Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Χρώματος ασπρόμαυρου και φωτεινού

 


Αγαπούσα κάποτε ένα αγόρι. Είχε μελένια χαμογελαστά μάτια και σγουρά μαύρα μαλλιά. Περπατούσαμε στην εξοχή χέρι - χέρι, ρωτούσαμε τις μαργαρίτες «μ αγαπάς - σ αγαπώ», βλέπαμε απαγορευμένο σινεμά  (όλα  τα  φιλμ τότε ήτανε απαγορευμένα από την εξουσία του σχολείου), φιλιόμασταν κρυφά και αχόρταγα στο στόμα, γελούσαμε δυνατά, ζούσαμε σαν  ευτυχισμένα πουλιά.

Σαν  άνοιξη τον θυμάμαι εκείνον τον έρωτα που παρέμεινε στην μνήμη μου αθώος, αμόλυντος  και τρυφερός,  γιατί  ακριβώς ξεχάστηκε σαν παιδί στο λιβάδι να μαζεύει μαργαρίτες, κάπου εκεί πριν το μεγάλο ξέφωτο της ζωής. 


Ευτυχώς που παρέμεινε  εκεί·συχνά αναρωτιέμαι τι θα του συνέβαινε στο μεγάλο μαγκανοπήγαδο, αν θα τα κατάφερνε, αν θα ξεπερνούσε θέλω, μπορώ, επιθυμώ, βαριέμαι, πλήττω, φοβάμαι, αν θα γινότανε φιλία ή (στην καλύτερη) αδιαφορία και  (στην χειρότερη) μίσος. Τον έχω εκεί στις αναμνήσεις μου και τον κανακεύω, σαν στολίδι χρώματος ασπρόμαυρου και φωτεινού, από εκείνα που μόνο στην χώρα του ανέφικτου κατοικούν και τίποτα δεν περιμένουν..