Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Η άνοιξη μέσα μας

 






«Εδώ είναι ο δρόμος των καλών ανθρώπων», άκουσα  μια φωνή πίσω μου. Μόλις είχα μαζέψει την φωτογραφική μου μηχανή  και έμπαινα στο αυτοκίνητο.

 Γύρισα ξαφνιασμένη· ένας  άντρας μέσης ηλικίας μου χαμογελούσε. Είχε προχωρημένη φαλάκρα και θα έπαιρνα όρκο πως μύριζε ολόκληρος καπνό, μια μυρωδιά  κολλημένη επάνω του από πάντα. Στα χέρια του κρατούσε μια πλαστική σακούλα σούπερ μάρκετ.

 Χαμογέλασα ξαφνιασμένα και λιγάκι αμήχανα. «Εδώ μένετε»; ξαναρώτησε.
 « Όχι ,όχι σε αυτήν την γειτονιά»,  απάντησα συμμετέχοντας σε ό,τι ο άγνωστός μου άντρας είχε ξεκινήσει. «Εσείς»;  ρώτησα με την σειρά μου.
 
« Ά, εγώ μένω στο τέλος της ανηφόρας» (κάτι σαν κατσούφιασμα φάνηκε στο πρόσωπό του και το σώμα του μου φάνηκε σαν  να έγειρε λίγο προς τα εμπρός).

«Θέλετε να σας ανεβάσω»; προσφέρθηκα αυθόρμητα.

« Αν δεν σας κάνει κόπο και δεν σας βγάζω από τον δρόμο σας ναι», μου χαμογέλασε με ανακούφιση.

Μπήκε στο αυτοκίνητο. Είχα κάνει λάθος δεν μύριζε καπνό, καμιά οσμή δεν ενόχλησε την ντελικάτη μου όσφρηση.

«Είσαστε και ομορφούλα», είπε σχεδόν ντροπαλά. «Έχει γούστο να μου την πέφτει», σκέφτηκα καθώς τον άκουσα να συνεχίζει « ..και εγώ, αναστατώνομαι με τις κοπέλες, να τις προάλλες  μια  γυναικεία φωνή κατά λάθος  με πήρε τηλέφωνο  και για πολλές μέρες σκεφτόμουνα την κοριτσίστικη φωνή της».

Γέλασα δυνατά. Όσα έλεγε και κυρίως όπως τα έλεγε είχανε μία αθωότητα ανακατεμένη με ένα ελάχιστο θράσος, τόσο  όσο χρειαζότανε για να μην ενοχλείται κανείς και στην προκειμένη περίπτωση  εγώ.


«Δεν πειράζει», του απάντησα, «είναι εντελώς ανθρώπινα όσα λέτε και τα βρίσκω και αρκετά  χαριτωμένα».

Δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε ν' απαντήσει. «Φτάσαμε, εδώ κατεβαίνω», άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, «ευχαριστώ πολύ, να χαίρεστε την ζωή σας» με κοίταξε βαθειά στα μάτια και μου χαμογέλασε.

Λίγο πριν ξεκινήσω μου χτύπησε το τζάμι· «κοιτάξτε, κοιτάξτε τι όμορφα που έχει ανθίσει η αμυγδαλιά, δεν είναι η πιο όμορφη ετούτη η άνοιξη;»


(Στον αναγνώστη που με διαβάζει, χαίρεται και δεν σχολιάζει ποτέ. Αφιερωμένο.)

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Η Μπουμπούνα της Αποκριάς



Δεν είναι που δεν πήγε και φέτος στην μπουμπούνα. Είναι που δεν ήθελε να πάει και το κυριότερο, που δεν την πείραξε καθόλου. Η  βροχή και το κρύο φάνταξαν σαν αφελείς δικαιολογίες. Μέσα της το ήξερε καλά πως αν κάτι το ήθελε πολύ θα κινούσε βουνά για να το συναντήσει.
Κάτι σαν ελάχιστη τύψη, σαν χλιαρή υποχρέωση προς τις χιλιάδες μπουμπούνες της ζωής της που ανάψανε μπροστά στα μάτια της και ζεστάνανε τα μάγουλά της, την κάνανε αργότερα (και όταν όλα είχαν τελειώσει) να ανηφορίσει τα σκαλιά μες στο σκοτάδι και το υγρό κρύο και να βεβαιωθεί πως η φωτιά είχε σβήσει ολότελα και πως κανείς δεν βρισκότανε πια στην σκοτεινή πλατεία.

Τότε ένοιωσε κάτι σαν ανακούφιση· κανείς και τίποτα δεν θα την ανάγκαζε να παραμείνει εκεί, κανείς δεν θα έβλεπε στα μάτια της το οριστικό τέλος πολλών «πραγμάτων» (ένα εκ των οποίων υπήρξε και η χαρά της μπουμπούνας) και πως κανείς, ούτε και εκείνη, δεν θα μάθαινε ποτέ ποια  ήταν  εκείνη η στιγμή  που όλα αυτά τα αγαπημένα άλλοτε «πράγματα» πάψανε να είναι απαραίτητα και σβήσανε σιγά-σιγά  απ’ την ψυχή της  όπως ακριβώς έσβησε και η φωτιά της πλατείας…

Αφιερωμένο στον @φίλο μου τον Τσαλαπετεινό,  και τις Παλιαπούλες του.