Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η γυναίκα του νερού.


Εκείνο το πρωϊνό έμοιαζε με όλα τα άλλα. Σκουντούφλικο. Έβαλε στο μπρίκι καφέ και χασμουρήθηκε τεντώνοντας το σώμα της στο ανοιχτό παράθυρο. Σερβίρισε. Σε δύο όμοια φλιτζάνια. Το δικό του, στο ξύλινο τραπεζάκι της βεράντας. Το δικό της, στο περβάζι του παράθυρου, με τον κήπο απέναντι. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Ανέπνευσε με απόλαυση τον καπνό και το δροσερό αεράκι του που εισέβαλε ευπρόσδεκτο. Μύριζε υγρασία της λίμνης και φρεσκοκομμένο μαϊδανό. Θυμήθηκε τα φασολάκια που είχε στο ψυγείο και έβγαλε την σακούλα πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τα καθαρίσει.

Δεν τα καθάρισε όμως ποτέ. Την στιγμή που το κοφτερό μαχαίρι από σύμπτωση έκοβε (αντί για το τρυφερό φασολάκι), την ώριμη σάρκα της και μια σταγονίτσα κόκκινο αίμα χύθηκε βίαια, εκείνη δα την μικρή στιγμούλα, κάτι άστραψε στο μυαλό της. Θα πρέπει να ήτανε κάτι αποφασιστικό και επείγον γιατί την επόμενη στιγμή, παράτησε τα φασολάκια στην τύχη τους και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Βγήκε σύντομα, άρπαξε τα κλειδιά που κρέμονταν δίπλα στην εξώπορτα  ξεχνώντας την ανοιχτή, κατέβηκε με μεγάλα βήματα την πέτρινη σκάλα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της.
*****
Αν υπάρχει ένα φως της θάλασσας, τότε εκείνο το φως, μαζεύτηκε όλο επάνω της την ώρα ακριβώς που έβαζε το πόδι της στο νερό και την μεταμόρφωσε σε θαλάσσια γοργόνα. Λέμε γοργόνα γιατί φάνηκε να ψήλωσε ξαφνικά και να απέκτησε ευλυγισία θαυμαστή, τόση που τέντωσε το σώμα της σαν τόξο και βούτηξε στο νερό με κινήσεις εξαιρετικά αρμονικές. Η γοργόνα-γυναίκα  ένοιωσε να γίνεται ένα με το νερό και καθώς κολυμπούσε με απόλαυση, ξεκίνησε να ξεφορτώνει με κάθε μία απλωτή  προς το άπειρο, μία-μία τις κρίσεις της. Πρώτα την οικονομική, κατόπιν την οικογενειακή, στην συνέχεια την κρίση της μέσης ηλικίας και στο τέλος την ερωτική. Τις ένοιωθε να μένουν πίσω και να χάνονται στο πέλαγος, να γίνονται μικρές άϋλες κουκίδες,  τόσο μικρές που σύντομα τις ξέχασε και τις άφησε να γίνουν ένα με την άμμο.
Στο Μυρτώο έπαιξε με τα σταχτοδέλφινα, ξάπλωσε στις άσπρες πέτρες της Μήλου, κολύμπησε  στο Κρητικό και στο Καρπάθιο πέλαγος και ύστερα με μια ανεξάντλητη όρεξη ξεχύθηκε στο Λυβικό. Το σούρουπο την βρήκε στην θάλασσα των Σαργασσών να συνομιλεί με τα χέλια των ευρωπαϊκών ποταμών, εκείνα που όταν φτάσει η ώρα τους ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι  για τον σπουδαίο τους προορισμό, όπου εκεί και μόνο εκεί γεννάνε τους απογόνους τους, και ποτέ δεν ξαναγυρνάνε πίσω. Και τότε εντελώς βίαια και ξαφνικά, ήρθε να στην συναντήσει ο ίμερος και ο νόστος. Θυμήθηκε το λερωμένο με άσπρο γάλα πανωχείλι της μικρής και τα παιδικά  της μάτια. Κάτι έσπασε μέσα της και κοίταξε πίσω.  Μια γαλήνη την συνεπήρε. Σαν γεμάτη από όλα, έπιασε από το χέρι την αγία νοσταλγία  και εκείνη με σιγουριά, οδήγησε πίσω τα μεγάλα απλωτά  της βήματα. Την ώρα που ανέβαινε την σκάλα του σπιτιού της, ο αέρας μοσκοβολούσε υγρασία της λίμνης,  γιασεμί και αγιόκλημα.

 [Στην Ε.]





Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ελληνική ραδιοφωνία-Δεύτερο πρόγραμμα. (Τίτλοι τέλους)


Ακούω radiobubble στο ίντερνετ σήμερα και νοσταλγώ το Δεύτερο. Μου λείπει, σαν κομμένο πόδι, που ακόμα και μετά από καιρό φαγουρίζει θαρρείς η φτέρνα του. Πολλά τα χρόνια της ραδιοφωνικής παρέας, πολλά τα τραγούδια της παρέας, οι λέξεις, οι φωνές, αναπόσπαστα κομμάτια, καλοδεμένο σύνολο με τους γύρω οικείους θορύβους.

Νοσταλγική ανάμνηση ο ήχος του· να έρχεται και να φεύγει, να δυναμώνει και να σβήνει και το αυτί  να  ακολουθεί αυτό το παιχνίδι, «σιωπηλή η μουσική, ηχηρή η μοναξιά», να  χάνεται το «ωχ αμάν», και να ξανάρχεται πάντα, με το τραντζιστοράκι στο μπαλκόνι, την μυρωδιά της θάλασσας και την ησυχία της νύχτας, τσιγάρο, μπύρα και ησυχία,  αντικουνουπικό και καλοκαιριάτικα άστρα  στον σκούρο ουρανό.


Θα ξανάρθει το ξέρω. Μια νύχτα θάρθει στ όνειρό μου και θα με αρπάξει από τα μαλλιά σαν ματαιωμένη υπόσχεση, θα φωνάξει μέσα στο αυτί μου δυνατά,  «μου είπες ψέματα» θα ουρλιάξει, «έλεγες πως θα είμαστε για πάντα μαζί» και θα θέλει να με χτυπήσει ξανά και ξανά. Και εγώ που θα είμαι αποκαμωμένη από την απουσία και από κάτι σαν παράλυση, θα νοιώσω δυο χοντρά και ανώφελα δάκρυα να κυλούν στα φλογισμένα μάγουλά μου…

(αφιερωμένο στην παρέα με το τραντζιστοράκι, το καλοκαίρι της Τορώνης)

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Ταξίδι στην Μυτιλήνη (και η αφράτη μαγείρισσα).

Με το που πιάσαμε το πόμολο να σπρώξουμε την καγκελόπορτα, έπιασε να μυρίζει η φλαμουριά με όλη της την δύναμη. Η όσφρηση λέει είναι   μία πολύ ισχυρή αίσθηση που σε προδιαθέτει να αγαπήσεις ή να αρνηθείς. Εμείς ανασάναμε βαθειά και "γουργουρίζοντας" από την ευχαρίστηση που νοιώσαμε, προχωρήσαμε στο βάθος της αυλής.
 Η διάθεση, από την αρχή του ταξιδιού, ήταν καλόγνωμη και για τις τρεις μας και αποφασισμένη. «Θα περάσουμε καλά στο νησί, γιατί μας αξίζει.». Εύκολα μας κέρδισε η ξεχασμένη από τον χρόνο, πίσω αυλή της μονής. Ένα ξύλινο τραπέζι φαγωμένο από την βροχή, και τον ήλιο  κάτω από μία θεόρατη καρυδιά. Το ίδιο και οι πάγκοι του. Θάμνοι με άγνωστα σε εμάς λουλούδια βάφανε με χρώματα φούξια κίτρινα και πορτοκαλί το πράσινο που κυριαρχούσε . Άπλωσα το χέρι μου και έκοψα ρείκια · ήταν ώριμα και μυρωδάτα, γλυκάθηκα από την άμεση  επαφή μου με την φύση, γαλήνεψε η ψυχή μου. «Νομίζω πως βρίσκομαι σε παραμύθι», ομολόγησα στην παρέα μου.

«Θέλουμε καφέ και λουκουμάδες Αγράμπελη» με προσγειώσανε τα γέλια των κοριτσιών στην επιθυμία του απογεύματος που αποχαιρετούσε την μέρα. «Θα φάμε και λουκουμάδες», αντιγύρισα με πεποίθηση και σιγουριά, από αυτήν την  ίδια σιγουριά  που λένε πως γίνονται τα θαύματα.

Και έτσι, πες-πες, σε εκείνη την αυλή την τριγυρισμένη από αμέτρητες εκκλησίες και μέσα στην σιωπή του Λεσβιακού σούρουπου, στο μαυρισμένο από τον χρόνο τραπέζι και την αίσθηση του παραμυθιού μέσα μας, νομίζω πως φάγαμε τους πιο νόστιμους λουκουμάδες της ζωής μας, ζεστούς και μυρωδάτους, που μας τους πρόσφερε η πιο απροσδόκητη και καλοδεχούμενη παρουσία. Μία αφράτη και χαμογελαστή, κοκκινομάγουλη και με άσπρη ποδιά μαγείρισσα, πλάσμα της φαντασίας μας, από αυτά που σου χαρίζονται και σου χαρίζουν ό,τι θες…


Φύγαμε πλήρεις, την ώρα που έπεφταν οι σκιές, έχοντας μέσα μας μια αβεβαιότητα που έμοιαζε απολύτως με βεβαιότητα για όσα νοιώσαμε ετούτο το θαυμάσιο απόγευμα. Το άρωμα της φλαμουριάς καθώς διαβαίναμε την θεόρατη καγκελόπορτα μύριζε ήδη νοσταλγία. Κόψαμε ένα κλαράκι της και σιωπηλές αλλά γεμάτες θαυμασμό πήραμε τον δρόμο της επιστροφής…

(Αφιερωμένο. Στην παρέα της Μυτιλήνης.)