Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Παραμονή πρωτοχρονιάς




Νωρίς το βραδάκι άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και αποφασισμένο. Και η γη, κουρασμένη από το κρύο, το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. .Πρώτα σκεπάστηκαν τα τζάμια των αυτοκινήτων και καθώς οι νιφάδες χορεύανε ένα φανταστικό χορό στα φώτα της πόλης σιγά-σιγά σκεπάζανε τα πάντα. Όσοι είχαν την τύχη να αποκοιμηθούνε κοιτάζοντας πίσω από τα τζάμια την χιονισμένη πολιτεία, ξύπνησαν με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο στα χείλη τους.

 Το πρωΐ, το χιόνι άστραφτε καλωσυνάτα, σαν παιδί χαρούμενο που θέλει παιχνίδια. Η μέρα συγυρισμένη  και ντυμένη κάτασπρα, με μια ομίχλη στην σωστή της δόση, χαμογελούσε και αυτή. Οι άνθρωποι που ήταν εκείνη την ώρα έξω, ξεχάσανε για λίγο τα βάσανά τους και ξεσκονίσανε από μέσα τους το κομμάτι του εαυτού τους το γεμάτο αγάπη: «καλημέρα, χρόνια πολλά», λέγανε ο ένας στον άλλον και ας μην γνωρίζονταν καθόλου. 

Στα στενά δρομάκια τα παιδιά παίζανε χιονοπόλεμο και κάνανε χιονάνθρωπο. Τα μάγουλά τους βάφανε το άσπρο της μέρας με το κόκκινο της άφατης χαράς και ήτανε ένα θαύμα να τα χαζεύεις. Άντρες, συνήθως σκυθρωποί, δίνανε με αυθόρμητη συμπαράσταση την σκούπα τους στον ιδιοκτήτη του διπλανού αυτοκινήτου για να το καθαρίσει από το χιόνι, «καλή χρονιά να έχουμε γείτονα» εύχονταν ο ένας στον άλλον. 

Στο βάθος του ουρανού φάνηκε ένα χλωμό φως και ένα μικρούτσικο κομμάτι του από το πιο όμορφο γαλάζιο. Κάτω, η λίμνη έλαμπε παγωμένη με μια θαμπάδα εκπληκτική, καθώς την χάϊδευε η ομίχλη και την αποχαιρετούσε. Πολύ γρήγορα, βίαια σχεδόν, ξεπρόβαλε ό ήλιος,  ζεστός και αλαζόνας,  και το χιόνι άρχισε να λυώνει. Σαν να ξυπνούσαν από παραμύθι, όλα αρχίσανε να συνέρχονται. Οι νοικοκυρές θυμηθήκανε τις προετοιμασίες για την γιορτή, οι μανάδες μην κρυώσουν τα παιδάκια τους από τις ξάπλες στο χιόνι, τα πεύκα  να αφήσουνε  να πέσει από πάνω τους το άσπρο φορτίο  και  όλοι κλείσανε μέσα τους σαν θησαυρό τις χιονισμένες στιγμές που ζήσανε.

 Ήτανε παραμονή πρωτοχρονιάς και ήτανε μόλις χθες…Καλή χρονιά σε όλους μας.-