Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Αλκυονίδες.



Τις μέρες του χειμώνα που έξω μυρίζει άνοιξη οι άνθρωποι μεθυσμένοι από μια ανεξήγητη χαρά παίρνουν τους δρόμους. Ο ήλιος έχει σκουπίσει την μελαγχολία και την έχει αποκλείσει, δεν έχει λόγο ούτε θέση εδώ, σήμερα η μέρα γελά. Οι σκιές κρύβονται στα πεζοδρόμια και ο ήλιος καίει τις πλάτες και τα μέτωπα.

Το πρωί της Κυριακής στα μικρά καφέ, εφημερίδα καφές και τσιγάρο. Ο καπνός που ανεβαίνει σχηματίζει γαλάζιες κορδέλες · πίσω του κρύβονται τα μάτια, διαβάζουν και θέλουν να ξεχάσουν αυτά που μόλις διάβασαν. Έχουν ανάγκη από μια τελεία και ένα τέλος, ασφυκτιούν απέναντι στο τυπωμένο χαρτί, παίρνουν βαθιές ανάσες και σηκώνουν τα μάτια στο απέναντι πρόσωπο, είναι οικείο και είναι δικό τους, είναι ο φίλος τους, ο άνθρωπός τους, η παρηγορητική  μορφή που  τους ησυχάζει  προς το παρόν. Ευτυχώς.

Η λίμνη αστράφτει και λιγώνεται από την ίδια της την λάμψη. Το ίδιο και η πόλη που καθρεφτίζεται στα νερά της. Είναι όμορφη και το ξέρει, ξέρει την δύναμή της, γι’ αυτό και προσφέρεται αυτάρεσκα. Στους περιπατητές που ακούραστα γυρίζουν γύρω-γύρω κάθε πρωί και κάθε απόγευμα. Στους φωτογράφους που την φωτογραφίζουν αδιάκοπα αναζητώντας την τέλεια στιγμή. Στους ξένους που την κοιτάζουν μαγεμένοι. Κατά το σούρουπο επεμβαίνει και ο ορίζοντας · λες και δεν φτάνουν όλα ετούτα τα μάγια, προσθέτει όλο το ροζ και το πορτοκαλί, όλο το σιέλ και το γαλάζιο που κρατάει στην αγκαλιά του, και  έτσι σιγο-περπατώντας χάνεται σιγά-σιγά μέσα στη νύχτα.

 Αύριο μπαίνει ο Φλεβάρης. Θα ανοίξει ξαφνιασμένος  την μεγάλη πόρτα και μόλις συνέλθει από το ξάφνιασμα, θα σταματήσει αυτή την ηλιόλουστη γιορτή που μια απίθανη τύχη μας χαρίζει κάθε φορά με την ίδια συνέπεια. Θα τις κλέψει τις όμορφες Αλκυονίδες ημέρες και θα τις φυλακίσει πίσω από την πόρτα. Ο χειμώνας, ένας βασιλιάς που ξεκαθαρίζει τα πάντα, δεν θα λογαριάσει τον δικό μας εθισμό στην ζεστή τους ανάσα, και ψυχρά θα μας εξηγήσει την αναγκαιότητα του αναπόφευκτου. Αχ να ήξερε μόνο πόσο αναζωογονητική  είναι αυτή η χαρά που ματαιώνεται, αυτή η χαρά που μοιάζει με  κλεμμένη αμαρτία, μια ευτυχία  που (θενκς γκοτ) είναι  πάντα εκεί και μας γνέφει, πάντα από απόσταση, πάντα σίγουρη για τον εαυτό της, πάντα απίστευτα γοητευτική..





Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Για τα ραγκουτσάρια της Καστοριάς



Θα γράψω κάποτε ένα παραμύθι για τα Ραγκουτσάρια. Θα λέει για παρέες και μουσικούς του δρόμου, για αρχαία έθιμα και θυσίες. Για τους ανθρώπους που μεταμορφώνονται σε θεούς αφού πρώτα ντυθούν δαίμονες. Για μια πόλη που μεταφέρει ανάμεσα στους αιώνες την ιστορία του τριημέρου ετούτου, ντύνεται πόρνη  μαζί και αρχόντισσα και ξεχύνεται στους δρόμους  με μια ορμή  ακατανίκητη  που δεν είναι μόνο κέφι αλλά και λύτρωση.

 Θα είναι δικό μου το παραμύθι γι’ αυτό και θα λέει για το πώς η καρδιά χοροπηδάει με το που ακούει το κλαρίνο του «Ινδιάνου»  Γιάννη Τούνη,   ενός μουσικού που ανήκει πια στην ιστορία του Καστοριανού καρναβαλιού, με την πιο ουσιαστική έννοια που αυτή η λέξη υποδηλώνει. 


Εικοσιπέντε χρόνια μαζί του, με κείνον και την ορχήστρα του,  τον άνθρωπο με την εξαιρετικής ποιότητας κιμπαροσύνη, τέτοια που θα την ζήλευαν αριστοκράτες, ανεβοκατεβαίνουμε το Τσαρσί, μπαίνουμε στα στενά της πόλης, ξεσηκώνουμε τους διστακτικούς φτάνοντας με τους ήχους του κεφιού μέσα στο σπίτι τους, χορεύουμε, πίνουμε από το ίδιο τσίπουρο και το ίδιο μπουκάλι, χάνουμε τον εαυτό μας για να τον ξαναβρούμε καινούργιο, ξαπλώνουμε στην άσφαλτο και ρίχνουμε ματιές στον ουρανό, γελάμε δυνατά και τους αγαπάμε όλους, παρασύρουμε τους ξένους στο μπουλούκι και τους κάνουμε δικούς μας, σώμα της ίδιας παρέας χωρίς τίποτα να μετράμε παρά μόνο αυτό, αυτό το θεϊκό κάτι, που ρέει, στις αρτηρίες μας μαζί με το αίμα, στο κεφάλι  μαζί με τις σκέψεις, στην ψυχή μας την ίδια.

Θα λέει για το ευλογημένο σπίτι της Μ, ορμητήριο και καταφύγιο, φιλόξενη φωλιά, ιδανική για την προετοιμασία και  το ντύσιμο με τα καρναβαλίστικα, τα γέλια και τις κεφάτες φωνές, το τσίπουρο του Τσιάρα και το βραστό σούπα, το παστέλι με σουσάμι, το τρομερό της γαλακτομπούρεκό  και το δυνατό της γέλιο, ένα γέλιο ξεσηκωτικό που απλώνεται σαν κύμα, κατακλύζει τον χώρο, και τον γεμίζει κέφι.


 Ευχή : o θεός των Ραγκουτσαριών να μας έχει καλά,  «πάντα να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε» ,   ξέρει καλά τι λέει εκείνος ο ποιητής που  εμπνεύστηκε τούτον εδώ τον υπέροχο στίχο..