Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020
έξη μήνες μετά.
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020
Οκτώβριος, 17, 2020
Η μαμά μου ξέρει το βουνό σαν την τσέπη της. Όταν μεγάλωνε, ο Γράμμος ήτανε σαν μία προέκταση της αυλής της. Περπατάμε στα μονοπάτια και τα μάτια της ζωντανεύουν. Λέει τα ονόματα των χωραφιών (που τώρα είναι δάση) με την παλιά τους ονομασία, θυμάται τίνος είναι η κάθε καστανιά που συναντάμε, «νά η μηλιά που από αυτήν ήθελα να τρώω μήλα όταν ήμουνα έγκυος σε σένα» μου την συστήνει, η μηλιά έχει γεράσει, ένα κατσιασμένο δέντρο χωρίς ζωντάνια είναι, η μαμά μου την βλέπει με τα μάτια της νεότητάς της, πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έχει ξανανεβεί στο βουνό, περπατάει στο μονοπάτι ατρόμητη, και είναι σαν τα χρόνια να ξεφλουδίζονται και να πέφτουν από την πλάτη της, « να οι καστανιές μας» δείχνει κάπου πολύ μακριά «θα κατεβούμε αυτή την πλαγιά και μετά θα ανηφορίσουμε προς τα δέντρα, και θα μαζέψουμε πολλά κάστανα.»
Η πλαγιά, είναι τεράστια, σαν πίστα χιονοδρομικού, χορτάριασμένη, και μόνο που το σκέφτομαι με πιάνει ένας γελαστός τρόμος, «πάμε» μου λέει, γελάω, «μαμά μήπως έχεις ξεχάσει πόσο χρόνων είσαι;» την ρωτάω, «τον άλλο μήνα θα μπω στα 88» μου απαντάει, τώρα όμως έχει στα μάτια το θάρρος και την δύναμη των δέκα χρόνων της και τρέχει στο λιβάδι, μαζεύει κάστανα με την κολλητή της την Ντίνα, την αγαπημένη ξαδερφούλα της που δεν υπάρχει πια, γεμίζουν τους ντορβάδες γελώντας, ατρόμητες και υπέροχες.
Δεν κατεβαίνουμε την πλαγιά (προς μεγάλη της απογοήτευση) δεν μαζεύουμε κάστανα από τις καστανιές μας. «Α, μου λέει, αυτή η καστανιά μας να δεις τί νόστιμα κάστανα έχει, είναι στρογγυλά και κρακ... σπάζουν στο στόμα σου όταν τα τρώς, ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΘΑ ΠΑΜΕ» μου ανακοινώνει με βεβαιότητα.
Επιστρέφουμε στο χωριό εγώ και ένα δεκάχρονο κοριτσάκι στο διπλανό κάθισμα, μια ζωντανή απόδειξη πως η ψυχή δεν γερνάει ποτέ, και πως κάπου λίγο πιο έξω από τον καθημερινό μας ορίζοντα, μας περιτριγυρίζουνε πολλά. Είναι αόρατα είναι και ορατά και έχουν την δύναμη να μας επαναπροσδιορίσουν και να μας ανανεώσουν και την διάθεση και την υγεία.
Καλημέρα σας☀️
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020
4/10/20
(Μόλις έφυγα από κοντά του,η κοιλιά μου έγινε μια λίμνη από σπασμένα γυαλιά και πέτρες. Στην αρχή δεν πονούσα. Κοίταζα την πανσέληνο και σκεφτόμουνα εκείνο το γατάκι που είδα ξεκοιλιασμένο στην άσφαλτο. Φυσούσε ένας δυνατός, καυτός αέρας στο μυαλό μου και στην χολή μου κάτι έσπασε. Καίγανε τα μάγουλά, το κεφάλι και η κοιλιά μου. Ανέβασα πυρετό. Μόνο η καρδιά παρέμεινε ήσυχη. Εκείνη που είχε από καιρό αποσυρθεί. Και δεν σημαίνει πως δεν τον είχε αγαπήσει. Σημαίνει πως αυτή, που τον είχε τόσο αγαπήσει, έγινε ένα κουβάρι από μύες και αίμα και τώρα υποστήριζε με αφωσίωση μια λίμνη γεμάτη σπασμένα γυαλιά και βρώμικες πέτρες.)
Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020
Αύγουστος
12 Αυγούστου.
Στην άκρη του ορίζοντα διακρίνεται ένας πλαστικός μονόκερος. Ο ελαφρύς παφλασμός του νερού τον μετακινεί απαλά πέρα δώθε, κάποιες παιδικές φωνές διεκδικούν την χρήση του, έχει χρώμα ρόζ-κίτρινο-μπλε και άσπρο.
Μέσα στην θάλασσα, δύο γυναίκες και ένας άντρας κολυμπάνε αργά και συζητάνε. Το ελαφρύ αεράκι μεταφέρει τις φωνές τους ως την ακρογιαλιά, κάτω από την ομπρέλα μου. Συζητάνε για τον κορονοιό και τις οικονομικές επιπτώσεις στο περιβάλλον τους. Ο άντρας κυριαρχεί στην κουβέντα, και οι γνώσεις του για τις επιχειρήσεις που πλήττονται είναι αρκετά εξειδικευμένες, έτσι που σιγά σιγά οι λέξεις του γίνονται αδιάφορες και κυλάνε σαν στραγάλια στο χώμα.
Πενήντα μέτρα πιο εκεί, ένα ζευγάρι μετακινεί τις καρέκλες του, και κάθεται με τρόπο που ο ένας να αντικρίζει τον άλλον. Έχουν μια οικειότητα καθώς μετακινούνται και μια αρμονία εξαιρετική.
Η γυναίκα, διαβάζει με προσήλωση ένα βιβλίο. Φαίνεται πως αυτό που υπάρχει στις σελίδες του, την συναρπάζει και την κάνει να ξεχνάει την θάλασσα πίσω της. Προσπαθώ να μαντέψω τί δουλειά κάνει, αν έχει παιδιά, πόσο ευχαριστημένη είναι από την ζωή της, αν αγαπάει τον άντρα που κάθεται δίπλα της.
Εκείνος φοράει μαύρα γυαλιά και κοιτάζει την θάλασσα. Είναι ψηλός, αδύνατος, φοράει μπλέ σορτσάκι και οι κινήσεις του προδίδουν μια ανεπαίσθητη θηλυπρέπεια.
Όταν σηκώνονται για να κολυμπήσουν, το κάνουν και πάλι μαζί, με ενορχηστρωμένες κινήσεις πέφτουν ταυτόχρονα στο νερό, γελάνε με κάποιο αστείο που είπανε, επιστρέφουν στην ακτή μαζί, η σχέση τους μοιάζει με γαλήνιο παφλασμό νερού σε καλοκαιρινό δειλινό.
Είναι 12 Αυγούστου του 2020, ο καιρός είναι φανταστικός, η θάλασσα αμνιακός σάκος, σε περικλείει, σε αγκαλιάζει και σε κανακεύει, μάνα και θεότητα μαζί, αφήνεσαι με πίστη, χάνεσαι μέσα της, σε διαλύει και σε συναρμολογεί,αφαιρεί άχρηστα κομμάτια, ξεσκονίζει εγκαταλελειμμένα, φυσάει μέσα τους νέα πνοή, «κοίτα» μουρμουρίζει, «εδώ άνοιξε ένας καινούργιος χώρος, ρίξε σποράκι να δεις τι θα φυτρώσει», δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά σου, είναι αλμυρά, αλμυρή είναι και η θάλασσα, κάτι σπάζει και λιώνει στο στήθος σου, μια νοσταλγία βαριά σαν πέτρα κατρακυλάει στον βυθό, βγαίνεις έξω, τα χαλικάκια καίνε στις πατούσες σου, κυλάνε στο χώμα οι αλμυρές σταγόνες, η άμμος αδιάφορη τις στεγνώνει γρήγορα..
Τρίτη 26 Μαΐου 2020
Ο άντρας που μιλούσε με το φεγγάρι.
Και ξαφνικά ξέρει. Στο σπίτι που γεννήθηκε, εκεί πάει. Δίπλα στο ποτάμι είναι το σπίτι του, «πάμε στο σπίτι σου λέω, εδώ δεν είναι το σπίτι μας» έλεγε στην γυναίκα του τις νύχτες της μεγάλης αγωνίας. Και τότε βλέπει τον πατέρα του να του χαμογελάει στην άλλη άκρη της γέφυρας. Και τρέχει με όλη του την δύναμη να πέσει σε αυτήν την αγκαλιά, όπως τότε που ήτανε πιτσιρίκι και ο μπαμπάς του άνοιγε τα χέρια και τον σήκωνε ψηλά, πολύ ψηλά, ως τον ουρανό κι ακόμα πιο πέρα..
Τρίτη 14 Απριλίου 2020
Η Λάλλα
Την νέα μου γειτόνισσα την λένε Λάλλα και είναι από το Αφγανιστάν. Έχει ωραία μαύρα μάτια και γλυκό χαμόγελο. Το όνομά της το τραγουδάει, “what’s your name?” την ρωτάω, «Lalla» μου απαντάει και αυτό το λάμδα το λέει τόσο μελωδικά, σαν κελάηδημα πουλιού. Την στιγμή που εκείνη προφέρει το όνομά της στο ραδιόφωνό μου, κάποιος τραγουδάει «λαλα λαλα λαλαλα..»
Εγώ φοβάμαι τον κορονοΐό, αυτή μάλλον όχι. Χτύπησα την πόρτα τους όταν ανακάλυψα ότι μετακομίσανε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που ήτανε άδειο για χρόνια, είχα ψήσει κουλουράκια και ήθελα να τους καλωσορίσω, “thank you!” μου χαμογέλασε,”please, come in” η μαμά της άνοιξε τα χέρια, ο κορονοιος μου φώναξε «ΟΧΙ!» , δεν μπήκα.
Ήθελα σήμερα να καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας μου με την κοπέλα με το μελωδικό όνομα, να πίνουμε καφέ με κουλουράκια πορτοκαλιού και να τα λέμε. Να μου πει για το μεγάλο ταξίδι που έκανε για να φτάσει ως εδώ, σε αυτή την μικρή πόλη της Μακεδονίας, για τους μεγάλους φόβους και τις τεράστιες ελπίδες, για την ζωή μέσα της που την κάνει να χαμογελάει τόσο ατρόμητα.
Και ύστερα με σταματάει ο Νέος Φόβος, αυτός ο τόσο τρομακτικός που ζούμε εδώ και τριάντα τέσσερις μέρες. Και λυπάμαι πολύ, για όλες τις χειραψίες που δεν θα ξανακάνουμε με τους άλλους ανθρώπους, για όλες τις χαμένες αγκαλιές που θα φοβόμαστε να προσφέρουμε.
Και προετοιμάζομαι για το μέλλον προβάροντας στον καθρέφτη μου χαμόγελα, μεγάλα χαμόγελα που φτάνουν ως τα μάτια την καρδιά, και το μυαλό.
«Να» λέω, «έτσι θα κοιταζόμαστε, αυτά θα είναι τα χέρια μας και οι αγκαλιές μας πια.»
και κάπως παρηγοριέμαι με αυτό..




