Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Τα χωριά του χειμώνα.



Το χωριό μου το φθινόπωρο είναι ένα μελαγχολικό χωριό. Η μελαγχολία στάζει με τις σταγόνες της βροχής  στον δρόμο και τον κάνει μαύρο. Ο ουρανός, γκρίζος και μολυβένιος συμπαραστέκεται λες και αυτός σε τούτη την θλίψη.

Κάτι υπερήλικες αιωνόβιοι μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, δίπλα στην ξυλόσομπα και ξαναμετράνε σιωπηλά τις αναμνήσεις τους. Στους δρόμους μια θλιμμένη σιωπή κάνει υπομονή-και παρέα-σε κάτι ψωραλέους-υπερήλικες σκύλους.

Τις εξώπορτες φυλάει ένα παλιό τρακτέρ και στο παγκάκι κάτω απ τον γέρο-πλάτανο πέφτουν με χάρη τα κίτρινα φύλλα· και μένουν εκεί ώσπου να πέσει το πρώτο χιόνι και να τα σκεπάσει με την σιωπή του.

Ψηλά στο βουνό, ένα σύγχρονο μοντέρνο ξενοδοχείο, ανανεώνει την ημερομηνία λήξης του τόπου, την επαναπροσδιορίζει και της χαρίζει διάρκεια, ενώ κάτω χαμηλά στην άκρη του χωριού, το ποτάμι αδιάφορο  και απορροφημένο από τον εαυτό του, συνεχίζει να μουρμουρίζει πότε θυμωμένα και πότε ρυθμικά το τραγούδι του, μαγεμένο  θαρρείς από την ίδια του την δύναμη και την αιώνιά του συνέχεια...



Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Το έρημο σπίτι στην άκρη του δρόμου.


Είναι ένα πέτρινο σπίτι που χτίστηκε κάποτε  με τις καλύτερες προθέσεις. Βλέπει ανατολικά, άσχετα αν αργεί το φως της ανατολής να φτάσει στα παράθυρά του· είναι που το βουνό απέναντι είναι τόσο ψηλό που του κρύβει τη θέα. Έχει όμως στα πόδια του έναν θησαυρό, εκεί που τελειώνει  η κατηφόρα του κήπου, είναι  το ποτάμι.  Τα παλιά τα χρόνια από εκεί πίνανε νερό,  εκεί πλένανε και τα ρούχα τους το καλοκαίρι, τα τρίβανε πάνω στις μεγάλες πλάκες με ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι και τα ξεπλένανε ύστερα στα γάργαρα νερά. Εκεί πλατσουρίζανε και τα πιτσιρίκια στις μεγάλες ζέστες και δροσίζανε τις αταξίες τους.

Μέσα στο σπίτι, υπάρχει  και ένα μισοτελειωμένο δωμάτιο. Πάτωμα δεν έχει, μόνο κάτι   χοντρά τετράγωνα σανίδια πάνε στον απέναντι τοίχο και γυρνάνε πίσω, ούτε παράθυρο  στο άνοιγμα απ' όπου μπαίνει το φως. Η φτώχεια φταίει που δεν ετοιμάστηκε ποτέ, κλείσανε την πόρτα να μην το βλέπουν, «αργότερα θα το φτιάξουμε»,  είπανε, «όταν θα έχουμε περισσευούμενα λεφτά»  και  αυτό το «αργότερα» απέκτησε αιώνιο νόημα, ακόμα το δωμάτιο ατελείωτο είναι και περιμένει τα λεφτά που δεν αυγατίσανε ποτέ.

Στο μπροστινό δωμάτιο το καλοκαίρι κοιμόντουσαν τα κορίτσια. Είχε δύο μεγάλα παράθυρα και έβλεπε στον κήπο.  Το μεγάλο μπρούντζινο  κρεβάτι με τα ωραία κάγκελα για κεφαλάρι, δεν ήταν δικό τους, το είχανε κληρονομήσει από μια δυστυχισμένη θεία, πλούσια και άτυχη, είχε πεθάνει από τον καημό της για έναν αρραβωνιαστικό που δεν γύρισε  ποτέ από τα ξένα, έφυγε, την ξέχασε και την γέμισε πίκρα, δηλητήριο στάζανε  και τα λόγια της, τόσο πολύ της περίσσευε  το φαρμάκι που το κατάπιε  μια μέρα και  έτσι πέθανε.

Τις πλάκες της αυλής  τις βάφανε άσπρες γύρω-γύρω με ασβέστη κάθε Σάββατο. Εκεί κάτω από την μεγάλη ακακία μαζευότανε οι γειτόνισσες και χαζεύανε τα απογεύματα. Παίρνανε και την δουλειά τους μαζί, κάποια έπλεκε κάλτσες, άλλη μπάλωνε με την βελόνα φθαρμένα ρούχα, ήταν η ωραία τους ώρα, λέγανε τα βάσανά τους, λέγανε και τις χαρές τους, κρύβανε τις ελπίδες τους. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι φοβότανε να ελπίσουν.

Κάποια μέρα απελπίστηκαν. «Εδώ δεν έχει προκοπή, θα πάμε στην Αυστραλία», βγήκε με τα πολλά η απόφαση. Πρώτα θα έφευγε ο πατέρας, μετά η μεγάλη αδερφή, στο τέλος η μάνα με τα δύο μικρότερα. Έτσι και έγινε.

Το σπίτι άρχισε να ξηλώνεται με την κάθε απουσία και να γίνεται  έρημο τοπίο. Ένα θλιμμένο πρωινό φύγανε και οι τελευταίοι. Η μάνα έκανε τον σταυρό της, φίλησε τα εικονίσματα, κλείδωσε για τελευταία φορά την πόρτα του σπιτιού της και αφού παρέδωσε τα κλειδιά στον πιο έμπιστο άνθρωπο της καρδιάς της, κοίταξε τον ουρανό, κοίταξε το σπίτι, κοίταξε και το ποτάμι  και τα αποχαιρέτησε  για  πάντα. Με πνιγμένα αναφιλητά   ανέβηκε στο φορτηγό και χάθηκε μαζί με τα παιδιά της  στην στροφή του δρόμου.

Κοντά πενήντα χρόνια μετά το σπίτι συνεχίζει το μοναχικό του ταξίδι μες στον χρόνο με το μισοτελειωμένο δωμάτιο να χάσκει σε ένα αλλόκοτο κενό,  το σκονισμένο μπρούντζινο κρεβάτι της άτυχης γυναίκας  στο καλοκαιρινό δωμάτιο και το ξύλινο εικονοστάσι με την καρφωμένη στο ξύλο του εικόνα της Παναγίας. Ο κήπος έγινε δάσος πυκνό  τυχαίων δέντρων, η ακακία ξεράθηκε και χάθηκε  χωρίς κανείς να θυμάται πότε και οι πλάκες της αυλής χάθηκαν κάτω από την πυκνή βλάστηση της εγκατάλειψης.  Ο χωρίς γυρισμό μισεμός   ολοκληρώθηκε με επιτυχία, αυτοί που φύγανε ζήσανε καλά και όσοι μείνανε ακόμα καλύτερα, ένας μεγάλος κύκλος έκλεισε, ένας άλλος άνοιξε, και  η ζωή  πάντα εκεί στη θέση της,  να  επιμένει συνεχίζει να αλλάζει χωρίς ποτέ να λογαριάζει τις δικές μας επιθυμίες…

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Δεκαπενταύγουστος




Χθες στο σούρουπο μύριζε καραμέλα στον αέρα και καλαμπόκι ψημένο. Στον ίδιο αέρα και οι φωνές από τα μεγάφωνα, που μας διώξανε απ τον τόπο της λατρείας. Είχε νυχτώσει καθώς κατηφορίζαμε απ το βουνό, ένα αναζωογονητικό αεράκι φυσούσε απ τον Όλυμπο, καθάριζε από την ζέστη τα σοκάκια της μικρής πόλης, και δρόσιζε τα δωμάτια περνώντας ανάμεσα απ τις λεπτές κουρτίνες.

Σήμερα το πρωί πήγα στη θάλασσα. Με νερό θαλασσινό γιόρτασα την γιορτή της Παναγίας. Είναι ωραία να ξυπνάς το πρωί και να ξεπλένεις τη νύχτα από πάνω σου με νερό θαλασσινό. Μέσα εκεί όλα αλλάζουνε, και τα μεγάλα και τα μικρά, και σαν από θαύμα αντιστρέφουνε τους ρόλους τους.

Και ύστερα, η αυλίτσα στην θέση της, πλυμένο το τσιμέντο της με δροσερό πρωινό νερό, οι ρόγες της κληματαριάς από πάνω να παριστάνουν πως κρύβουν τον ουρανό και να χαρίζουνε ανέξοδη σκιά, μία ροζ κοριτσίστικη πινελιά σαν θαύμα της φύσης, ένας καφές, ένα ποτήρι νερό στο φρεσκοπλυμένο τραπεζομάντηλο, το ελληνικό καλοκαίρι νωχελικά συνεχίζει να ξεδιπλώνει και τις χάρες του και τις χαρές του σε θνητούς και αθάνατους..

15-08-2015

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Η δική μου γειτονιά.



Η γειτονιά μου γέρασε και οι άνθρωποί της μείνανε μόνοι. Χάθηκαν οι παιδικές φωνούλες, μεγάλωσαν, και πήγανε με την σειρά τους να αναστήσουνε άλλες γειτονιές. Τα βράδια, από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, ουρλιάζει η μοναξιά και οι φωνές της τηλεόρασης  που  οι ιδιοκτήτες της την ξεχάσανε ανοιχτή.

Μερικές φορές πίνω καφέ στα σπίτια τους. Οι ηλικιωμένοι φίλοι μου με κερνάνε κουλουράκια και γλυκό κουταλιού. Πασχίζουν να με θαμπώσουν με τα κατορθώματα της νιότης τους και μου λένε ιστορίες του παλιού καιρού, πώς τα καταφέρανε να χτίσουνε τα σπίτια τους, πώς  ταξιδεύανε στην Ευρώπη για να κάνουνε εμπόριο, πώς γεννήσανε τα παιδιά τους και τα σπουδάσανε, τέτοια μου λένε και χαίρονται.

Ο κύριος Μιχάλης μένει μόνος του. Η γυναίκα του πέθανε χρόνια πριν, και εκείνος βάζει μόνος του μπουγάδα και φροντίζει για την καθαριότητά του. Μου λένε από άλλες γειτονιές για εκείνον πως, «παραιτήθηκε, όλο ασιδέρωτα  πουκάμισα φοράει, και το σακάκι του γεμάτο λεκέδες είναι», αλλά δεν ξέρουνε  με πόση καλοσύνη μου λέει καλημέρα κάθε πρωί και με πόση γενναιοδωρία και ευγένεια μοιράζεται τα ζαρζαβατικά του μικρού του κήπου.

Έχω και έναν αόρατο γείτονα. Δεν τον έχω δει ποτέ, αν και ξέρω πως πίσω από εκείνο το μισάνοιχτο παντζούρι ζει  εκείνος εδώ και δυό τρία  χρόνια. Μόνο τον βασιλικό του βλέπω και το χέρι του που τον ποτίζει κάπου-κάπου. Φαίνεται νέος , ίσως κάτω από πενήντα, και καθόλου δεν ξέρω γιατί μένει στο σκοτάδι και φοβάται  το φως. Μερικές φορές ακούει μουσική, όχι δυνατά, ήσυχα, διακριτικά, σε σχεδόν αόρατη (σαν εκείνον) ένταση. Τι να θέλει να ξεχάσει άραγε  μέσα σε  όλη αυτή την σιωπή;


Κάποτε  η γειτονιά μου ήταν στις δόξες της. Στον  διπλανό κήπο με το μεγάλο σπίτι  γινότανε γιορτές,  και στα λευκά τραπεζομάντηλα πίνανε λεμονάδες και τρώγανε γλυκά οι κυρίες τα απογεύματα. Τώρα στέκει σαν φάντασμα, άδειο από κόσμο, νεκρό μες στις αράχνες και την σιωπή, ο κήπος γέμισε άγρια χόρτα και θεόρατες συκιές, έγινε δάσος σχεδόν, η τεράστια ορτανσία με τα μπλε λουλούδια ξεράθηκε και η κυδωνιά που πάνω της μετρούσαμε την ένταση από τους χειμώνες, εξαφανίστηκε και αυτή. Μόνο μια μουριά απέμεινε, εκείνη με τα άσπρα μούρα και την πυκνή σκιά στην άκρη της αυλής, εκεί όπου η όμορφη Ηρώ 
αποχαιρετούσε κάθε βράδυ τον αγαπημένο της…

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Όνειρα θερινής νυκτός




Εκείνης της μέρας είχε προηγηθεί μια νύχτα τόσο ζεστή που οι σταγόνες του νερού εξατμίζονταν αμέσως μόλις έπεφταν στο μωσαϊκό του μπαλκονιού. Οι άνθρωποι  βηματίζανε όλη τη νύχτα πέρα δώθε χωρίς να μπορούν να κλείσουν μάτι. Κατάκοπους τους βρήκε το ξημέρωμα.

Νωρίς όμως το πρωί  φύσηξε ένα ελαφρύ βοριαδάκι και   μόνο τότε  βγήκαν στα μπαλκόνια τους - για να το χαρούν. Κάποιοι λέγανε  γελώντας καλημέρα, άλλοι ποτίζανε τις γλάστρες τους  και όλοι μαζί  απολαμβάνανε την δροσιά με μια ακατανίκητη  όρεξη.

 Σήμερα θα μαγειρέψουνε και θα φάνε με όρεξη. Μελιτζάνες και πιπεριές τηγανητές με σάλτσα ντομάτας, μουσακά με αφράτη μπεσαμέλ, γάβρο τραγανό τηγανισμένο με τέχνη, εδέσματα καλοκαιρινά και απλά, μα τόσο νόστιμα που οι μυρωδιές τους που θα σκορπίζονται από τα ανοιχτά παράθυρα, θα γαργαλάνε τις μύτες των περαστικών και θα τους θυμίζουνε την κουζίνα της γιαγιάς  τους και τα καλοκαίρια μιας άλλης ζωής.

Ύστερα θα φάνε καλά και θα νοιώσουνε  άρχοντες. Θα χαϊδέψουν τις γυναίκες τους, θα γελάσουνε με τα παιδιά τους και θα κάνουν και όνειρα. Πως θα πάρουν λέει τα  μαγιό και τα καπέλα τους και θα ταξιδέψουνε στη θάλασσα χωρίς τίποτα να λογαριάσουν. Ούτε την βενζίνη που θα ξοδέψουνε, ούτε την κρίση που τους καίει τα σωθικά. Θα μπούνε στο ανοιχτό αμάξι  λέει, και τα γέλια τους θα ακούγονται ως τον ουρανό, γιατί έτσι τους πρέπει και τους ταιριάζει αφού ζούνε κάτω από αυτόν τον σπουδαίο ουρανό, και έτσι τραγουδώντας θα φτάσουνε στην πιο γαλάζια θάλασσα  και εκεί θα βουτήξουνε στα  δροσερά  νερά της και  τότε θα είναι σαν να μην υπάρχει αύριο, θα κολυμπάνε και θα χορταίνουνε ανάσες και τότε μόνο θα φύγουνε όταν  θα νοιώσουν ευτυχισμένοι και ολόκληροι.

Το βράδυ που θα γυρίσουν πίσω, οι ίδιες σκιές θα τους περιμένουνε, αλλά εκείνους δεν θα τους νοιάζει πιά γιατί θα έχουνε βαφτιστεί σε μυστική ομορφιά, θα γελάνε στα κρυφά κάτω από τα μουστάκια τους και θα κοιμηθούνε αμέριμνα σαν νάναι  όμοιοι με τα   μικρά παιδιά...

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

εντελώς επιθυμίες

 

[..να κλείσει τα μάτια  και να βρεθεί στην ακροθαλασσιά-τα δάχτυλα των ποδιών (και μόνο αυτά) να τα βρέχει ένα ήσυχο κύμα- απ το μπαράκι  να ακούγεται μια μπόσα νόβα -στον ορίζοντα η μέρα να χάνεται  σε ροδακινί και μωβ ανταύγειες- αυτός να ανάβει τσιγάρο-εκείνη να το γεύεται.

σκατά- τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει- η μέρα θα φύγει  ήσυχα σαν κάθε σούρουπο- εκείνη  στο δροσερό δωμάτιο θα μετράει απουσίες.]

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Sweet Cherie




Τίποτ’  άλλο δεν θυμάμαι από εκείνον, μόνο μια χρυσή αχτίδα απ τα μαλλιά του και  ένα γαλάζιο φως απ τα μάτια του. Πόσο χρονών ήμουνα δεν ξέρω μπορεί έξη επτά ή και οκτώ, πάντως σίγουρα στην ηλικία που το  «ερωτευμένο σύννεφο» της ύπαρξης δεν είναι συνειδητή κατάσταση και σίγουρα δεν ερμηνεύεται ως τέτοια.

Μια φορά μου χάϊδεψε τα μαλλιά · «τι κάνεις κοριτσάκι;» ρώτησε. Καθότανε στην αυλή  μαζί με τους μεγάλους. Κοκκίνισα και κρύφτηκα πίσω από την φούστα της θείτσας μου, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, το μόνο που ήθελα ήταν να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

Τις επόμενες μέρες κρυβόμουνα. Στα καλοκαιρινά δωμάτια με τις μπλε κόλλες στα παράθυρα, πίσω από την βαριά πράσινη κουρτίνα της μπαλκονόπορτας στην σάλα του σπιτιού, κάτω από το τραπέζι της κουζίνας με το καρό  τραπεζομάντιλο.  Για να βγω από το σπίτι κατέστρωνα ολόκληρη εκστρατεία· έβγαινα από την πίσω πόρτα και έφευγα στα κρυφά, σκυμμένη πίσω απ΄το  χαμηλό τοιχαλάκι της αυλής μη τυχόν και με πάρει είδηση εκείνος και με ρωτήσει  «πως σε λένε κοριτσάκι;»

Μια μέρα, με τσάκωσε κάτω από την κερασιά. Πρωί ήτανε και είχα ξεχαστεί χαζεύοντας το φως που έκανε  σχήματα στο χέρι μου με τα φύλλα του δέντρου. Πήγαινα και ερχόμουνα και σιγοτραγουδούσα και χαιρόμουνα, «ποιο κορίτσι θα φορέσει σκουλαρίκια;» άκουσα ξαφνικά  την φωνή του και πάγωσα στη θέση μου. Μου έβαλε τα μαλλάκια μου πίσω απ τα αυτιά και μου φόρεσε, πρώτα στο ένα αυτί και μετά στο άλλο, με προσοχή και χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια, δύο ζευγάρια κερασάκια, αυτά τα σκουλαρίκια, που κάνανε την καρδιά μου να χάσει έναν, τον πρώτο της  χτύπο.

Ύστερα έφυγε  χωρίς να το καταλάβω.  Ένοιωθα πως τα κερασάκια μου καίγανε τα αυτιά, τα έβγαλα λοιπόν και τα έφαγα  ήσυχα-ήσυχα, πρώτα το δεξί και μετά το  αριστερό, ήταν γλυκά και νόστιμα, και για έναν ανεξιχνίαστο λόγο μου θύμισαν το κόκκινο κραγιόν της μαμάς και την χαρά που έπαιρνα κάθε φορά που κρυφά έβαφα τα χείλη μου στο μικρό καθρεφτάκι του νεσεσέρ της,  που μύριζε πούδρα και άρωμα μέσα στο συρτάρι…

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Φωνές (και αμήχανες σιωπές)


Μια γυναικεία φωνή,σπάει κάθε πρωί την ησυχία του πρωινού στην γειτονιά μου:

"ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro,ογδόντα euro...."


(αυτό επαναλαμβάνεται για πολλή ώρα)
........


στην συνέχεια αλλάζει:

"είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες, είκοσι δύο μέρες,...."
.........
 
(κάποτε τα μαζεύει και τα δύο σε μία φράση)

"ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες, ογδόντα euro για είκοσι δύο μέρες ...."


https://www.youtube.com/watch?v=XivELBdxVRM 

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Η Λαϊκή του Σαββάτου


Η λαϊκή του Σαββάτου ( ειδικά τούτη την εποχή) είναι μια  μικρή απόλαυση. Λίγοι οι πάγκοι που πουλάνε τα προϊόντα τους στον δρόμο που μετατρέπεται σε πεζόδρομο για λίγες ώρες, δίπλα σε μια πλατεία με  καταπράσινα δέντρα. Μαρούλι, σπανάκι, κρεμμυδάκια, ρόκα,  μήλα ντόπιας παραγωγής, μπερδεμένα με ξενόφερτες ντομάτες, φράουλες, πεπόνια και βερίκοκα.

Όλοι γνωρίζονται με όλους. "Καλημέρα Σάκη, έχεις ρόκα σήμερα;", " όχι Κωνσταντίνα, μου χάλασε, άνθισε και έβγαλε λουλούδια", συναναστροφές ανθρώπων ανέξοδες, απαλλαγμένες από αναπόφευκτα πρέπει, ανάλαφρες γι’ αυτό.

Ο ήλιος χαϊδεύει, χαϊδεύει και η ανοιξιάτικη δροσιά, σε νοιάζει ετούτη η ευτυχία που χαρίζεται ανέξοδα, θέλεις να την κρατήσεις για πάντα και ας ξέρεις πως θα τελειώσει μόλις γυρίσεις την πλάτη σου σ αυτήν.

Για την επιστροφή, διαλέγεις σοκάκια ήσυχα, ανεπηρέαστα από τον χρόνο και τον θόρυβο της πόλης, ξεχασμένα σχεδόν. Το αυτοκίνητο ίσα που χωράει στο στενό σημείο κάτω από το σπίτι της κυρίας Σελήνης, θυμάσαι ημέρες και ώρες πίσω στον χρόνο που δεν υπάρχουν πια, ούτε η γυναίκα με το ποιητικό όνομα  υπάρχει. Στην λησμονημένη αυλίτσα της ανθίζουν κάτι μικρά  τριαντάφυλλα, ροζ διακριτικές πιτσιλιές σε πίνακα λαϊκού ζωγράφου.

  Σκέφτεσαι πως στην επόμενη λαϊκή μπορεί να βρέχει , το εκτυφλωτικό της παπαρούνας πάνω στο πεζούλι της βυζαντινής εκκλησίας μπορεί να μην το προσέξεις καν, σταγόνες βροχής ίσως ψιθυρίσουν μυστικά  στο μυαλό σου, το εφήμερο ετούτο νόημα που δεν ξέρεις καλά να το εξηγήσεις  σε κανέναν - ούτε στον εαυτό σου - θα το χαρείς ξανά, και θάναι κομματάκι κερδισμένο από τον χρόνο που τρέχει, στολιδάκι ψυχικό, σαν το φυλαγμένο μυστικό στην χρυσή καρδούλα της νονάς που ήταν κρεμασμένη πάνω απ την καρδιά σου..



Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Πρωινό ξύπνημα


Κάθε που ερχόταν καλοκαίρι φιλοξενούσαμε στο σπίτι στο χωριό τα ξαδέρφια μου από την πόλη.

Η πόλη δεν ήταν απλά μία άλλη περιοχή ή κάποιο άλλο μέρος. Η πόλη – για μένα τουλάχιστον - ήταν σαν πελώριο αδιάβροχο κουτί, τυλιγμένο με χαρτί πολυτελείας, γυαλιστερό, με φιόγκο χρυσαφί, όπου μπαινόβγαιναν  άνθρωποι πολύ καθαροί, ευγενικοί, ψηλοί, με περιποιημένα νύχια και καινούργια παπούτσια. Δηλαδή καμιά σχέση με μας που παίζαμε πετροπόλεμο σε λασπωμένους δρόμους, τσακωνόμασταν μεταξύ μας για ψύλλου πήδημα, σκοτώναμε τα πουλιά με σφενδόνες, κλωτσάγαμε τις γάτες και το είχαμε ντροπή να λερώσουμε κουτάλι και πιρούνι όταν τρώγαμε. Αγρίμια ήμασταν μέσα στις πέτρες και στη σκιά του βουνού που μας εξουσίαζε και στον ύπνο και στον ξύπνιο.

Ευγενικά, καθαρά και όμορφα τα ξαδέλφια μου, αφού τα περιεργαζόμουν μια δυο μέρες, σιγά σιγά τα συνήθιζα. Ήταν λίγο μεγαλύτερα από μένα και τα αγαπούσα πολύ, όχι μόνο γιατί ήταν ξαδέλφια μου, αλλά γιατί μου έδιναν κάτι που οι άλλοι στο χωριό δεν είχαν. Μια γυαλάδα από την πόλη, μια συμμαχία ισχυρή, που με αναβάθμιζε στα μάτια των φίλων μου, με ενίσχυε καθοριστικά στα παιχνίδια μας, με βοηθούσε να ονειρεύομαι τις χώρες που έβλεπα στο βιβλίο της γεωγραφίας και, το κυριότερο, να εκφράζω την αγάπη μου με φιλιά κι αγκαλιές άφοβα, χωρίς να κινδυνεύω να με παρεξηγήσουν τα άλλα παιδιά.

Αποκαμωμένοι από την ατέλειωτη, γεμάτη παιχνίδια μέρα, ξαπλώναμε τις ζεστές καλοκαιρινές βραδιές στρωματσάδα, ό ένας δίπλα στον άλλον και μοιραζόμασταν κλεφτές νυχτερινές κουβέντες, αστεία και ιστορίες για τη Βούλα, την Έλσα, τη Δώρα μέχρι να μας πάρει για τα καλά ο ύπνος.

Ερχόταν η αυγή και μας μοίραζε χρώματα, πολλά χρώματα. Πορτοκαλί σαν τις κουρτίνες του δωματίου, κόκκινα σαν τα κεράσια που κλέβαμε από το περιβόλι της εκκλησίας, γαλάζια και ροζ, σαν τα θερινά φορέματα των κοριτσιών.

Ακούγαμε τα κελαηδήματα των πουλιών, τον αγέρα που ανασήκωνε τα φτερά τους, τη δροσιά που απλωνόταν στα φύλλα των δέντρων, τον τριγμό από τα πέταλα των λουλουδιών και τα φτερά των μελισσών όπως ξεδιπλώνονταν μέσα στις κυψέλες. Χανόμασταν πετώντας πάνω από το βουνό μέχρι αργά το πρωί και μετά, ξεκούραστοι ρουφούσαμε τη μέρα μέχρι που σκοτείνιαζε.

Οι διακοπές δυστυχώς κάποτε τελείωναν. Θυμάμαι τη μάνα μου να τους ξυπνά όλους εκτός από μένα. Εγώ θα έμενα πίσω στο σπίτι, τα ξαδέρφια μου θα επέστρεφαν στην πόλη. Άκουγα να διαμαρτύρονται για το πρωινό ξύπνημα, να σιγοψιθυρίζουν  και να γελούν χαρούμενα που θα επέστρεφαν πίσω στους φίλους τους, στους ωραίους δρόμους και τα φώτα.

Ξύπνιος από ώρα καθόμουν ατάραχος, κρυμμένος στο σεντόνι, σαν ψάρι φοβισμένο στην βαθειά φωλιά του. Καθόμουν και κάπου κάπου έριχνα καμιά ματιά τριγύρω. Το σεντόνι με πλάκωνε, βαρύ, πέτρινο, ασήκωτο, γεμάτο χαραμάδες. Από αυτές παραμόνευα.

Οι μέρες που είχαν περάσει με έδεναν στο πάτωμα και το στόμα μου σφάλιζαν για να μην ουρλιάξω.
Πού πάτε; Καθίστε λίγο ακόμη.

Όταν όλοι ήταν έτοιμοι για αναχώρηση, άκουγα:
«Ξυπνήστε τον να χαιρετίσει».
Άστον, έλεγαν οι μεγάλοι, κοίτα τι ύπνο έχει.

Έρχονταν, με φιλούσαν κι έφευγαν. Εγώ σαν σκορπιός, ακίνητος, πεθαμένος, ατάραχος. Έκλεινε η πόρτα κι άρχιζε το μαρτύριο. Εγώ, το αγρίμι, γέμιζα δάκρυα. Πλημμύριζε το δωμάτιο θάλασσα, βαρκούλα αναζητούσα να ταξιδέψω να χαθώ. Το σώμα μου έμενε μετέωρο, η γης χανόταν κι απ’ τον ουρανό ούτε ένα σύννεφο. Πλάκα μαύρη, αδιαπέραστη. Κανένας θόρυβος, όλα πεθαμένα, κρύα, άγνωστα, μικρά και υπόγεια. Αν κινιόμουν, κινδύνευα να διαλυθώ.

Και διαλυόμουν. Περνούσαν μέρες για να αναζητήσω τα κομμάτια μου. Περνούσαν ακόμα περισσότερες για να συνηθίσω τα μέλη μου και τη λειτουργία τους να ανακαλύψω γι’ ακόμη μια φορά.

Με τα χέρια πιάνεις.
Με τα πόδια περπατάς.
Με τα μάτια βλέπεις.
Με την καρδιά πεθαίνεις και ανασταίνεσαι.
*


(Από την συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Πάσχου, Μία νύξ δι’ έν έτος, εκδόσεις Μελάνι.)