Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Της Ζωής.


Εκείνα τα χρόνια που η άνοιξη ήταν  άνοιξη και όλες οι εποχές στην θέση τους, μια τέτοια μέρα σαν την σημερινή που γιορτάζεται η Zωή, (καθόλου τυχαία μέσα στην καρδιά της άνοιξης), γινότανε σε ένα διπλανό χωριό ένα πανηγύρι. Γέμιζε το μονοπάτι της χαράδρας που οδηγούσε εκεί, χρώματα από κοριτσίστικα φουστάνια, (ανακατεμένα με το λαδί των νιόφυτρων φυλλωμάτων), και φωνές ανακατεμένες με γελάκια, που ανέβαιναν ψηλά και χάιδευαν τον ασπρογάλαζο ουρανό. Σαν φτάνανε, στρώνανε οι γυναίκες χάμω τις κουρελούδες και ακουμπούσανε πάνω τους τα καλάθια που είχανε μέσα το φαγί και το πιοτί. Στις πιο μερακλίδικες παρέες είχε ανατεθεί ο ρόλος του να φροντίσουνε για την μουσική· παραδίπλα τους, είχανε τους γύφτους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, με τα κλαρίνα, τα νταούλια και το ακορντεόν και περιμένανε να τελειώσει η λειτουργία. Γύρω τους μαζευότανε κόσμος πολύς· ανυπόμονα περιμένανε την ώρα που το μερμήγκιασμα της σπονδυλικής στήλης θα διέταζε τον χορό...




Τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια, θέλοντας να απομακρυνθούνε  λιγάκι από την αρχέγονη επιτήρηση, κατεβαίνανε το μονοπάτι που οδηγούσε στον καταρράχτη και στην μικρή εκκλησία στην άκρη του γκρεμού. Χαιδεύανε οι άκρες των φουστανιών τις μαργαρίτες, και τα χαμηλωμένα ματοτσίνορα, τα δήθεν άφοβα μάτια των αγοριών που χλωμά από επιθυμία ακολουθούσαν τις διαταγές της σάρκας τους. Σε τέτοιους τόπους τότε συναντιόντουσαν οι νέοι με τον έρωτα, εκεί και με τα ανταμωμένα βλέμματα, αγαπούσαν ποθούσαν και μεθούσαν την ηδονή της επιθυμίας. Σαν έπεφτε το σούρουπο και όλα τελειώνανε, σιγά-σιγά συνέρχονταν οι άνθρωποι και όσοι είχανε κοινωνήσει με τον χορό, κουρασμένοι παίρνανε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με όλους τους άλλους, ακόμη και  με εκείνους που αυτό το πανηγύρι δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ….

(Το πανηγύρι της Τσούκας)

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

το δικό μου Πάσχα



Ένα φορεματάκι μάλλινο βεραμάν· με υφασμάτινα λουλουδάκια στο μπούστο και στρογγυλό γιακαδάκι. Μια ανεπαίσθητη ενοχή στο: «η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή. Κλεφτή ματιά, με άρωμα βιολέτας, στις λόγχες από το βλέμμα των αγοριών οι μυροφόρες. Επιτάφιος θρήνος : «ω γλυκύ μου έαρ» και στην επιστροφή η φωνή του ψάλτη: « τις εστί, βασιλεύς ή Ιουδαίος;». Μυρωδιές από  ανθισμένες πασχαλιές …
Τρία κορίτσια ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό. Με τις ανόμοιες ηλικίες τους παρέα και με κοινό προορισμό. Να αιχμαλωτίσουν μια αίσθηση της άνοιξης σε στολισμένες εκκλησίες και να νοιώσουν την δύναμη της κατάνυξης στον ανθοστόλιστο επιτάφιο. Η εξαίσια μυρωδιά της μαγειρίτσας το απόγευμα του Σαββάτου…Το τραπέζι της Λαμπρής συμπληρωμένο  με όσα ακριβώς του χρειάζονται. Κόκκινο και χαρά, σε ίσες δόσεις. Το ελάχιστο αίσθημα της απογοήτευσης και το άλλο, του κορεσμού, στο σούρουπο της Κυριακής. Ένα πάζλ αναμνήσεων, πασχαλινό, παλιό και καινούριο, γεμάτο σύγχυση αναμονής και  εξαιρετικής ποιότητας νοσταλγία….