Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Το φιλί.





Λίγο πριν απομακρυνθεί από το τραπέζι εκείνος, σαν κάτι να θυμήθηκε, γύρισε πίσω και την φίλησε στιγμιαία στο στόμα. Ερωτικά.

Μία τυχαία θεατής  του φιλιού από το απέναντι τραπέζι που έπληττε από ώρα, ένοιωσε στο δευτερόλεπτο μια ακύμαντη θάλασσα να μπαίνει στα μάτια της και να την πλημμυρίζει. Της ήρθε να δακρύσει απ το αλμυρό νερό, μα κάτι την έκανε να το μετανιώσει και έμεινε να κοιτάζει με θαυμασμό το φιλί, που αιωρήθηκε για ώρα στην ατμόσφαιρα, εκστασιασμένο από την εντύπωση που είχε προκαλέσει.

Κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό και όλοι συνέχιζαν αδιάφοροι τις κουβέντες τους.

Έκανε ζέστη και το καλοκαίρι έχυνε άφθονο χρυσό χρώμα στο δέρμα των ανθρώπων, στην άμμο και στην τυρκουάζ θάλασσα..


Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Οι φίλες μου.




Οι φίλες μου είναι νεράιδες. Μαζί κατοικούμε στο παρακμιακό κέντρο της πόλης παρέα με γέρους και αλήτες-πουλιά. Οι φίλες μου ξέρουν να λένε τον καφέ, να ερμηνεύουν τα όνειρα που βλέπουν τις σκοτεινές νύχτες και να χορεύουν με τα ξωτικά την άνοιξη στα πυκνά δάση. Οι φίλες μου νομίζουν πως είμαι σπουδαία συγγραφέας, ή μεγάλη φωτογράφος, ή κάτι μπερδεμένο ανάμεσα σ αυτά τα δύο. Εγώ βέβαια δεν είμαι τίποτα απ´ όλα αυτά, είμαι ακριβώς ίδια με αυτές τις αστραφτερές υπάρξεις που λάμπουν στην ζωή μου και την κάνουν ακριβή. Το φως  από τις φίλες μου δεν το βλέπουν οι άλλοι, προς τα μέσα φέγγει, σαν εσωτερικός ήλιος τις φωτίζει και κάνει το δέρμα και την σκέψη τους διάφανη σαν γιαπωνέζικη πορσελάνη. Όταν με βαριούνται φεύγουν και χάνονται στην ασημένια άσφαλτο που κατηφορίζει προς την λίμνη και τότε εγώ κάθομαι και κλαίω που τις έχασα, κλαίω τόσο πολύ που στερεύουν τα δάκρυά μου και κάποια από αυτά γίνονται μαργαριτάρια, τα κρεμάω με χρυσή αλυσίδα γύρω απ´ το λαιμό μου και τις νύχτες που κοιμάμαι τα ακουμπάω στο μέρος της καρδιάς. Οι φίλες μου  κάθε άνοιξη μου χαρίζουν και από κάτι, μία λευκή ελπίδα σαν άγραφη κόλλα χαρτί, μια κόκκινη παπαρούνα σαν την ερωτευμένη άνοιξη, ένα ποτήρι γεμάτο κρασί σαν το μεθυσμένο μου μυαλό, μία ανθοδέσμη μαργαρίτες σαν τις μεγάλες αμφιβολίες της ύπαρξης. Οι φίλες μου δεν μου λεν σ αγαπώ, μου κάνουν μεγάλες αγκαλιές χωρίς λόγια, μου κρατάνε σφιχτά το χέρι όταν πονάω, πίνουνε λικέρ μαστίχα μαζί μου τις νύχτες και όταν μας πνίγει ένα αβάσταχτο αχ, μαζί ακούμε τα αηδόνια της νύχτας που τραγουδάνε για μας ήχους πανάρχαιους…

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Χρέος ελάχιστο.




Όταν ένα κουρασμένο απόγευμα  χτυπήσει η εξώπορτα, θα σηκώσεις ξαφνιασμένη το κεφάλι σου από τις σελίδες του βιβλίου, θα βάλεις τον σελιδοδείκτη στο άνοιγμα, «ποιος να ναι;» θα αναρωτηθείς αφηρημένα, θα ψάξεις  τις παντόφλες σου και θα ανοίξεις την πόρτα.

Πως εισέρχεται στην ζωή σου μια ανυποψίαστη εκδοχή και κυρίως πως την επεξεργάζεσαι;  Το καινούριο  σαν νέα πιθανότητα είναι πάντα ευπρόσδεκτο μα πρέπει να του κάνεις  χώρο για να μπορεί να αναπτυχθεί, ίσως  ενοχλεί ο απροσδόκητος εισβολέας στο τακτοποιημένο σου σύμπαν, μπορεί μια άκρη του μυαλού σου να προτιμούσε  να είχε χτυπήσει το κουδούνι του γείτονα και συ να συνέχιζες αμέριμνα χαμένη στις ιστορίες που γράψανε άλλοι για σένα και που περιγράφουνε κάτι σαν αυτό που τώρα ζεις.

Οι ήρωες των βιβλίων μυρίζουν σαν και σένα, γελάνε με τα ίδια αστεία, τους αρέσουν τα γλυκά όπως ακριβώς και σε σένα, χάνονται στο πράσινο της άνοιξης με τον ίδιο τρόπο που και συ αγαπάς, σου κρατάνε το χέρι  μπροστά στο θαύμα μιας κόκκινης παπαρούνας που σπαρταράει  κάτω απ τον ήλιο τον Μάιο. Οι ήρωες του βιβλίου ερωτεύονται παράφορα, κάνουν έρωτα και  συναντούν το Θείο  σε αυτή την ένωση, τόσο πολύ το πλησιάζουν που τιμωρούνται γι αυτό, υποφέρουν, πονάνε και εν τέλει διδάσκονται από αυτή την οδύνη. 

Τις ιστορίες του βιβλίου τις ζήσανε μόνο όσοι αναπνεύσανε βαθειά την περιοχή που τους δόθηκε και γεμίσανε  τα πνευμόνια τους με αυτήν την μυρωδιά.  Την ώρα που  ανοίγουν οι πόρτες,  σαν προσευχή του ελάχιστου χαμογέλα  και κάνε το γέλιο σου να ακουστεί δυνατά, να φτάσει ως την χώρα του Πήτερ Παν και από κει να γυρίσει πίσω εξαγνισμένο από την αθώα παιδικότητα της πρώτης φοράς, τότε που τα γάργαρα νερά καθρεφτίζονταν στα μάτια σου, τότε που όλα ήταν εφικτά και ακόμα και το πρήξιμο από το τσίμπημα μιας μέλισσας θεραπευότανε σε μια μέρα..

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

( Θυμητικό)


« Θείτσα μου,

σήμερα ανηφόρισα στο μέρος που φιλοξενούμε οι άνθρωποι τους νεκρούς μας και έσφυζε τριγύρω η άνοιξη και η ζωή. Ήσυχες εκρήξεις χρωμάτων στο χώμα, κίτρινο, λιλά, μωβ, πράσινο  και άσπρο της μαργαρίτας. Στα δέντρα, μικρά φυλλαράκια και κομπάκια σε τρυφερό λαδί, σαν παιδάκια είναι, τέτοια τρυφεράδα σε πιάνει σαν τα παρατηρείς. Τα πουλιά, ω τα πουλιά, τι όμορφα που τραγουδούν, τίποτα δεν τα νοιάζει, μόνο χαίρονται και κελαηδώντας ευχαριστούν τον πλάστη τους. Τώρα που το σκέφτομαι λέω πως μάλλον η ψυχή σου έχει μεταμορφωθεί σε πουλί, σου ταιριάζει, ναι, ένα αηδόνι δυό χρόνων έγινες, που ντροπαλά και γλυκά κελαηδάει κρυμμένο στα φυλλώματα. Τις νύχτες θα πλησιάζεις στο σπίτι, η κερασιά έχει ανθίσει στον κήπο, οι τουλίπες χρωμάτισαν τα παρτέρια, και η μηλιά φούντωσε και αυτή. Θα σε πιάνει τότε ένας λυγμός και θα τραγουδάς για όλα σου τα παράπονα, θα είναι γλυκό το κελάηδημά σου, οι άνθρωποι θα σαστίζουν και θα σωπαίνουν, "τι αηδόνι νάναι αυτό" θα αναρωτιούνται στα κρεβάτια τους, μέχρι και το ποτάμι θα σωπαίνει, κάτι σαν μέλι θα χύνεται στις ραχοκοκαλιές και μια γλύκα θα τα κυριεύει όλα..»

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Ένα μυγκέ μεγαλώνει στην γλάστρα μου.


Φαίνεται απλό μα δεν είναι. Όταν χρειάζεσαι να γράψεις για κάτι που σε έχει ρημάξει, ποτέ δεν είναι απλό. Ψάχνεις τις κατάλληλες λέξεις, να περιγράφουν μα όχι να υπονοούν κρυμμένο άχτι, να έχουν ελαφράδα και να μην γρατζουνάν αλλά να χαϊδεύουν το τυχαίο μάτι που θα το διαβάσει (και όχι μόνο), δεν ξέρεις για ποιόν το γράφεις, για σένα-για να το βάλεις απέναντι και μετρώντας το να το εκμηδενίσεις- ή για κείνον που σου το προκάλεσε και η συνεπέστατη απουσία του αποτελεί για σένα σημείο αναφοράς;


Και τότε το βλέπεις. Ένα μικρό φυτό που μεγαλώνει στον ήλιο. Που έχει ψηλώσει μες στην άνοιξη και από τα φύλλα του μέσα έχουν ξετρυπώσει μίσχοι με κομπάκια, μελλοντικά ανθάκια, θαύμα για τα μάτια σου, και θαύμα επαναλαμβανόμενο της φύσης. Και τότε τα ξεχνάς όλα, λες σε όλα να πα να γαμηθούν, η ζωή είναι έξω από κουτάκια, δουλειά, φίλοι, έρωτες, μοναδικότητες που σε περικλείουν και σε αποκλείουν μαζί, φέτος ένα μυγκέ ανθίζει στην γλάστρα σου, ένα μυρωδάτο θαύμα θα σε παρηγορήσει, μαζί θα πάτε πάλι στον επιτάφιο, νάτος ο δρόμος που έχει  και πάλι μέσα του το άγνωστο και το γεμάτο πιθανότητες και αναστάσιμες ελπίδες..

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ταξιδιωτικά.


Θυμάμαι κάτι μακρινά καλοκαίρια στην Ύδρα, το νησί που  αγάπησα με την πρώτη μάτια. Με το που κατεβήκαμε από το καράβι ένοιωσα να με κλείνει μέσα της μια μεγάλη μητρική αγκαλιά. Πολλά χρόνια αργότερα σκεφτόμουνα πως δεν μπορεί, κάποιος πρόγονός μου θα είχε πατήσει σε τούτα τα χώματα, κάτι που μου μεταφέρθηκε με τις του dna  ροές θα είχε και εκείνος αγαπήσει, ίσως το κόκκινο χώμα της, τα σφιχτά μονοπάτια, ή την ανυπόταχτη θάλασσα.

Κάθε πρωί ανηφόριζα προς τα Καμίνια. Περπατούσα στο πέτρινο πλακόστρωτο και μύριζα  την θάλασσα και την ζεστή γη. Στην Ύδρα μυρίζουν ακόμα και οι πέτρες όταν τις καίει ο ήλιος. Ανεβαίνεις την ανηφόρα και "ανεβαίνεις" κυριολεκτικά. Η ομορφιά σε συγκλονίζει. Δεξιά, η θάλασσα σε πολλές της εκδοχές, μικρές παραλίες με στρογγυλές πέτρες όπου στραμπουλάς τα πόδια σου για να περπατήσεις, στο βάθος μικρά νησάκια, βράχια για μακροβούτια χωρίς ανάσες, τίποτα εύκολο, σαν δύσκολη γυναίκα που δεν σου προσφέρεται, αλλά στην συνέχεια σου τα χαρίζει όλα. Αριστερά το βουνό. Κόκκινο και καφέ  με λιγοστά  χαμηλά δέντρα. Δίπλα, στο κατακόρυφο του δρόμου, παχύφυτα πράσινα που σέρνονται μέχρι κάτω, στο βάθος χαμηλά σπίτια με κόκκινες σκεπές, ουρανός δοξαστικός και εντελώς γαλάζιος και ένα αχ!..  βαθιά από τη ρίζα να ξεφεύγει.

Εκεί είχα συναντήσει κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ένα μουσικό συνεργείο και την Ελευθερία. Κανείς δεν ήξερε τότε το κορίτσι με τα σγουρά ατίθασα μαλλιά που θα μεταμορφωνότανε κάποτε στην υπέροχη Ελευθερία Αρβανιτάκη. Εκεί είχα συναντήσει κάποτε και τον κ. καθηγητή με την παρέα του, έτσι αποκαλούσαν τότε τον Σημίτη, μετέπειτα  πρωθυπουργό και οδηγό της χώρας στο επικίνδυνο μονοπάτι του ευρώ. Σε κείνο το μονοπάτι είχα επίσης ανταμώσει και  έναν σπουδαίο ηθοποιό, τον Σταύρο Ξενίδη, καλή του ώρα όπου και να είναι τώρα η ψυχούλα του. Με το καπελάκι του και τα στα χρώματα της άμμου ρούχα του, τόσο ευγενική και μια τόσο φωτεινή παρουσία. 

Σε αυτές τις βόλτες μου λοιπόν, διασταυρωνόμουνα κάθε μέρα με  έναν άντρα που μιλούσε γαλλικά με τα παιδιά του και άπταιστα ελληνικά με τον ταβερνιάρη, είχε ίσια καστανόξανθα κάπως μακριά μαλλιά  και  μάτια που αστράφτανε καθώς με κοιτούσε. Χαμήλωνα το βλέμμα εγώ και κρυφά χαμογελούσα, χαμογελούσε και εκείνος. Έναν αιώνα μετά, θα τον ξανασυναντούσα στο όνειρό μου αυτόν τον άντρα που ούτε το όνομά του δεν έμαθα ποτέ, θα με έπαιρνε από το χέρι ( στο όνειρό μου είπαμε) και θα με οδηγούσε σε ένα μεγάλο περιβόλι, όπου γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, τρώγανε και πίνανε πολλοί άνθρωποι μαζί, φίλοι και αγαπημένοι μεταξύ τους.

Η Ύδρα λοιπόν έκαιγε από ήλιο και ομορφιά σε εκείνα τα μακρινά ελληνικά καλοκαίρια που θυμάμαι. Τρώγαμε  στο ταβερνάκι δίπλα στην θάλασσα αθερίνα τηγανητή και ντοματοσαλάτα, πίναμε άσπρο κρασί χύμα, κολυμπούσαμε πιο πέρα απ´ τα Καμίνια, κάναμε έρωτα αχόρταγα στα άσπρα σεντόνια τα μεσημέρια και ονειρευόμασταν την ζωή που θα ζούσαμε. Ήταν όμορφα, φυσικά και απλά, και εμείς νέοι, με μαυρισμένα σώματα και ελαφρύ νου, εύκολα γέλια και ζεστή καρδιά.  Σε κείνα τα υπέροχα και ανύποπτα καλοκαίρια, που ζούσαμε την νεότητά μας νοστιμισμένη με το αλάτι της θάλασσας και τον ήλιο του νησιού.

Ξαναπήγα στην Ύδρα πολλά χρόνια αργότερα. Περπάτησα στα ίδια στενά, επανέφερα στην μνήμη μου όσα είχα ζήσει τότε, είχε μια μελαγχολία αυτό το ταξίδι και μια γεύση πικρή, έτσι γίνεται με όσα ωραία έζησε κανείς, οι επαναλήψεις έχουνε κάτι από την θλίψη του χαμένου παραδείσου, που δεν είναι μόνο όσα δεν γίνεται να ξανά υπάρξουν, είναι που και εσύ έχεις αλλάξει αμετάκλητα και το νέο παρόν δεν σου χαμογελάει πια, όπως εκείνος ο άντρας που μιλούσε γαλλικά και  που τα λόγια του ο αέρας τα έφερνε στ' αυτιά σου στην αγαπημένη Ύδρα, σε εκείνα τα καυτά μεσημέρια, δίπλα στην θάλασσα..

[η φωτογραφία από εδώ ]


Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η Κυριακή της Αποκριάς και οι Μπουμπούνες της Καστοριάς.


(Φωτογραφία: Βασίλης Παπάζογλου)

Η μπουμπούνα στα μέρη μας ήτανε πάντα μια υπόθεση παιδιών. Στο χωριό μου ένα μήνα πριν, ξεκινούσαμε αγόρια και κορίτσια  να μαζεύουμε κέδρους από τους γύρω λόφους. Τα κόβαμε με μικρά τσεκούρια, τα δέναμε με τριχιές και τα σέρναμε μέχρι το χωριό όπου τα αποθηκεύαμε σε αχυρώνες. Κάθε γειτονιά είχε την δική της αποθήκη – και την υποχρέωση να φυλάει τα κομμένα κλαδιά του κέδρου σαν κόρη οφθαλμού μέρα-νύχτα- γιατί εθεωρείτο μεγάλη παλληκαριά  και ατίμωση παράλληλα το να κλέψει η μία παρέα τον θησαυρό της άλλης.

Την Κυριακή στήναμε τις μπουμπούνες. Νικήτρια ήτανε εκείνη που θα γινότανε παρανάλωμα της φωτιάς όσο το δυνατόν αργότερα. Για να πετύχουμε την νίκη παίζαμε έναν ακήρυχτο, άγριο και αληθινό  πόλεμο,  με τους μεγάλους, που θέλανε να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα και να πάνε στα σπίτια τους αυτήν την κρύα ανοιξιάτικη νύχτα. Ύστερα, παραδινόμασταν στην ζεστή γοητεία της λαμπρής  φωτιάς, και ηρεμούσαμε καθώς περνούσαν από τα μάτια μας καθρεφτίσματα φωτός και στον ουρανό καίγονταν τα αποκαΐδια.

 Σαν μεγαλώσαμε λίγο και γίναμε νεαρά άτομα, διαβάζαμε Ρομάντζο και Ντομινό και μαθαίναμε πως στην Αθήνα τις Απόκριες,  κορίτσια και αγόρια ντύνονταν Κολομπίνες και Πιερότοι και πηγαίνανε σε μπαλ-μασκέ πάρτι  και εκεί χορεύανε, διασκεδάζανε και φλερτάρανε  προστατευμένοι από την ανωνυμία της μεταμφίεσης. Τότε ζηλέψαμε πολύ και αρχίσαμε να σνομπάρουμε τις αθώες μπουμπούνες μας που μόνο δύναμη και εκτόνωση είχανε να  μας προσφέρουν. Είχε έρθει η στιγμή της αμφισβήτησης.


Πολλά χρόνια αργότερα θα ξαναθυμόμασταν το αγαπημένο έθιμο του τόπου μας, μέσα από τις νυχτερινές αργοπορίες των παιδιών μας πια, που και εκείνα με την σειρά τους ξεκινούσαν το ίδιο ταξίδι της μπουμπούνας στην πόλη, όχι με κέδρους, αλλά με καλάμια της λίμνης και ξερόκλαδα, μαζεμένα με το ίδιο αποφασισμένο πείσμα της νίκης-ευτυχώς.  Και λέω εγώ τώρα, πως κάπως έτσι θα συνεχίζεται στους καιρούς που έρχονται  αυτή η αρχαία γιορτή, κάθε χρόνο στις πλατείες βρέξει-χιονίσει, όλοι μαζί, να καίνε  οι νέοι κάθε τι παλιό  και μαζί με τους μεγάλους  να καλωσορίζουνε το καινούργιο και αυτή την σπουδαία εποχή, την Άνοιξη.