Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ωδή σε κάτι που ήταν κάποτε ζωντανό και τώρα έσβησε.




Δεν ξέρω πως ν αρχίσω. Θυμάμαι μόνο. Τον καινούργιο καφέ που μύριζε όμορφα και αλλιώτικα. Δύο κουταλάκια ζάχαρη, ένα καφέ. Λίγο ζεστό νερό και χτύπημα με το χέρι έως ότου γίνει κρέμα. Νεσκαφέ με γάλα. Νέες συνήθειες που εντυπωσιάσανε και καθιερώθηκαν αμέσως. Στα στρογγυλά τραπέζια του με τις αναπαυτικές καρώ καρέκλες του, ή στους μεγάλους καναπέδες στο βάθος με την απίστευτη θέα στην λίμνη και στα σκουροπράσινα πεύκα.

Ζεστή ατμόσφαιρα και μεγάλες παρέες μαθητών. Γέλια. Αγόρια και κορίτσια, ανίδεα παιδιά, ρουφάνε μαζί με τον καφέ ό,τι υπάρχει εδώ από την ζωή. Μουσικές, βιβλία, συζητήσεις, σχέδια. Ντροπαλά αγγίγματα, ακροδάχτυλα που καίνε και κατακόκκινα μάγουλα. Κορίτσια με άσπρους γιακάδες και μπλέ ποδιές. Αγόρια με σπυράκια στο μέτωπο και ιδρωμένες παλάμες. Τα νιάτα του τότε της μικρής μας πόλης, τους κρύους και μεγάλους χειμώνες στην θαλπωρή του  πνευματικού τους  κέντρου συνωστίζονται, και  ονειρεύονται την δική τους άνοιξή.

Μα καθώς  «τα πάντα ρει», νόμος αναπότρεπτος λέει, έτσι και το κτίριο που στέγαζε το πνευματικό μας κέντρο, το από χρόνια νεκρό, εξαφανίστηκε κομμάτι-κομμάτι και από την πόλη και από τα μάτια μας μέσα σε ένα φθινόπωρο. Μείναμε να πενθούμε σιωπηλά λίγοι ή πολλοί, θαμώνες μιας ανεπίστρεπτης εποχής, κοιτώντας μέσα απ΄ την ομίχλη τα σκουροπράσινα πεύκα στο βάθος που ευτυχώς είναι ακόμα εκεί







Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Ο ενδέκατος μήνας


Ο Νοέμβρης, ο μήνας που βρίσκεται στο κατώφλι του χειμώνα, μοιάζει ανεξάρτητος, θυμωμένος και πεισματάρης, κρύβει τα ωραία του χρώματα με κουρτίνες ομίχλης και αρνείται να ομολογήσει πως τον ενοχλεί που δεν είναι όλα δικά του. Θα του περάσει η οργή με το πρώτο χιόνι που θα πέσει πάνω στην πόλη· τότε θα γαληνέψει· και ήσυχα- ήσυχα θα ανοίξει την πόρτα και θα φύγει...