Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Μηλίτσα που'σαι στον γκρεμό,με μήλα φορτωμένη




[ η εικόνα είναι της Μαρίας Κοκκίνου]

Ήτανε μια φορά που λέτε μια μηλιά που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Αυτή η μηλιά είχε φυτρώσει στην άκρη ενός γκρεμού, με το μισό της κορμί να είναι στην άβυσσο και το άλλο της μισό στην γή. Καθόλου δεν την ένοιαζε που την φύσαγε ο αέρας από το φαράγγι, έλεγε πως την γέμιζε δροσιά και δύναμη. Και στ’ αλήθεια, τα λουλούδια της ήτανε μεγάλα και ζωηρά, πεταλούδες και μέλισσες τρέχανε εκεί να ρουφήξουν το νέκταρ της και σαν τραγούδι έμοιαζε το ζουζούνισμά τους κάτω απ τον καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο.

‘Όπως μπορείτε να φανταστείτε, αυτή η μηλιά είχε δύο χαρακτήρες. Ο ένας της αβύσσου, ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος και τολμηρός, γεννημένος για σπουδαία πράγματα. Ο άλλος, εκείνος που ακουμπούσε την σκιά του στο χωμάτινο μονοπάτι, ήταν πονόψυχος και καλωσυνάτος. Και τι δεν θάδινε να είχε μια πλούσια σαν του πλάτανου σκιά, κάθε που κάποιος διαβάτης έψαχνε να δροσίσει λίγο το κεφάλι μες στο κατακαλόκαιρο.

Μια μέρα, μια γυναίκα στάθηκε κάτω της. Ήτανε λυπημένη και κάτι σαν απελπισία σκέπαζε τα μάτια της. Η μηλιά, ήθελε πολύ να μάθει γιατί η γυναίκα πονούσε τόσο πολύ, γι’ αυτό έβαλε τα δυνατά της και γέμισε τον αέρα με ένα άρωμα που ποτέ πριν άνθρωπος δεν είχε ξαναμυρίσει.

Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι και είδε ν αστράφτουν στο φως τα πιο όμορφα κόκκινα μήλα που είχε δει ποτέ στην ζωή της. Άπλωσε το χέρι, έκοψε ένα και το δάγκωσε. Το μήλο, καθώς έφτανε στους νευρώνες της γλώσσας της, την γέμιζε με μια παράξενη γαλήνη, σαν όλη η δύναμη της φύσης να είχε συγκεντρωθεί σε τούτον τον καρπό με έναν και μοναδικό σκοπό. Να της ξεπλύνουν την ύπαρξη από όση δυστυχία κουβαλούσε. Σήκωσε τα μάτια της και ξανακοίταξε την μηλιά. Της φάνηκε πως είδε μια γυναίκα να της χαμογελάει σαν να την ήξερε χρόνια, σαν σε μιαν άλλη ζωή να ήτανε άνθρωπος κατάδικός της ή από αίμα, ή από αγάπη.

Η γυναίκα δεν δίστασε λεπτό. Δίπλα στην μηλιά έχτισε το σπιτάκι της και έμεινε για πάντα εκεί, εκεί όπου δεν χρειάζονταν λόγια για να πει κανείς «σ αγαπώ».