Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Η δική μου γειτονιά.



Η γειτονιά μου γέρασε και οι άνθρωποί της μείνανε μόνοι. Χάθηκαν οι παιδικές φωνούλες, μεγάλωσαν, και πήγανε με την σειρά τους να αναστήσουνε άλλες γειτονιές. Τα βράδια, από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, ουρλιάζει η μοναξιά και οι φωνές της τηλεόρασης  που  οι ιδιοκτήτες της την ξεχάσανε ανοιχτή.

Μερικές φορές πίνω καφέ στα σπίτια τους. Οι ηλικιωμένοι φίλοι μου με κερνάνε κουλουράκια και γλυκό κουταλιού. Πασχίζουν να με θαμπώσουν με τα κατορθώματα της νιότης τους και μου λένε ιστορίες του παλιού καιρού, πώς τα καταφέρανε να χτίσουνε τα σπίτια τους, πώς  ταξιδεύανε στην Ευρώπη για να κάνουνε εμπόριο, πώς γεννήσανε τα παιδιά τους και τα σπουδάσανε, τέτοια μου λένε και χαίρονται.

Ο κύριος Μιχάλης μένει μόνος του. Η γυναίκα του πέθανε χρόνια πριν, και εκείνος βάζει μόνος του μπουγάδα και φροντίζει για την καθαριότητά του. Μου λένε από άλλες γειτονιές για εκείνον πως, «παραιτήθηκε, όλο ασιδέρωτα  πουκάμισα φοράει, και το σακάκι του γεμάτο λεκέδες είναι», αλλά δεν ξέρουνε  με πόση καλοσύνη μου λέει καλημέρα κάθε πρωί και με πόση γενναιοδωρία και ευγένεια μοιράζεται τα ζαρζαβατικά του μικρού του κήπου.

Έχω και έναν αόρατο γείτονα. Δεν τον έχω δει ποτέ, αν και ξέρω πως πίσω από εκείνο το μισάνοιχτο παντζούρι ζει  εκείνος εδώ και δυό τρία  χρόνια. Μόνο τον βασιλικό του βλέπω και το χέρι του που τον ποτίζει κάπου-κάπου. Φαίνεται νέος , ίσως κάτω από πενήντα, και καθόλου δεν ξέρω γιατί μένει στο σκοτάδι και φοβάται  το φως. Μερικές φορές ακούει μουσική, όχι δυνατά, ήσυχα, διακριτικά, σε σχεδόν αόρατη (σαν εκείνον) ένταση. Τι να θέλει να ξεχάσει άραγε  μέσα σε  όλη αυτή την σιωπή;


Κάποτε  η γειτονιά μου ήταν στις δόξες της. Στον  διπλανό κήπο με το μεγάλο σπίτι  γινότανε γιορτές,  και στα λευκά τραπεζομάντηλα πίνανε λεμονάδες και τρώγανε γλυκά οι κυρίες τα απογεύματα. Τώρα στέκει σαν φάντασμα, άδειο από κόσμο, νεκρό μες στις αράχνες και την σιωπή, ο κήπος γέμισε άγρια χόρτα και θεόρατες συκιές, έγινε δάσος σχεδόν, η τεράστια ορτανσία με τα μπλε λουλούδια ξεράθηκε και η κυδωνιά που πάνω της μετρούσαμε την ένταση από τους χειμώνες, εξαφανίστηκε και αυτή. Μόνο μια μουριά απέμεινε, εκείνη με τα άσπρα μούρα και την πυκνή σκιά στην άκρη της αυλής, εκεί όπου η όμορφη Ηρώ 
αποχαιρετούσε κάθε βράδυ τον αγαπημένο της…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κερνάω κουβεντούλα...