Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Θάλασσες-πατρίδες.




Η θάλασσα χθες στους αμμόλοφους ήτανε πεντακάθαρη, πανέμορφη και ψυχρή. Σε ξεγελούσε η χλιαρή της επιφάνεια και σε πάγωνε η κρύα αγκαλιά της. Όμως πανέμορφη. Θα την παρομοίαζες με μια ψηλή, ξανθιά, ονειρεμένης ομορφιάς γυναίκα, που όταν έψαχνες τα μάτια της σε άδειαζε με μιας  το αφηρημένο γκρίζο χρώμα τους. Όχι, δεν γίνατε φίλες με αυτήν την θάλασσα, έφυγες μέσα στους πρώτους ίσκιους της νύχτας με μια ανεξήγητη θλίψη, απορώντας και ψάχνοντας μάταια την προέλευσή της.

Το σπίτι στο Λιτόχωρο σε περίμενε με μισάνοιχτη την εξώπορτα της αυλίτσας. Η κληματαριά κούνησε τα φύλλα της και τα άγουρα τσαμπιά ενοχλημένα ρίξανε μια νυσταγμένη ματιά. Το άλλο πρωί θα σου κρυφογελούσαν ένοχα κάτω απ τον ήλιο. Μπήκες στο σπίτι και σε κυρίευσαν τα συναισθήματα. Όλα ήταν στην θέση τους, όπως τα θυμόσουνα, πεντακάθαρα και φιλόξενα. Ένοιωσες ευγνωμοσύνη για το αίσθημα ασφάλειας που σε κυρίευσε καθώς άπλωνες τις βρεγμένες πετσέτες στο μπαλκόνι. Πολύ αργότερα, όταν τα μάτια σου θα κλείνανε από νύστα, θα σκεφτόσουνα πως ο Όλυμπος είχε τις κακές του και γι αυτό η ζέστη ήτανε ανυπόφορη. Όμως το πρωί ξύπνησες ανάλαφρα με τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπάνε και τις φωνές  έξω από το παράθυρο που καλημερίζονταν μεταξύ τους.

Σήμερα αυτή η θάλασσα στον ίσκιο του Ολύμπου, η «δική σου» όπως την ονομάζεις,  σε υποδέχτηκε με φωνές. Και σένα σου είχει λείψει, αυτή η γαλαζοπράσινη γειτονιά  είναι σαν την κολλητή σου φίλη,  την αγαπάς, δεν είναι τέλεια, δεν είναι πεντακάθαρη, έχει ελαττώματα, και σου θυμίζει τον εαυτό σου που συνεχώς επαναπροσδιορίζεται και πάντα σε ξαφνιάζει με κάτι που έχει παραλείψει.

Κολυμπάς για ώρα πολλή και το αγιασμένο νερό σε θεραπεύει. Μέσα στο νερό, νομίζεις πως έτσι που «βαδίζεις» με  τα μεγάλα θαλάσσια νοητά βήματά σου, θα περάσεις απέναντι ξυστά από το πρώτο πλοκάμι της Χαλκιδικής  και θα πιάσεις λιμάνι στην σγουρή άμμο της Τορώνης και στο θαυμάσιό της ηλιοβασίλεμα να θυμηθείς τα άλλα αγαπημένα σου καλοκαίρια και να ψάξεις το μυστικό που σε ξαναγυρίζει σε εκείνα τα ιριδίζοντα νερά του δειλινού δίπλα στην άμμο. Ύστερα βγαίνεις έξω και τα ξεχνάς όλα. Σήμερα ο ήλιος λάμπει εδώ, το σούρουπο στο ταβερνάκι δίπλα στο κύμα ευωδιάζει ούζο και  χταπόδι στα κάρβουνα, και καθώς  ζαλίζεσαι σιγά-σιγά νοιώθεις πως  χάνεσαι απέναντι στον ορίζοντα μαζί με τα χρώματα που σκάνε στον ουρανό και στα ασημένια νερά της μεγάλης πατρίδας, της θάλασσας..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κερνάω κουβεντούλα...