Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Το εισιτήριο.




Η κοπέλα εμφανίζεται την τελευταία στιγμή· ο οδηγός έχει μόλις κλείσει την πόρτα του  λεοφωρείου και ετοιμάζεται να ξεκινήσει.

Της ανοίγει την πόρτα.

Εκείνη μπαίνει.

Δείχνει το εισιτήριο της και χάνεται στον διάδρομο.

Ακούγεται ο ήχος της μηχανής καθώς ο οδηγός βάζει μπρός και ξεκινάει. Το αυτοκίνητο, παίρνει αργά την στροφή προς την έξοδο του σταθμού υπεραστικών λεοφωρείων.

Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο η φιγούρα της κοπέλας ξαναεμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο.

Ακούγεται να λέει κάτι σαν:

-Μου ανοίγετε σας παρακαλώ να κατέβω; Κάτι ξέχασα.

Η πόρτα ανοίγει.

Εκείνη κινείται προς εκεί.

Ο οδηγός ρωτάει σε άπταιστο και επιτακτικό ενικό:

- Το εισιτήριο σου που είναι;

- Πίσω, στο κάθισμα.

-Φέρτο εδώ, τι το αφήνεις εκεί;
Υπακούει δυσφορώντας. Μέχρι νάρθει μπροστά, τόχει ξαναβάλει στην τσάντα της.

-Πες μου το νούμερο!
  ……….
-Το νούμερο, ποιο είναι το νούμερο; Πως θα ξαναταξιδέψεις, θα ξαναπληρώσεις εισιτήριο;

-Καλά κύριε! Μισό λεπτό!  

(Δείχνει τρομερά ενοχλημένη με τον αναιδή που εισέβαλε τόσο αποφασιστικά στον προσωπικό της χώρο, με κοινό τους επιβάτες του λεωφορείου για ένα εισιτήριο, που όπως φαίνεται καθόλου δεν την ενδιαφέρει.)

-Πήγαινε στο ταμείο να ενημερώσεις! Απ΄ τα μπατζάκια σας τρέχουν τα εικοσάευρα…
Κατεβαίνει  νευριασμένα. Τινάζει αγέρωχα τα μακριά της μαλλιά και απομακρύνεται.

Χωρίς να χαιρετίσει. Χωρίς ( φυσικά) να πει ευχαριστώ.



Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Μια ανοιξιάτικη μέρα.




Ένα το γαλάζιο τ’ ουρανού και ένα  το φως του ήλιου να σε τραβάει απ’ το μανίκι. Να βγεις να ξεσκάσεις, να γελάσει  το χειλάκι σου με την άνοιξη έξω. Βγαίνεις, (τι άλλο να κάνεις;) και περπατάς  σαν χαζοχαρούμενος άνθρωπος που ξαναρχίζει να ελπίζει. Πεταμένος ο χειμώνας στο χαντάκι, ξεχασμένος στο λεπτό. Κίτρινο, κόκκινο, μελιτζανί, πράσινο, πορτοκαλί, όλα τα χρώματα αραδιασμένα στους πάγκους της λαϊκής. Και ο ήλιος να καίει στην πλάτη σου και συ να γουστάρεις που είσαι ζωντανός καθώς ο καφές   σε  τραβάει από την μύτη  στο σιδερένιο τραπεζάκι της πλατείας.

Και πες μου τώρα εσύ, τι δουλειά έχει ο θάνατος μέσα σε όλο αυτό. Έζησε εβδομήντα τρία χρόνια παρά κάτι, και κάπου εκεί, σηκώθηκε ένα πρωί, συγύρισε το σπίτι της, βγήκε στην λαϊκή, «σήμερα ήτανε εδώ, ψώνισε και από μένα ένα λάχανο», (ακούστηκε η φωνή του μανάβη), και μετά ήσυχα-ήσυχα πήγε και έπεσε στην λίμνη. Για να πνιγεί και να τελειώνει.

Με την άκρη του ματιού σου, βλέπεις  το ασθενοφόρο να βάζει μέσα το φορείο, ένα σώμα σκεπασμένο ως απάνω. Ήσυχα κινούνται οι άνθρωποι του ασθενοφόρου, σαν κουρασμένα και σαν αδιάφορα. «Βρήκανε μια νεκρή γυναίκα μέσα στη λίμνη». Δίπλα στα τραπεζάκια. Γεμάτη η πλατεία. Ανθρώπους, πάγκους, άνοιξη, κούραση και αδιαφορία. Πεταμένη λες η γυναίκα στο φορείο, ξεχασμένη στο λεπτό, νεκρή σαν τον φετινό χειμώνα . Μπορεί και εμείς να γίναμε νεκροί, (σκέφτομαι), ζωντανοί νεκροί και να μην νοιώθουμε  τίποτα άλλο παρά αδιαφορία για μια γυναίκα που πνίγηκε στην λίμνη, μια φωτεινή ανοιξιάτικη μέρα…