Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Τα χωριά του χειμώνα.



Το χωριό μου το φθινόπωρο είναι ένα μελαγχολικό χωριό. Η μελαγχολία στάζει με τις σταγόνες της βροχής  στον δρόμο και τον κάνει μαύρο. Ο ουρανός, γκρίζος και μολυβένιος συμπαραστέκεται λες και αυτός σε τούτη την θλίψη.

Κάτι υπερήλικες αιωνόβιοι μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, δίπλα στην ξυλόσομπα και ξαναμετράνε σιωπηλά τις αναμνήσεις τους. Στους δρόμους μια θλιμμένη σιωπή κάνει υπομονή-και παρέα-σε κάτι ψωραλέους-υπερήλικες σκύλους.

Τις εξώπορτες φυλάει ένα παλιό τρακτέρ και στο παγκάκι κάτω απ τον γέρο-πλάτανο πέφτουν με χάρη τα κίτρινα φύλλα· και μένουν εκεί ώσπου να πέσει το πρώτο χιόνι και να τα σκεπάσει με την σιωπή του.

Ψηλά στο βουνό, ένα σύγχρονο μοντέρνο ξενοδοχείο, ανανεώνει την ημερομηνία λήξης του τόπου, την επαναπροσδιορίζει και της χαρίζει διάρκεια, ενώ κάτω χαμηλά στην άκρη του χωριού, το ποτάμι αδιάφορο  και απορροφημένο από τον εαυτό του, συνεχίζει να μουρμουρίζει πότε θυμωμένα και πότε ρυθμικά το τραγούδι του, μαγεμένο  θαρρείς από την ίδια του την δύναμη και την αιώνιά του συνέχεια...