβαλε στο μπρίκι καφέ και χασμουρήθηκε τεντώνοντας το σώμα της στο ανοιχτό παράθυρο. Σερβίρισε. Σε δύο όμοια φλιτζάνια. Το δικό του, στο ξύλινο τραπεζάκι της βεράντας. Το δικό της, στο περβάζι του παράθυρου, με τον κήπο απέναντι. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Ανέπνευσε με απόλαυση τον καπνό και το δροσερό αεράκι του που εισέβαλε ευπρόσδεκτο. Μύριζε υγρασία της λίμνης και φρεσκοκομμένο μαϊδανό. Θυμήθηκε τα φασολάκια που είχε στο ψυγείο και έβγαλε την σακούλα πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τα καθαρίσει.

Δεν τα καθάρισε όμως ποτέ. Την στιγμή που το κοφτερό μαχαίρι από σύμπτωση έκοβε (αντί για το τρυφερό φασολάκι), την ώριμη σάρκα της και μια σταγονίτσα κόκκινο αίμα χύθηκε βίαια, εκείνη δα την μικρή στιγμούλα, κάτι άστραψε στο μυαλό της. Θα πρέπει να ήτανε κάτι αποφασιστικό και επείγον γιατί την επόμενη στιγμή, παράτησε τα φασολάκια στην τύχη τους και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Βγήκε σύντομα, άρπαξε τα κλειδιά που κρέμονταν δίπλα στην εξώπορτα  ξεχνώντας την ανοιχτή, κατέβηκε με μεγάλα βήματα την πέτρινη σκάλα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της.
*****
Αν υπάρχει ένα φως της θάλασσας, τότε εκείνο το φως, μαζεύτηκε όλο επάνω της την ώρα ακριβώς που έβαζε το πόδι της στο νερό και την μεταμόρφωσε σε θαλάσσια γοργόνα. Λέμε γοργόνα γιατί φάνηκε να ψήλωσε ξαφνικά και να απέκτησε ευλυγισία θαυμαστή, τόση που τέντωσε το σώμα της σαν τόξο και βούτηξε στο νερό με κινήσεις εξαιρετικά αρμονικές. Η γοργόνα-γυναίκα  ένοιωσε να γίνεται ένα με το νερό και καθώς κολυμπούσε με απόλαυση, ξεκίνησε να ξεφορτώνει με κάθε μία απλωτή  προς το άπειρο, μία-μία τις κρίσεις της. Πρώτα την οικονομική, κατόπιν την οικογενειακή, στην συνέχεια την κρίση της μέσης ηλικίας και στο τέλος την ερωτική. Τις ένοιωθε να μένουν πίσω και να χάνονται στο πέλαγος, να γίνονται μικρές άϋλες κουκίδες,  τόσο μικρές που σύντομα τις ξέχασε και τις άφησε να γίνουν ένα με την άμμο.
Στο Μυρτώο έπαιξε με τα σταχτοδέλφινα, ξάπλωσε στις άσπρες πέτρες της Μήλου, κολύμπησε  στο Κρητικό και στο Καρπάθιο πέλαγος και ύστερα με μια ανεξάντλητη όρεξη ξεχύθηκε στο Λυβικό. Το σούρουπο την βρήκε στην θάλασσα των Σαργασσών να συνομιλεί με τα χέλια των ευρωπαϊκών ποταμών, εκείνα που όταν φτάσει η ώρα τους ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι  για τον σπουδαίο τους προορισμό, όπου εκεί και μόνο εκεί γεννάνε τους απογόνους τους, και ποτέ δεν ξαναγυρνάνε πίσω. Και τότε εντελώς βίαια και ξαφνικά, ήρθε να στην συναντήσει ο ίμερος και ο νόστος. Θυμήθηκε το λερωμένο με άσπρο γάλα πανωχείλι της μικρής και τα παιδικά  της μάτια. Κάτι έσπασε μέσα της και κοίταξε πίσω.  Μια γαλήνη την συνεπήρε. Σαν γεμάτη από όλα, έπιασε από το χέρι την αγία νοσταλγία  και εκείνη με σιγουριά, οδήγησε πίσω τα μεγάλα απλωτά  της βήματα. Την ώρα που ανέβαινε την σκάλα του σπιτιού της, ο αέρας μοσκοβολούσε υγρασία της λίμνης,  γιασεμί και αγιόκλημα.

 [Στην Ε.]





Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ελληνική ραδιοφωνία-Δεύτερο πρόγραμμα. (Τίτλοι τέλους)


Ακούω radiobubble στο ίντερνετ σήμερα και νοσταλγώ το Δεύτερο. Μου λείπει, σαν κομμένο πόδι, που ακόμα και μετά από καιρό φαγουρίζει θαρρείς η φτέρνα του. Πολλά τα χρόνια της ραδιοφωνικής παρέας, πολλά τα τραγούδια της παρέας, οι λέξεις, οι φωνές, αναπόσπαστα κομμάτια, καλοδεμένο σύνολο με τους γύρω οικείους θορύβους.

Νοσταλγική ανάμνηση ο ήχος του· να έρχεται και να φεύγει, να δυναμώνει και να σβήνει και το αυτί  να  ακολουθεί αυτό το παιχνίδι, «σιωπηλή η μουσική, ηχηρή η μοναξιά», να  χάνεται το «ωχ αμάν», και να ξανάρχεται πάντα, με το τραντζιστοράκι στο μπαλκόνι, την μυρωδιά της θάλασσας και την ησυχία της νύχτας, τσιγάρο, μπύρα και ησυχία,  αντικουνουπικό και καλοκαιριάτικα άστρα  στον σκούρο ουρανό.


Θα ξανάρθει το ξέρω. Μια νύχτα θάρθει στ όνειρό μου και θα με αρπάξει από τα μαλλιά σαν ματαιωμένη υπόσχεση, θα φωνάξει μέσα στο αυτί μου δυνατά,  «μου είπες ψέματα» θα ουρλιάξει, «έλεγες πως θα είμαστε για πάντα μαζί» και θα θέλει να με χτυπήσει ξανά και ξανά. Και εγώ που θα είμαι αποκαμωμένη από την απουσία και από κάτι σαν παράλυση, θα νοιώσω δυο χοντρά και ανώφελα δάκρυα να κυλούν στα φλογισμένα μάγουλά μου…

(αφιερωμένο στην παρέα με το τραντζιστοράκι, το καλοκαίρι της Τορώνης)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ταξίδι στην Μυτιλήνη (και η αφράτη μαγείρισσα).

Με το που πιάσαμε το πόμολο να σπρώξουμε την καγκελόπορτα, έπιασε να μυρίζει η φλαμουριά με όλη της την δύναμη. Η όσφρηση λέει είναι   μία πολύ ισχυρή αίσθηση που σε προδιαθέτει να αγαπήσεις ή να αρνηθείς. Εμείς ανασάναμε βαθειά και "γουργουρίζοντας" από την ευχαρίστηση που νοιώσαμε, προχωρήσαμε στο βάθος της αυλής.
 Η διάθεση, από την αρχή του ταξιδιού, ήταν καλόγνωμη και για τις τρεις μας και αποφασισμένη. «Θα περάσουμε καλά στο νησί, γιατί μας αξίζει.». Εύκολα μας κέρδισε η ξεχασμένη από τον χρόνο, πίσω αυλή της μονής. Ένα ξύλινο τραπέζι φαγωμένο από την βροχή, και τον ήλιο  κάτω από μία θεόρατη καρυδιά. Το ίδιο και οι πάγκοι του. Θάμνοι με άγνωστα σε εμάς λουλούδια βάφανε με χρώματα φούξια κίτρινα και πορτοκαλί το πράσινο που κυριαρχούσε . Άπλωσα το χέρι μου και έκοψα ρείκια · ήταν ώριμα και μυρωδάτα, γλυκάθηκα από την άμεση  επαφή μου με την φύση, γαλήνεψε η ψυχή μου. «Νομίζω πως βρίσκομαι σε παραμύθι», ομολόγησα στην παρέα μου.

«Θέλουμε καφέ και λουκουμάδες Αγράμπελη» με προσγειώσανε τα γέλια των κοριτσιών στην επιθυμία του απογεύματος που αποχαιρετούσε την μέρα. «Θα φάμε και λουκουμάδες», αντιγύρισα με πεποίθηση και σιγουριά, από αυτήν την  ίδια σιγουριά  που λένε πως γίνονται τα θαύματα.

Και έτσι, πες-πες, σε εκείνη την αυλή την τριγυρισμένη από αμέτρητες εκκλησίες και μέσα στην σιωπή του Λεσβιακού σούρουπου, στο μαυρισμένο από τον χρόνο τραπέζι και την αίσθηση του παραμυθιού μέσα μας, νομίζω πως φάγαμε τους πιο νόστιμους λουκουμάδες της ζωής μας, ζεστούς και μυρωδάτους, που μας τους πρόσφερε η πιο απροσδόκητη και καλοδεχούμενη παρουσία. Μία αφράτη και χαμογελαστή, κοκκινομάγουλη και με άσπρη ποδιά μαγείρισσα, πλάσμα της φαντασίας μας, από αυτά που σου χαρίζονται και σου χαρίζουν ό,τι θες…


Φύγαμε πλήρεις, την ώρα που έπεφταν οι σκιές, έχοντας μέσα μας μια αβεβαιότητα που έμοιαζε απολύτως με βεβαιότητα για όσα νοιώσαμε ετούτο το θαυμάσιο απόγευμα. Το άρωμα της φλαμουριάς καθώς διαβαίναμε την θεόρατη καγκελόπορτα μύριζε ήδη νοσταλγία. Κόψαμε ένα κλαράκι της και σιωπηλές αλλά γεμάτες θαυμασμό πήραμε τον δρόμο της επιστροφής…

(Αφιερωμένο. Στην παρέα της Μυτιλήνης.)