Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

5,όσα και τα δάχτυλα.


Το 5,το σκέφτομαι καιρό, αλλά εκείνο δεν μου κάνει την χάρη. Πείσμωσε και κάπου κρύβεται και δεν λέει να εμφανιστεί. Αποφασίζω να το παρατήσω αλλά δεν μ αφήνει ο εαυτός μου.
«Έλα τώρα που θα αφήσεις να σε κάνει ό,τι θέλει ένα πεντάχρονο πεντάρι», γκρινιάζει με αποφασισμένη βεβαιότητα. «Θα το αναγκάσεις να σταθεί μπροστά σου και θα το περιγράψεις όπως και όλα τα άλλα, γιατί αυτό θα πρέπει να διαφέρει;», μου λέει.
Εγώ πάλι έχω μάθει να συγχωρώ και  γι΄αυτό χαμογελάω με κατανόηση στα καπρίτσια τους. Ξέρω πως το πέντε αρνείται να εκτεθεί, ενώ ο άλλος θέλει να το εκθέσει. Να το στήσει μπροστά σας και να το βάλει να ομολογήσει τι ακριβώς νοιώθει. Νοιώθει κορεσμό και πλήξη, ή μοναξιά και θλίψη; Ενθουσιάζεται συχνά, ή μήπως τα άβαταρ πια είναι οικτρά προβλέψιμα και του δημιουργούν χαώδη χασμουρητά και αδυναμία συγκέντρωσης;
 Θέλει να ομολογήσει πως οι επισκέψεις του σε νέα μπλογκάκια έχουν μειωθεί δραματικά και έχουν περιοριστεί σε ισάριθμο με τα όνομά του νούμερο;  Ή μήπως προτιμά να ονειροπολεί τις εποχές που οι παρέες ήτανε τόσο μεγάλες και εκδηλωτικές που ο ήχος από τα γέλια τους έφτανε μέχρι τις όχθες της λίμνης  και πάλι επέστρεφε πίσω χωρίς να χάσει τίποτα από την γάργαρη ελαφράδα του;

 Πέντε λοιπόν.. Μου λείπετε βρε. Όλοι εσείς που πάψατε να ζείτε μέσα από εδώ. Που δεν σκεφτήκατε ποτέ, πόσο πολύ ανάγκη είχαμε από την συντροφιά σας και  πόσο πολύ συνεχίζουμε να αναζητάμε τις καλογραμμένες λέξεις σας.  Μου λείπετε ακόμα και εσείς γοητευτικοί μου σνομπ τύποι που επιλέξατε τα κλειστά κλαμπάκια των φειζμπουκικών σας ομάδων  από την δημοκρατική προσβασιμότητα του εδώ χώρου. Μου λείπουνε όλα αυτά πού με κάνανε να νοιώθω «έρωτα» για  άβαταρ και καλογραμμένα κείμενα, που με αναστατώνανε με την εκλεπτυσμένη τους ειρωνεία και με πληγώνανε με τον θαυμάσιο αυτοσαρκασμό τους.

Κλείνω το νοσταλγικό μου πέντε εδώ, με την ελπίδα να καταφέρει του χρόνου να συναντήσει το κοντινό του έξη και να τα λένε μεταξύ τους  σαν παλιές φιλενάδες που καμία κούραση δεν κατάφερε να μειώσει την ποιότητα της μεταξύ τους άμεσης επικοινωνίας και συμπάθειας . Μια ακόμα αρχή φθινοπώρου είναι εδώ, μια ακόμα άγραφη σελίδα θα περιμένει να γεμίσει με την ψυχή μας.
Καληνύχτα…






Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Οι ακατανίκητες επιθυμίες.


Είναι κάτι απογεύματα μέσα στον χρόνο, λίγα ευτυχώς, εκεί κατά την αρχή του φθινοπώρου πάντα, που λες και κάτι γίνεται και ζωντανεύουν οι επιθυμίες και ζητάνε, απαιτητικά, σαν κακομαθημένα παιδιά. Τότε δεν σε χωράει το σπίτι, μα ούτε και η γειτονιά, δεν σε χωράει η πόλη, δεν σε χωράνε ούτε οι αγαπημένες σου συνήθειες. Ξεκινάει να ξεδιπλώνεται και η θλίψη σαν μισοκοιμισμένο φίδι και σε τυλίγει. Σφιχτά σε πιάνει, και σε πνίγει σιγά. Άμα πιάσεις το τραγούδι και τσούπ!, πεταχτείς έξω για μια βόλτα προς τα εκεί που γίνεται χρυσός ο ουρανός, γρήγορα όμως, πριν προλάβει και σε τελειώσει ο βρόγχος, παναπεί πως μπορεί και να σώθηκες για σήμερα.

Έτσι και μείνεις όμως και αρχίσεις το κουβεντολόι μαζί τους  άστα και βράστα. Θα σε βρει η νύχτα με πρησμένα ματόφυλλα και χαρτομάντιλα γεμάτα μύξα και βλέννες. Διότι αυτές δεν λογαριάζουν την λύπη σου, το κέφι τους να κάνουν και δεν πα να χαλάσει ο ντουνιάς; Κακομαθημένες και απαιτητικές καθώς είναι συνέχεια ζητάν.

 Θέλουν να δουν τις ελιές που κατεβαίνουν ως τις ακρογιαλιές, τα ψηλά κατάρτια που σκίζουν τα πέλαγα, τ αστέρια που πέφτουν την νύχτα  μές στη θάλασσα. Πορτοκάλια θέλουν, μεγάλα σαν καρπούζια με πικρή την φλούδα και γλυκό χυμό.  Θέλουν να νοιώσουν το ρίγος της νύχτας καθώς ξημερώνει στο δάσος, την δροσιά του παγωμένου καταρράχτη στο γυμνό σώμα. Τις φωτιές και τις κιθάρες στην άκρη της θάλασσας, την μυρωδιά του καπνού στο άλλο στόμα και την χορτασμένη πείνα της ευλογημένης μετά το σμίξιμο θείας ώρας. Το γεμάτο φεγγάρι και τα μπλεγμένα χέρια. Τις ζεστές και γλυκές νύχτες που μοσκοβολάει το γιασεμί  και τα γέλια ακούγονται τριγύρω. Τις άσπρες αρκούδες να περπατάν στον πάγο και τις ανάσες να κρυσταλλώνουν  το ελαφρύ χνούδι στο πανωχείλι.

 Θέλουν να δούνε τους άντρες, δυνατούς και όμορφους να ξέρουν όλα τα μυστικά του κόσμου. Να είναι τις νύχτες τρυφεροί σαν την άνοιξη και την μέρα μυστήριοι σαν την θάλασσα και τα δάση τα πυκνά. Θέλουν να νοιώσουν για μια ακόμη φορά την σιγουριά της πίστης και την  γλυκειά ελαφράδα της απιστίας. Το μεθύσι της αγάπης και το τρυφερό δάγκωμα της ζήλειας. Την βαθειά και ανακουφιστική ανάσα της αγκαλιάς. Το άλλο σώμα.


 Και τότε, κάπου εκεί και αφού σου γεμίσουν φλυαρία το μυαλό, αρχίζουν να βαριούνται και να φεύγουν και δεν θέλουν τίποτα πια. Η νύχτα έχει πέσει, τα φώτα έχουν ανάψει, και κάθε νοσταλγία μοιάζει με οριστικό και αποφασισμένο από το σύμπαν γεγονός. Και συ πας για ύπνο νικητής και νικημένος, και σα να γελάς στο μαξιλάρι σου, χαίρεσαι που ακόμα μπορείς  και νοιώθεις, νοιώθεις δεν έχεις γίνει πέτρα, πέτρα εσύ δεν θα γίνεις ποτέ, αφράτο χώμα θα γίνεις και αυτό  σαν έρθει η ώρα σου…

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

άτιτλο


Με πείσμα σκάβει μέσα στο πετρωμένο κουβάρι των αναμνήσεων για ευτυχισμένες στιγμές. Από αυτές που γράφουν τα βιβλία. Κάθε φορά που την πνίγει η ασυμβατότητα με το γενέθλιο φορτίο, αυτό ψάχνει. Ανέμελες και ανάλαφρες παιδικές ανάσες ψάχνει. Από αυτές που δικαιούται κάθε παιδί και που μόνο η αγκαλιά της μάνας επιτρέπει να υπάρξουν. Δεν. Τελεία. Με τελεία σταματάει η αναζήτηση, με ορμή ξεχύνεται το σιωπηλό παράπονο στις αρτηρίες της ύπαρξης.

 Όλες οι αγκαλιές που γνώρισε μετά και στις οποίες με όλη της την ύπαρξη παραδόθηκε, είχαν την απειλή της πρώτης μεγάλης  προδοσίας, και σαν ένα ραντεβού που δεν ακυρώθηκε ποτέ, πάντα η κατάληξη επαλήθευε  τον προαιώνιο φόβο της μοναξιάς. Στερημένη από την τρυφερότητα, την εμπιστοσύνη και την επιβεβαίωση που ριζώνει και θεμελιώνει τον χαραχτήρα του ανθρώπου η θερμή αγάπη της μάνας για το παιδί, ζει μια ζωή  ανάπηρη, με μια αναπηρία που της χαρακτηρίζει την ύπαρξη και που με έναν αόριστο και καθόλου ανιχνεύσιμο τρόπο την καθοδηγεί προς την μοναχικότητα και την θλίψη.


Θα το κλείσει κάποια στιγμή αυτό το κεφαλαίο της ζωής της, το ξέρει. Όταν θα της κλείσει τα μάτια, θα κλάψει πικρά για τα φιλιά που σαν ακυρωμένες προθέσεις χαθήκανε και για τις αγκαλιές που πετάξανε μακριά σαν τρομαγμένες πεταλούδες . Θα της μιλήσει κιόλας. Για όσα επιθύμησε και για όσα την πονέσανε βαθιά  Για όσα την τρομάξανε και την γεμίσανε αγωνία. Για όσα χάρηκε και δεν τα μοιράστηκε ποτέ μαζί της. Και αφού χορτάσει δάκρυα και στερέψει από αυτά, πάλι θα γεμίσει η ψυχή της νοσταλγία για την πιο γλυκειά πατρίδα που δεν είναι άλλη, από της μάνας την αγκαλιά…