Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Η γυναίκα του νερού.


Εκείνο το πρωϊνό έμοιαζε με όλα τα άλλα. Σκουντούφλικο. Έβαλε στο μπρίκι καφέ και χασμουρήθηκε τεντώνοντας το σώμα της στο ανοιχτό παράθυρο. Σερβίρισε. Σε δύο όμοια φλιτζάνια. Το δικό του, στο ξύλινο τραπεζάκι της βεράντας. Το δικό της, στο περβάζι του παράθυρου, με τον κήπο απέναντι. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Ανέπνευσε με απόλαυση τον καπνό και το δροσερό αεράκι του που εισέβαλε ευπρόσδεκτο. Μύριζε υγρασία της λίμνης και φρεσκοκομμένο μαϊδανό. Θυμήθηκε τα φασολάκια που είχε στο ψυγείο και έβγαλε την σακούλα πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τα καθαρίσει.

Δεν τα καθάρισε όμως ποτέ. Την στιγμή που το κοφτερό μαχαίρι από σύμπτωση έκοβε (αντί για το τρυφερό φασολάκι), την ώριμη σάρκα της και μια σταγονίτσα κόκκινο αίμα χύθηκε βίαια, εκείνη δα την μικρή στιγμούλα, κάτι άστραψε στο μυαλό της. Θα πρέπει να ήτανε κάτι αποφασιστικό και επείγον γιατί την επόμενη στιγμή, παράτησε τα φασολάκια στην τύχη τους και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Βγήκε σύντομα, άρπαξε τα κλειδιά που κρέμονταν δίπλα στην εξώπορτα  ξεχνώντας την ανοιχτή, κατέβηκε με μεγάλα βήματα την πέτρινη σκάλα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της.
*****
Αν υπάρχει ένα φως της θάλασσας, τότε εκείνο το φως, μαζεύτηκε όλο επάνω της την ώρα ακριβώς που έβαζε το πόδι της στο νερό και την μεταμόρφωσε σε θαλάσσια γοργόνα. Λέμε γοργόνα γιατί φάνηκε να ψήλωσε ξαφνικά και να απέκτησε ευλυγισία θαυμαστή, τόση που τέντωσε το σώμα της σαν τόξο και βούτηξε στο νερό με κινήσεις εξαιρετικά αρμονικές. Η γοργόνα-γυναίκα  ένοιωσε να γίνεται ένα με το νερό και καθώς κολυμπούσε με απόλαυση, ξεκίνησε να ξεφορτώνει με κάθε μία απλωτή  προς το άπειρο, μία-μία τις κρίσεις της. Πρώτα την οικονομική, κατόπιν την οικογενειακή, στην συνέχεια την κρίση της μέσης ηλικίας και στο τέλος την ερωτική. Τις ένοιωθε να μένουν πίσω και να χάνονται στο πέλαγος, να γίνονται μικρές άϋλες κουκίδες,  τόσο μικρές που σύντομα τις ξέχασε και τις άφησε να γίνουν ένα με την άμμο.
Στο Μυρτώο έπαιξε με τα σταχτοδέλφινα, ξάπλωσε στις άσπρες πέτρες της Μήλου, κολύμπησε  στο Κρητικό και στο Καρπάθιο πέλαγος και ύστερα με μια ανεξάντλητη όρεξη ξεχύθηκε στο Λυβικό. Το σούρουπο την βρήκε στην θάλασσα των Σαργασσών να συνομιλεί με τα χέλια των ευρωπαϊκών ποταμών, εκείνα που όταν φτάσει η ώρα τους ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι  για τον σπουδαίο τους προορισμό, όπου εκεί και μόνο εκεί γεννάνε τους απογόνους τους, και ποτέ δεν ξαναγυρνάνε πίσω. Και τότε εντελώς βίαια και ξαφνικά, ήρθε να στην συναντήσει ο ίμερος και ο νόστος. Θυμήθηκε το λερωμένο με άσπρο γάλα πανωχείλι της μικρής και τα παιδικά  της μάτια. Κάτι έσπασε μέσα της και κοίταξε πίσω.  Μια γαλήνη την συνεπήρε. Σαν γεμάτη από όλα, έπιασε από το χέρι την αγία νοσταλγία  και εκείνη με σιγουριά, οδήγησε πίσω τα μεγάλα απλωτά  της βήματα. Την ώρα που ανέβαινε την σκάλα του σπιτιού της, ο αέρας μοσκοβολούσε υγρασία της λίμνης,  γιασεμί και αγιόκλημα.

 [Στην Ε.]





Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ελληνική ραδιοφωνία-Δεύτερο πρόγραμμα. (Τίτλοι τέλους)


Ακούω radiobubble στο ίντερνετ σήμερα και νοσταλγώ το Δεύτερο. Μου λείπει, σαν κομμένο πόδι, που ακόμα και μετά από καιρό φαγουρίζει θαρρείς η φτέρνα του. Πολλά τα χρόνια της ραδιοφωνικής παρέας, πολλά τα τραγούδια της παρέας, οι λέξεις, οι φωνές, αναπόσπαστα κομμάτια, καλοδεμένο σύνολο με τους γύρω οικείους θορύβους.

Νοσταλγική ανάμνηση ο ήχος του· να έρχεται και να φεύγει, να δυναμώνει και να σβήνει και το αυτί  να  ακολουθεί αυτό το παιχνίδι, «σιωπηλή η μουσική, ηχηρή η μοναξιά», να  χάνεται το «ωχ αμάν», και να ξανάρχεται πάντα, με το τραντζιστοράκι στο μπαλκόνι, την μυρωδιά της θάλασσας και την ησυχία της νύχτας, τσιγάρο, μπύρα και ησυχία,  αντικουνουπικό και καλοκαιριάτικα άστρα  στον σκούρο ουρανό.


Θα ξανάρθει το ξέρω. Μια νύχτα θάρθει στ όνειρό μου και θα με αρπάξει από τα μαλλιά σαν ματαιωμένη υπόσχεση, θα φωνάξει μέσα στο αυτί μου δυνατά,  «μου είπες ψέματα» θα ουρλιάξει, «έλεγες πως θα είμαστε για πάντα μαζί» και θα θέλει να με χτυπήσει ξανά και ξανά. Και εγώ που θα είμαι αποκαμωμένη από την απουσία και από κάτι σαν παράλυση, θα νοιώσω δυο χοντρά και ανώφελα δάκρυα να κυλούν στα φλογισμένα μάγουλά μου…

(αφιερωμένο στην παρέα με το τραντζιστοράκι, το καλοκαίρι της Τορώνης)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ταξίδι στην Μυτιλήνη (και η αφράτη μαγείρισσα).

Με το που πιάσαμε το πόμολο να σπρώξουμε την καγκελόπορτα, έπιασε να μυρίζει η φλαμουριά με όλη της την δύναμη. Η όσφρηση λέει είναι   μία πολύ ισχυρή αίσθηση που σε προδιαθέτει να αγαπήσεις ή να αρνηθείς. Εμείς ανασάναμε βαθειά και "γουργουρίζοντας" από την ευχαρίστηση που νοιώσαμε, προχωρήσαμε στο βάθος της αυλής.
 Η διάθεση, από την αρχή του ταξιδιού, ήταν καλόγνωμη και για τις τρεις μας και αποφασισμένη. «Θα περάσουμε καλά στο νησί, γιατί μας αξίζει.». Εύκολα μας κέρδισε η ξεχασμένη από τον χρόνο, πίσω αυλή της μονής. Ένα ξύλινο τραπέζι φαγωμένο από την βροχή, και τον ήλιο  κάτω από μία θεόρατη καρυδιά. Το ίδιο και οι πάγκοι του. Θάμνοι με άγνωστα σε εμάς λουλούδια βάφανε με χρώματα φούξια κίτρινα και πορτοκαλί το πράσινο που κυριαρχούσε . Άπλωσα το χέρι μου και έκοψα ρείκια · ήταν ώριμα και μυρωδάτα, γλυκάθηκα από την άμεση  επαφή μου με την φύση, γαλήνεψε η ψυχή μου. «Νομίζω πως βρίσκομαι σε παραμύθι», ομολόγησα στην παρέα μου.

«Θέλουμε καφέ και λουκουμάδες Αγράμπελη» με προσγειώσανε τα γέλια των κοριτσιών στην επιθυμία του απογεύματος που αποχαιρετούσε την μέρα. «Θα φάμε και λουκουμάδες», αντιγύρισα με πεποίθηση και σιγουριά, από αυτήν την  ίδια σιγουριά  που λένε πως γίνονται τα θαύματα.

Και έτσι, πες-πες, σε εκείνη την αυλή την τριγυρισμένη από αμέτρητες εκκλησίες και μέσα στην σιωπή του Λεσβιακού σούρουπου, στο μαυρισμένο από τον χρόνο τραπέζι και την αίσθηση του παραμυθιού μέσα μας, νομίζω πως φάγαμε τους πιο νόστιμους λουκουμάδες της ζωής μας, ζεστούς και μυρωδάτους, που μας τους πρόσφερε η πιο απροσδόκητη και καλοδεχούμενη παρουσία. Μία αφράτη και χαμογελαστή, κοκκινομάγουλη και με άσπρη ποδιά μαγείρισσα, πλάσμα της φαντασίας μας, από αυτά που σου χαρίζονται και σου χαρίζουν ό,τι θες…


Φύγαμε πλήρεις, την ώρα που έπεφταν οι σκιές, έχοντας μέσα μας μια αβεβαιότητα που έμοιαζε απολύτως με βεβαιότητα για όσα νοιώσαμε ετούτο το θαυμάσιο απόγευμα. Το άρωμα της φλαμουριάς καθώς διαβαίναμε την θεόρατη καγκελόπορτα μύριζε ήδη νοσταλγία. Κόψαμε ένα κλαράκι της και σιωπηλές αλλά γεμάτες θαυμασμό πήραμε τον δρόμο της επιστροφής…

(Αφιερωμένο. Στην παρέα της Μυτιλήνης.)

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Το εισιτήριο.




Η κοπέλα εμφανίζεται την τελευταία στιγμή· ο οδηγός έχει μόλις κλείσει την πόρτα του  λεοφωρείου και ετοιμάζεται να ξεκινήσει.

Της ανοίγει την πόρτα.

Εκείνη μπαίνει.

Δείχνει το εισιτήριο της και χάνεται στον διάδρομο.

Ακούγεται ο ήχος της μηχανής καθώς ο οδηγός βάζει μπρός και ξεκινάει. Το αυτοκίνητο, παίρνει αργά την στροφή προς την έξοδο του σταθμού υπεραστικών λεοφωρείων.

Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο η φιγούρα της κοπέλας ξαναεμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο.

Ακούγεται να λέει κάτι σαν:

-Μου ανοίγετε σας παρακαλώ να κατέβω; Κάτι ξέχασα.

Η πόρτα ανοίγει.

Εκείνη κινείται προς εκεί.

Ο οδηγός ρωτάει σε άπταιστο και επιτακτικό ενικό:

- Το εισιτήριο σου που είναι;

- Πίσω, στο κάθισμα.

-Φέρτο εδώ, τι το αφήνεις εκεί;
Υπακούει δυσφορώντας. Μέχρι νάρθει μπροστά, τόχει ξαναβάλει στην τσάντα της.

-Πες μου το νούμερο!
  ……….
-Το νούμερο, ποιο είναι το νούμερο; Πως θα ξαναταξιδέψεις, θα ξαναπληρώσεις εισιτήριο;

-Καλά κύριε! Μισό λεπτό!  

(Δείχνει τρομερά ενοχλημένη με τον αναιδή που εισέβαλε τόσο αποφασιστικά στον προσωπικό της χώρο, με κοινό τους επιβάτες του λεωφορείου για ένα εισιτήριο, που όπως φαίνεται καθόλου δεν την ενδιαφέρει.)

-Πήγαινε στο ταμείο να ενημερώσεις! Απ΄ τα μπατζάκια σας τρέχουν τα εικοσάευρα…
Κατεβαίνει  νευριασμένα. Τινάζει αγέρωχα τα μακριά της μαλλιά και απομακρύνεται.

Χωρίς να χαιρετίσει. Χωρίς ( φυσικά) να πει ευχαριστώ.



Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Μια ανοιξιάτικη μέρα.




Ένα το γαλάζιο τ’ ουρανού και ένα  το φως του ήλιου να σε τραβάει απ’ το μανίκι. Να βγεις να ξεσκάσεις, να γελάσει  το χειλάκι σου με την άνοιξη έξω. Βγαίνεις, (τι άλλο να κάνεις;) και περπατάς  σαν χαζοχαρούμενος άνθρωπος που ξαναρχίζει να ελπίζει. Πεταμένος ο χειμώνας στο χαντάκι, ξεχασμένος στο λεπτό. Κίτρινο, κόκκινο, μελιτζανί, πράσινο, πορτοκαλί, όλα τα χρώματα αραδιασμένα στους πάγκους της λαϊκής. Και ο ήλιος να καίει στην πλάτη σου και συ να γουστάρεις που είσαι ζωντανός καθώς ο καφές   σε  τραβάει από την μύτη  στο σιδερένιο τραπεζάκι της πλατείας.

Και πες μου τώρα εσύ, τι δουλειά έχει ο θάνατος μέσα σε όλο αυτό. Έζησε εβδομήντα τρία χρόνια παρά κάτι, και κάπου εκεί, σηκώθηκε ένα πρωί, συγύρισε το σπίτι της, βγήκε στην λαϊκή, «σήμερα ήτανε εδώ, ψώνισε και από μένα ένα λάχανο», (ακούστηκε η φωνή του μανάβη), και μετά ήσυχα-ήσυχα πήγε και έπεσε στην λίμνη. Για να πνιγεί και να τελειώνει.

Με την άκρη του ματιού σου, βλέπεις  το ασθενοφόρο να βάζει μέσα το φορείο, ένα σώμα σκεπασμένο ως απάνω. Ήσυχα κινούνται οι άνθρωποι του ασθενοφόρου, σαν κουρασμένα και σαν αδιάφορα. «Βρήκανε μια νεκρή γυναίκα μέσα στη λίμνη». Δίπλα στα τραπεζάκια. Γεμάτη η πλατεία. Ανθρώπους, πάγκους, άνοιξη, κούραση και αδιαφορία. Πεταμένη λες η γυναίκα στο φορείο, ξεχασμένη στο λεπτό, νεκρή σαν τον φετινό χειμώνα . Μπορεί και εμείς να γίναμε νεκροί, (σκέφτομαι), ζωντανοί νεκροί και να μην νοιώθουμε  τίποτα άλλο παρά αδιαφορία για μια γυναίκα που πνίγηκε στην λίμνη, μια φωτεινή ανοιξιάτικη μέρα…

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Βροχή από λέξεις




 Με τις πρώτες σταγόνες της βροχής αφυπνίστηκε μέσα μου η επιθυμία. Να γράψω μια όμορφη ιστορία για έναν διαγωνισμό διηγήματος που θα εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένες λέξεις. Μακάρι να μπορούσα, να είχα το ταλέντο να βάλω τις λέξεις να τρέχουνε η μία πίσω από την άλλη, σκασμένες στα γέλια από την εντύπωση που θα προκαλούσαν σε όσους θα τις διάβαζαν. Θα γέμιζα τις σελίδες του word με την γραμματοσειρά που αγαπώ και μετά θα καθόμουν να τις καμαρώσω λιγάκι, σαν μάνα που στέλνει το παιδί της για πρώτη φορά στο σχολείο.

 Μα ξέρω πως είναι δύσκολο πολύ. Μόνο να, σαν είδα την λέξη χελιδόνι, θυμήθηκα εκείνη την άνοιξη. Τότε που βρήκα στο μπαλκόνι μας να κείτεται χάμω μια χαλασμένη χελιδονοφωλιά, με τα μικρά χελιδονάκια της να έχουν βγει πρόωρα και βίαια  από το σπασμένο αυγό τους. Ανοιγοκλείνανε το στόμα τους σαν να ζητούσανε, χωρίς φωνή, βοήθεια. Θυμάσαι; Σου είπα πως τα έπιασα απαλά με το άσπρο μου μαντήλι, εκείνο που είχε στην άκρη του κεντημένη μια ολοκόκκινη πασχαλίτσα. Με κομμένη την ανάσα ανέβηκα στην πτυσσόμενη σκάλα και προσπάθησα να τα βάλω στα υπολείμματα της φωλιάς τους. Νομίζω πως τα κατάφερα, γιατί αργότερα έβλεπα τρία  χελιδονάκια να βγάζουν το κεφάλι τους στο στόμιο της διορθωμένης εισόδου και να τρώνε τροφή από το στόμα των γονιών τους. 

 Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και η νοσταλγία της θάλασσας μας μαγνήτισε και μας άλλαξε τις ρότες από τις ανάλαφρες ευαισθησίες της άνοιξης. Τις μετέτρεψε σε κάτι πιο γήινο, κάτι που για να ικανοποιηθεί γύρευε πιο απτές αποδείξεις. Ήλιο, έρωτα, αέρα, ουρανό. Ξέχασα την χελιδονοφωλιά και τους μικρούς της ένοικους.  Πολλά χρόνια αργότερα, όταν  πια έμεινα μόνη και  η απουσία σου, δεν είχε την δύναμη να με πληγώνει όσο η παρουσία σου, θα διαπίστωνα με όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη πως σε αυτό το μπαλκόνι χελιδονοφωλιά δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Ίσως τα πτηνά να έχουν μία έκτη αίσθηση που τα προειδοποιεί για αρμονικές οικογενειακές σχέσεις και εκεί προτιμούν να στεγάσουν το προσωρινό τους κατάλυμα. 

 Νομίζω πως σου γράφω ένα γράμμα. Εσένα, που όταν γύρισα την πλάτη μου στην κοινή μας ζωή, δεν σε ξανασκέφτηκα ποτέ. Λες και έκλεισα μέσα σε ένα κουτί, όλα όσα ζήσαμε μαζί και τα έθαψα εκεί, σκεπασμένα όχι με χώμα όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, μα με άμμο της θάλασσας, ίσως για να επιτρέπεται ένα κάποιο ίχνος αναπνοής.  Και τώρα που φαίνεται πως κάποιο  ρολόι  ξεχασμένο σήμανε την ώρα σου, τώρα που έξω βρέχει και φυσάει ένας αέρας  αναζωογονητικός, την στιγμή ακριβώς που εγώ αποφάσισα να γράψω  δυο τρεις λέξεις με αφορμή τα χελιδόνια, πετάγεσαι από το πουθενά σαν απαίτηση και με βάζεις να σου γράψω αυτό το γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσεις.

 Η μοναξιά, ξέρεις, έχει τόση ησυχία, που ώρες-ώρες από λυτρωτική καταντάει ανυπόφορη. Χίλιοι διαβόλοι τριβελίζουν το μυαλό και το κάνουν να χορεύει επικίνδυνα. Όσο χλιαρό γάλα και να πιω  για να χαλαρώσω, καταπώς με συμβουλεύουνε οι γνωστικοί, πάντα θα έρχεται μια ξαφνική σου ανάμνηση, ανακατεμένη με  ένα άρωμα από εκείνο το τριαντάφυλλο που περιέργως, εσένα του κυνικού, σου άρεσε να σκύβεις και να το μυρίζεις στον κήπο της γιαγιάς  και θα με κάνει να λυγίζω από την τρυφερότητα εκείνης της στιγμής.

 Σκίζω το γράμμα, καθώς η νύχτα γαληνεύει, μαζί με το μυαλό μου. Ξέρω πως το επόμενο πρωΐ  τίποτα πια δεν θα θυμάμαι, όλα θα τα έχει σβήσει η βροχή και η καινούργια μου ζωή, απαιτητικά και εκείνη θα διεκδικεί επίμονα  τα δικαιώματά της.


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Δύο γυναίκες




Το μαύρο μαντήλι η γιαγιά Ευτέρπη το πρώτο-έδεσε στο κεφάλι στα  δεκάξι της. Τόσο ήτανε όταν της φέρανε το μαντάτο πως ο αδερφός της σκοτώθηκε στο βουνό, πολεμώντας  στον πόλεμο τον άδικο, όπου ο αδερφός σκότωνε τον αδερφό. Έκλαψε όλο το κλάμα της ζωής της τότε με τούτον τον πόνο τον αβάσταχτο και τα μπλε   μάτια της ξεθώριασαν και γίνηκαν ένα χρώμα θολό σταχτί.

Σαν φόρεσε τα μαύρα, (αυτή και όλο το χωριό, χωριό που κάθε σπίτι είχε και από έναν σκοτωμένο), τα χείλη της σμίξανε σε μια στενή γραμμή. Δεν ξανά-έκλαψε ποτέ, ούτε και ξανά-χάρηκε. Στο γάμο της κόρης της μαύρα φορούσε και αγέλαστη ήτανε λες και την κήδευε.

 Όταν πέθανε ο άντρας της, (έπεσε νεκρός χορεύοντας πρώτος τον χορό), έσφιξε  τα χείλη της και έβρασε σιτάρι για την ψυχή του χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ. Τα ίδια έκανε και όταν της φέρανε το μαντάτο πως η κόρη της η ξενιτεμένη πέθανε χτυπημένη από εγκεφαλικό στα σαράντα τρία της χρόνια.

Έκτοτε περιμένει. Στην αυλή της περιμένει, με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και τα αγέλαστα χείλη. Περιμένει  με εγκαρτέρηση τον Χάρο και εκείνος, σαν άπονος άπιστος  αργεί να την θυμηθεί και να γυρίσει….



*********





 Η θεία Θέκλα έχασε μέσα σε έναν χειμώνα μάνα και τρία αδέρφια. Οκτώ χρονών ορφάνεψε και με έναν πατέρα χαμένο στην ξενιτιά της μεταπολεμικής Ελλάδας, έμεινε μόνη να μεγαλώνει στο χωριό, με δύο αδιάφορες θειάδες να κανονίζουν την μικρή ζωούλα της. Ντύθηκε στα  μαύρα, τον καιρό που έπρεπε να φοράει το κίτρινο του ήλιου και το πράσινο της άνοιξης, και τα σιχάθηκε βαθειά.  Τα μαύρα ρούχα  τα σιχάθηκε και το πένθος το μίσησε.

 Σαν παντρεύτηκε ορκίστηκε να μην πάθει ποτέ κακό και να μεγαλώσει εκείνη τα παιδιά της. Έτσι και έκανε. Το σπίτι της το γέμισε παιδιά και τον κήπο της λουλούδια. Μέλισσες ζουζούνιζαν στην αυλή και μέλι χρυσαφί κερνιούνταν οι  επισκέπτες  της.

 Τα παιδιά της  έμαθαν να γελάνε και να είναι γενναιόδωρα, ο ευτυχισμένος άντρας της την κοίταζε στα μάτια και πλήθαινε με τα μπερεκέτια της δουλειάς του τα υπάρχοντα του σπιτιού και η θειά η Θέκλα συνέχεια γελούσε  και κερνούσε την αγάπη της σ' όποιον την είχε χρειαζούμενη.

 Ακόμα και τώρα, στα ογδόντα πέντε της χρόνια, συνεχίζει να γελάει. «Εμείς στο σπίτι μας πάντα γελάμε», λέει και είναι σίγουρη πως έτσι ξορκίζει το κακό και πως εκείνο μη βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος θα προσπεράσει και θα φύγει.

 Η γυναίκα που δεν φοβήθηκε την ευτυχία, ζει ευτυχισμένα ανάμεσα σε άντρα-παιδιά και εγγόνια, παρά την ηλικία της  κάθε Κυριακή μαγειρεύει  και τους φιλεύει αγαπώντας τους, και κάθε καλοκαίρι ζωντανεύει τον μπαχτσέ του σπιτιού της φυτεύοντας λουλούδια και αποκτώντας  συνεχώς την καλύτερη επαφή με τα συναισθήματά της διδάσκει στους άλλους την χαρά της ζωής και την αγάπη…

(Σημ: Για το διϊστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της  γυναίκας.
Οι φωτογραφίες είναι της Βούλας Παπαϊωάννου.)



συμμετέχουν με τίτλους:
κόκκινο τριαντάφυλλο