Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Το τραγούδι της βροχής



Βρέχει έξω από το παράθυρο. Η βροχή πέφτει ήσυχη και πυκνή και είναι σα να τραγουδάει ένα τραγούδι που μοιάζει παραμύθι. Τόχουν ακούσει χιλιάδες άνθρωποι αυτό το τραγούδι μα κάθε φορά είναι και σαν καινούριο, σαν η βροχή κάθε φορά να λέει και μια άλλη ιστορία από τα μεγάλα ταξίδια της ανάμεσα σε γή και ουρανό, σε άνοιξη και χειμώνα. Οι άνθρωποι, λίγο στέκονται να το ακούσουν, τρέχουν συνήθως να προλάβουν. Τις δουλειές τους, τις σκοτούρες τους, τα ανικανοποίητά τους.

Έτσι και σήμερα η βροχή τραγουδάει .Μια ιστορία λέει για μια τυχαία συνάντηση, ενός άντρα και μιας γυναίκας που κάποτε αγαπήθηκαν και μετά χαθήκανε στα μονοπάτια που διαλέγει η ίδια η ζωή, γιατί ζωή είναι αυτή και κάνει όπως της αρέσει.

Σέργιος λέγεται εκείνος και κείνη Εύα. Ακούστε το τραγούδι τους…
                                                   *******

Τον Σέργιο τον ερωτεύτηκε την πρώτη μέρα που τον γνώρισε. Σε μια στιγμή, όπως γίνεται συχνά και σπάνια ταυτόχρονα, μια σπίθα άστραψε στον αέρα και στα μάτια του και από εκείνη την στιγμή δεν έπαψε να τον σκέφτεται. Τα φτιάξανε αμέσως και πέσανε και οι δύο με λαιμαργία σε τούτον τον έρωτα, να χορτάσουν την πείνα που τους χαρίστηκε. Εκείνη, ταξίδεψε με το κορμί του αγκαλιά  σε απάτητα μονοπάτια και κάθε φορά που γύριζε από εκεί, έλαμπε σαν ήλιος και το γέλιο της αντηχούσε από το ανοιχτό παράθυρο και κυλούσε γάργαρο σαν νεράκι στην πλατεία με τα περιστέρια και τις ανθισμένες νεραντζιές.
Σήμερα θέλει να ξεχνάει πως αυτός υπήρξε το μοναδικό της πάθος και η απόλυτη συγκίνηση. ¨Ένα ανύποπτο απόγευμα τον είδε να κάνει έρωτα σε μιαν άλλη και κάτι σαν  σκοτοδίνη την συνεπήρε μαζί με μια εσωτερική παγωνιά,  σαν να περπάταγε για ώρες ξυπόλυτη στο χιόνι. «Να εξαφανιστείς από την ζωή μου» του είπε όταν συνήλθε με μια νεκρική ηρεμία και του γύρισε την πλάτη.
 Πίσω στην φωλιά της έκλαψε με λύσσα και απογοήτευση. Όταν σταμάτησε να κλαίει, προγραμμάτισε ήσυχα την ζωή της. Εκεί όπου είχε σβήσει ο ερωτικός καημός, έζησε με τύχη, ηρεμία και  αγάπη. Πάντρεψε παιδιά, μεγάλωσε εγγόνια .Κάπου-κάπου τον θυμότανε σαν μια αστραπή που την ξάφνιαζε και χανόταν αμέσως. Μια πικρή αηδία ένοιωθε να την κυριεύει. Όταν αναγνώριζε την σιλουέττα του από μακριά άλλαζε δρόμο και σώπαινε βιαστικά  το χτυποκάρδι μέσα της. Πέρασαν χρόνια πολλά έτσι…
 Εκείνο το πρωί βγήκε όπως κάθε Κυριακή για τον πρωϊνό της περίπατο και ρίχνοντας μια ματιά στις εφημερίδες που κρέμονταν στο περίπτερο ετοιμάστηκε να περάσει απέναντι .Τότε, τον είδε ξαφνικά να έρχεται καταπάνω της  και της κόπηκε η ανάσα. Δεν πρόλαβε ν αντιδράσει. Της έπιασε το χέρι και το έσφιξε ζεστά μες στις δύο παλάμες του, «Εύα, τι κάνεις;» την κοίταξε μέσα στα μάτια. Πόσο πολύ χαίρομαι να σε ξαναβλέπω…»
 Μια σαΐτα διαπέρασε την καρδιά της και το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπο. «Δεν άλλαξε καθόλου»,σκέφτηκε, «το ίδιο αίνιγμα στο χαμόγελό του εκείνο που με κυρίευε τότε και όσο και αν το ξέχασα εξακολουθεί να με μαγνητίζει…»
Πρόσεξε πως τα χέρια του τρέμανε. Καμώθηκε την ήρεμη, κατανικώντας την θύελλα εντός της. «Είμαι καλά, και σύ; Τι έκανες, παντρεύτηκες, ή μια από τα ίδια;» απάντησε με  μια αιχμηρή  ερώτηση.
«Θέλω το τηλέφωνό σου, να τα πούμε, δεν σε χορταίνω εδώ, στην μέση του δρόμου μες στο κρύο». Της χάιδεψε το μάγουλο με τρυφερότητα. Τα πάντα γύρω της είχανε εξαϋλωθεί και η ίδια ένοιωθε να αιωρείται σε μία ομίχλη του τίποτα. Τίποτα δεν άλλαξε, τίποτα δεν έχει σημασία, τίποτα δεν υπάρχει γύρω μας…
Παρ’ όλα αυτά αντέδρασε, «όχι, δεν μπορώ να σου το δώσω, είναι αδύνατον», απάντησε βίαια. «Καλά, πάρε τότε το δικό μου», της έβαλε μέσα στην χούφτα ένα χαρτάκι. Το πήρε και ήθελε να τρέξει μα τα πόδια της μείνανε καρφωμένα. Χαμογέλασε αμήχανα. «Θα φύγω τώρα του ανακοίνωσε». Εκείνος κατέβασε τα μάτια του και με το ένα του πόδι έκανε κύκλους στο πεζοδρόμιο. Της άφησε το χέρι και εκείνη σαν να συνήλθε. Ανακουφισμένη ένοιωθε να ξαναγυρίζει  στο πρωϊνό της Κυριακής ,της δικής της Κυριακής και αναστέναξε. Του κούνησε το χέρι σε μια χειρονομία χαιρετισμού. Την ώρα που γύριζε την πλάτη της άκουσε την φωνή του, « Νομίζω πως ακόμα σ αγαπάω ρε Εύα »…
Γύρισε σπίτι της τρέμοντας σαν από πυρετό. Είχε πάρει και χιόνιζε στην επιστροφή και το χαρτάκι στην χούφτα της είχε τσαλακωθεί. Το άνοιξε και το κοίταζε ώρα. «Εγώ δεν  σ αγαπώ», θύμωσε ξαφνικά. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηνε στην γωνία. Θυμήθηκε το δέντρο που στολίζανε μαζί. Άσπρο ήτανε, με ασημένιες μπάλες και ήτανε το πιο όμορφο της ζωής της…

[ Στην "Εύα",μία από της ηρωίδες της ζωής μου.]

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Καλά Χριστούγεννα




Τα μικρά επίχρυσα βελανίδια,
τα στολίδια,
ξαναγίνανε λαμπερά μ’ ένα χάδι
απ’ το πανί που μαζεύει τη σκόνη.
Μυρωδιά κλεισούρας,
Μνήμες και λάμψη χρόνο με χρόνο
ξεθωριάζουν και ξεθωριάζουν και ξεθωριάζουν
ρεφρέν που σβήνει σε κάθε επανάληψη.

Στις γρατζουνιές τους, ζωγραφισμένη
Δεκέμβρη το Δεκέμβρη,
Μια σύντομη ιστορία ζωής,
Απ’ εκείνα που δεν θα ξαναδούμε,
με μάτια αθώα παιδιού.
Τα φωτάκια να μοιάζουν μ' αστέρια
Τα ζώα της φάτνης ν’ ανασαίνουν
Θαμπώνοντας με χνώτο τα τζάμια,
Την αμηχανία
για την περίπλοκη ζωή των μεγάλων,
Τα μαλλιά μας χωρίς γκρίζο,
Τη φιγούρα και τις χειρονομίες,
Εκείνων που η απουσία τους πονάει
τέτοιες μέρες περισσότερο.

Σαν παραμύθι χρόνο το χρόνο
μέσα στην εποχή των παραμυθιών
κάθε χριστουγεννιάτικο δέντρο
θυμίζει πώς η ανία τρύπωσε παντού,
από τις χαραμάδες του χρόνου,
την κούραση από τόσες συναντήσεις,
τους πολλούς λογαριασμούς
που μένουν πάντα σ’ εκκρεμότητα,
τους φίλους που ξέφτισαν,
τα λαμπάκια που πιά δεν μοιάζουν αστέρια,
και κάποτε τη πικρή έκπληξη
ότι είμαστε μεγάλοι και νικημένοι,
και το μέλλον μπορεί να λέει «κρίμα»
στους νικημένους
μα δεν τους συγχωρεί.

Πήρα στο χέρι τ’ αστέρι που κάνω ευχές
- λιγότερες κάθε φορά -
μόνο και μόνο να ξανανιώσω
την ψευδαίσθηση της γιορτής.
Καλοδεχούμενη μα πάντα φευγαλέα
όπως όλα στη ζωή είναι φευγαλέα
Σαν τις ίδιες παλιές ελπίδες
που πάντα φαίνονται καινούργιες.
Ευχήθηκα να ελαφρύνει η καρδιά μου
για να μπορέσω να ξαναδώ με μάτια παιδιού
Τα λαμπιόνια του δένδρου
Να τρεμοσβήνουν σαν αστέρια
Τα αγγελάκια και τα ζώα της φάτνης
Να μου γνέφουν να παίξω μαζί τους. ...

Θοδωρής Βουτσάς

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

5,όσα και τα δάχτυλα.


Το 5,το σκέφτομαι καιρό, αλλά εκείνο δεν μου κάνει την χάρη. Πείσμωσε και κάπου κρύβεται και δεν λέει να εμφανιστεί. Αποφασίζω να το παρατήσω αλλά δεν μ αφήνει ο εαυτός μου.
«Έλα τώρα που θα αφήσεις να σε κάνει ό,τι θέλει ένα πεντάχρονο πεντάρι», γκρινιάζει με αποφασισμένη βεβαιότητα. «Θα το αναγκάσεις να σταθεί μπροστά σου και θα το περιγράψεις όπως και όλα τα άλλα, γιατί αυτό θα πρέπει να διαφέρει;», μου λέει.
Εγώ πάλι έχω μάθει να συγχωρώ και  γι΄αυτό χαμογελάω με κατανόηση στα καπρίτσια τους. Ξέρω πως το πέντε αρνείται να εκτεθεί, ενώ ο άλλος θέλει να το εκθέσει. Να το στήσει μπροστά σας και να το βάλει να ομολογήσει τι ακριβώς νοιώθει. Νοιώθει κορεσμό και πλήξη, ή μοναξιά και θλίψη; Ενθουσιάζεται συχνά, ή μήπως τα άβαταρ πια είναι οικτρά προβλέψιμα και του δημιουργούν χαώδη χασμουρητά και αδυναμία συγκέντρωσης;
 Θέλει να ομολογήσει πως οι επισκέψεις του σε νέα μπλογκάκια έχουν μειωθεί δραματικά και έχουν περιοριστεί σε ισάριθμο με τα όνομά του νούμερο;  Ή μήπως προτιμά να ονειροπολεί τις εποχές που οι παρέες ήτανε τόσο μεγάλες και εκδηλωτικές που ο ήχος από τα γέλια τους έφτανε μέχρι τις όχθες της λίμνης  και πάλι επέστρεφε πίσω χωρίς να χάσει τίποτα από την γάργαρη ελαφράδα του;

 Πέντε λοιπόν.. Μου λείπετε βρε. Όλοι εσείς που πάψατε να ζείτε μέσα από εδώ. Που δεν σκεφτήκατε ποτέ, πόσο πολύ ανάγκη είχαμε από την συντροφιά σας και  πόσο πολύ συνεχίζουμε να αναζητάμε τις καλογραμμένες λέξεις σας.  Μου λείπετε ακόμα και εσείς γοητευτικοί μου σνομπ τύποι που επιλέξατε τα κλειστά κλαμπάκια των φειζμπουκικών σας ομάδων  από την δημοκρατική προσβασιμότητα του εδώ χώρου. Μου λείπουνε όλα αυτά πού με κάνανε να νοιώθω «έρωτα» για  άβαταρ και καλογραμμένα κείμενα, που με αναστατώνανε με την εκλεπτυσμένη τους ειρωνεία και με πληγώνανε με τον θαυμάσιο αυτοσαρκασμό τους.

Κλείνω το νοσταλγικό μου πέντε εδώ, με την ελπίδα να καταφέρει του χρόνου να συναντήσει το κοντινό του έξη και να τα λένε μεταξύ τους  σαν παλιές φιλενάδες που καμία κούραση δεν κατάφερε να μειώσει την ποιότητα της μεταξύ τους άμεσης επικοινωνίας και συμπάθειας . Μια ακόμα αρχή φθινοπώρου είναι εδώ, μια ακόμα άγραφη σελίδα θα περιμένει να γεμίσει με την ψυχή μας.
Καληνύχτα…






Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Οι ακατανίκητες επιθυμίες.


Είναι κάτι απογεύματα μέσα στον χρόνο, λίγα ευτυχώς, εκεί κατά την αρχή του φθινοπώρου πάντα, που λες και κάτι γίνεται και ζωντανεύουν οι επιθυμίες και ζητάνε, απαιτητικά, σαν κακομαθημένα παιδιά. Τότε δεν σε χωράει το σπίτι, μα ούτε και η γειτονιά, δεν σε χωράει η πόλη, δεν σε χωράνε ούτε οι αγαπημένες σου συνήθειες. Ξεκινάει να ξεδιπλώνεται και η θλίψη σαν μισοκοιμισμένο φίδι και σε τυλίγει. Σφιχτά σε πιάνει, και σε πνίγει σιγά. Άμα πιάσεις το τραγούδι και τσούπ!, πεταχτείς έξω για μια βόλτα προς τα εκεί που γίνεται χρυσός ο ουρανός, γρήγορα όμως, πριν προλάβει και σε τελειώσει ο βρόγχος, παναπεί πως μπορεί και να σώθηκες για σήμερα.

Έτσι και μείνεις όμως και αρχίσεις το κουβεντολόι μαζί τους  άστα και βράστα. Θα σε βρει η νύχτα με πρησμένα ματόφυλλα και χαρτομάντιλα γεμάτα μύξα και βλέννες. Διότι αυτές δεν λογαριάζουν την λύπη σου, το κέφι τους να κάνουν και δεν πα να χαλάσει ο ντουνιάς; Κακομαθημένες και απαιτητικές καθώς είναι συνέχεια ζητάν.

 Θέλουν να δουν τις ελιές που κατεβαίνουν ως τις ακρογιαλιές, τα ψηλά κατάρτια που σκίζουν τα πέλαγα, τ αστέρια που πέφτουν την νύχτα  μές στη θάλασσα. Πορτοκάλια θέλουν, μεγάλα σαν καρπούζια με πικρή την φλούδα και γλυκό χυμό.  Θέλουν να νοιώσουν το ρίγος της νύχτας καθώς ξημερώνει στο δάσος, την δροσιά του παγωμένου καταρράχτη στο γυμνό σώμα. Τις φωτιές και τις κιθάρες στην άκρη της θάλασσας, την μυρωδιά του καπνού στο άλλο στόμα και την χορτασμένη πείνα της ευλογημένης μετά το σμίξιμο θείας ώρας. Το γεμάτο φεγγάρι και τα μπλεγμένα χέρια. Τις ζεστές και γλυκές νύχτες που μοσκοβολάει το γιασεμί  και τα γέλια ακούγονται τριγύρω. Τις άσπρες αρκούδες να περπατάν στον πάγο και τις ανάσες να κρυσταλλώνουν  το ελαφρύ χνούδι στο πανωχείλι.

 Θέλουν να δούνε τους άντρες, δυνατούς και όμορφους να ξέρουν όλα τα μυστικά του κόσμου. Να είναι τις νύχτες τρυφεροί σαν την άνοιξη και την μέρα μυστήριοι σαν την θάλασσα και τα δάση τα πυκνά. Θέλουν να νοιώσουν για μια ακόμη φορά την σιγουριά της πίστης και την  γλυκειά ελαφράδα της απιστίας. Το μεθύσι της αγάπης και το τρυφερό δάγκωμα της ζήλειας. Την βαθειά και ανακουφιστική ανάσα της αγκαλιάς. Το άλλο σώμα.


 Και τότε, κάπου εκεί και αφού σου γεμίσουν φλυαρία το μυαλό, αρχίζουν να βαριούνται και να φεύγουν και δεν θέλουν τίποτα πια. Η νύχτα έχει πέσει, τα φώτα έχουν ανάψει, και κάθε νοσταλγία μοιάζει με οριστικό και αποφασισμένο από το σύμπαν γεγονός. Και συ πας για ύπνο νικητής και νικημένος, και σα να γελάς στο μαξιλάρι σου, χαίρεσαι που ακόμα μπορείς  και νοιώθεις, νοιώθεις δεν έχεις γίνει πέτρα, πέτρα εσύ δεν θα γίνεις ποτέ, αφράτο χώμα θα γίνεις και αυτό  σαν έρθει η ώρα σου…

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

άτιτλο


Με πείσμα σκάβει μέσα στο πετρωμένο κουβάρι των αναμνήσεων για ευτυχισμένες στιγμές. Από αυτές που γράφουν τα βιβλία. Κάθε φορά που την πνίγει η ασυμβατότητα με το γενέθλιο φορτίο, αυτό ψάχνει. Ανέμελες και ανάλαφρες παιδικές ανάσες ψάχνει. Από αυτές που δικαιούται κάθε παιδί και που μόνο η αγκαλιά της μάνας επιτρέπει να υπάρξουν. Δεν. Τελεία. Με τελεία σταματάει η αναζήτηση, με ορμή ξεχύνεται το σιωπηλό παράπονο στις αρτηρίες της ύπαρξης.

 Όλες οι αγκαλιές που γνώρισε μετά και στις οποίες με όλη της την ύπαρξη παραδόθηκε, είχαν την απειλή της πρώτης μεγάλης  προδοσίας, και σαν ένα ραντεβού που δεν ακυρώθηκε ποτέ, πάντα η κατάληξη επαλήθευε  τον προαιώνιο φόβο της μοναξιάς. Στερημένη από την τρυφερότητα, την εμπιστοσύνη και την επιβεβαίωση που ριζώνει και θεμελιώνει τον χαραχτήρα του ανθρώπου η θερμή αγάπη της μάνας για το παιδί, ζει μια ζωή  ανάπηρη, με μια αναπηρία που της χαρακτηρίζει την ύπαρξη και που με έναν αόριστο και καθόλου ανιχνεύσιμο τρόπο την καθοδηγεί προς την μοναχικότητα και την θλίψη.


Θα το κλείσει κάποια στιγμή αυτό το κεφαλαίο της ζωής της, το ξέρει. Όταν θα της κλείσει τα μάτια, θα κλάψει πικρά για τα φιλιά που σαν ακυρωμένες προθέσεις χαθήκανε και για τις αγκαλιές που πετάξανε μακριά σαν τρομαγμένες πεταλούδες . Θα της μιλήσει κιόλας. Για όσα επιθύμησε και για όσα την πονέσανε βαθιά  Για όσα την τρομάξανε και την γεμίσανε αγωνία. Για όσα χάρηκε και δεν τα μοιράστηκε ποτέ μαζί της. Και αφού χορτάσει δάκρυα και στερέψει από αυτά, πάλι θα γεμίσει η ψυχή της νοσταλγία για την πιο γλυκειά πατρίδα που δεν είναι άλλη, από της μάνας την αγκαλιά…

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Οι όμορφες νύχτες του Αυγούστου





Είναι αγαπησιάρικες οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου. Τα βράδια του στάζουν μια γλύκα μελωμένου σύκου και μια μισό-μεθυσμένη αίσθηση ευτυχίας. Έξω, είναι όμορφα. Όσοι γυρίσανε από διακοπές, έχουν στα μάτια τους ακόμα την θάλασσα. Στα καφενεία κερνάνε υπέροχες μουσικές μαζί με την μπύρα και οι παρέες κάθονται στα τραπεζάκια έξω   και μιλάνε μια γλώσσα μισοξεχασμένη, χωρίς τις λέξεις, δντ, χρέος, μέρκελ και σόιμπλε. Μιλάνε για παλιές αγάπες (που πήγαν στον παράδεισο) και για άλλες, που αναζητάνε ένα ετεροχρονισμένο εισιτήριο επιστροφής. Κάνουν σχέδια (ανέφικτα) και έχουν επιθυμίες. Στο τέλος του καλοκαιριού που σβήνει σιγά-σιγά, ζούνε την ανεμελιά που χάσανε  ετούτες τις μαγικές νύχτες  και κλέβουν ανάσες. Σαν πάνε για ύπνο χαμογελάνε στο μαξιλάρι τους πριν αποκοιμηθούνε και βλέπουν όνειρα, με χρώμα μπλέ και  όμορφη μουσική. Θα τα θυμούνται τα όνειρά τους σαν γιατρικό, στον χειμώνα που έρχεται και τους τρομάζει, και θα ζεσταίνονται από την θύμησή τους στα παγωμένα τους δωμάτια μπροστά στην φωτεινή οθόνη του λαπτόπ τους…


Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Το δάκρυ της Παναγίας






Μπήκε στην αυλή απ’ τον μαντρότοιχο και στάθηκε μια στιγμή εκεί για να κοιτάξει το σπίτι που κοιμότανε. Περασμένες έξη και η δροσιά της νύχτας παρούσα ακόμα, περίμενε την ανατολή για να παραδοθεί στην κάψα ενός ήλιου εκδικητικού που έκανε τα σπίτια να κλείνουν τα παντζούρια τους όλη μέρα, σαν άμυνα στην μάχη με την ανυπόφορη ζέστη του Αυγούστου. 

Πήγε στο ψυγείο της αυλής και το άνοιξε. Από μέσα έβγαλε ένα καραφάκι παγωμένο τσίπουρο, έπιασε και ένα ποτηράκι–δαχτυλήθρα από το ράφι και περπάτησε μέχρι το μεγάλο τραπέζι κάτω απ΄τον πλάτανο. Φύσηξε τα πεσμένα φύλλα και ακούμπησε το «δάκρυ της Παναγίας» (έτσι είχε βαφτίσει το τσίπουρο κάποτε ) δίπλα στο λαπτόπ. Γέμισε ένα και το κατέβασε μεμιάς. Το οινόπνευμα έτρεξε στο λαρύγγι του και τον γέμισε ηδονή. Ένα «αχχχ…» ευχαρίστησης  ακούστηκε μαζί με τον ήχο του  που έκανε ο φορητός υπολογιστής καθώς άνοιγε. Πίνοντας το δεύτερο, έλεγξε τα μέιλ του. Τίποτα που να τον ενδιαφέρει πια, με ένα κλικ τα επέλεξε όλα και τα διέγραψε αμέσως.

Το φέιζμπουκ το άφησε για το τέλος. Ένας χρόνος απουσίας από κάτι  τόσο ηθελημένα εθιστικό ήταν αρκετός για να δικαιολογεί την περιέργειά του και την γεμάτη ευχαρίστηση ανυπομονησία του. «Τι να γίνονται όλοι ετούτοι» σκέφτηκε καθώς έκανε login στον λογαριασμό του και έμπαινε στον αγνώριστο από τις αλλαγές τοίχο του.

«Εδώ χρειάζεται και τρίτο» μονολόγησε καθώς κατάπινε το παγωμένο υγρό γελώντας πλατιά  με αυτά που έβλεπε. Αν είχε μουστάκι, θα το έτριβε με ευχαρίστηση. Οι γυναίκες του δεν τον είχανε ξεχάσει. Το τάιμλαιν του ήτανε γεμάτο στίχους, τραγουδιστά γιουτουμπάκια, φωτογραφίες λουλουδιών και πονεμένες αφιερώσεις. «Βρε τα κορίτσια μου», σκέφτηκε φωναχτά και τέντωσε τα καταπονημένα από το πάνω-κάτω ταξίδι πόδια του. 

Κάτι σατανικό πέρασε απ το μυαλό του· να αρχίσει λέει να πατάει λάικ στα πόστ των θαυμαστριών του και ν’ απαντάει στην κάθε μια ξεχωριστά με εισερχόμενο μήνυμα. Ο πανικός που θα επακολουθούσε ήταν ασύλληπτα διασκεδαστικός και το «χαχαχα…» του ακούστηκε μέχρι το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές στην άλλη άκρη της αυλής.

Τις φαντάστηκε να μιλάνε σε εισερχόμενο ομαδικό μήνυμα πανικόβλητες και καμιά τους να μην τολμάει να απαντήσει σε κείνον (τον φευγάτο από τούτη την ζωή ένα χρόνο πριν) και ένοιωσε σαν να τις περιπαίζει τις φίλες του τις αγαπημένες. Τα μάτια του τότε πήρανε εκείνη την έκφραση την γεμάτη αθωότητα και καλοσύνη, εκείνη που όποιος είχε την τύχη να συλλάβει στην ματιά του, δεν τον ξεχνούσε ποτέ. Κάτι σκίρτησε στο μέρος της καρδιάς του, «δεν είμαστε καλά» μουρμούρισε, «ακόμα εδώ είσαι εσύ, δεν έχεις πεθάνει μαζί μου»;

Τα λεπτά άσπρα σεντόνια που στεγνώνανε στο σκοινί αποβραδίς, κυματίσανε σαν από ρίγος την στιγμή που εκείνος πέρασε βγαίνοντας από την εξώπορτα. Μπορεί βέβαια να ήτανε και το αεράκι η αιτία, που πέρασε μέσα της και απλώθηκε ένα γύρω στις πλάκες της αυλής, τις ίδιες που έβαφε κίτρινες ο ήλιος που είχε ήδη ανατείλει. 

Εκείνος, έριξε πίσω του μια ματιά και το μετάνιωσε αμέσως. Ώρα ήτανε να απομείνει στήλη άλατος σαν την γυναίκα του Λωτ, πάνω που είχε αρχίσει να περνάει καλά επάνω  και η αρρώστια της νοσταλγίας είχε προ πολλού γιατρευτεί απ’ το μυαλό του του…
 


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η γυναίκα του νερού.


Εκείνο το πρωϊνό έμοιαζε με όλα τα άλλα. Σκουντούφλικο. Έβαλε στο μπρίκι καφέ και χασμουρήθηκε τεντώνοντας το σώμα της στο ανοιχτό παράθυρο. Σερβίρισε. Σε δύο όμοια φλιτζάνια. Το δικό του, στο ξύλινο τραπεζάκι της βεράντας. Το δικό της, στο περβάζι του παράθυρου, με τον κήπο απέναντι. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά και άναψε τσιγάρο. Ανέπνευσε με απόλαυση τον καπνό και το δροσερό αεράκι του που εισέβαλε ευπρόσδεκτο. Μύριζε υγρασία της λίμνης και φρεσκοκομμένο μαϊδανό. Θυμήθηκε τα φασολάκια που είχε στο ψυγείο και έβγαλε την σακούλα πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τα καθαρίσει.

Δεν τα καθάρισε όμως ποτέ. Την στιγμή που το κοφτερό μαχαίρι από σύμπτωση έκοβε (αντί για το τρυφερό φασολάκι), την ώριμη σάρκα της και μια σταγονίτσα κόκκινο αίμα χύθηκε βίαια, εκείνη δα την μικρή στιγμούλα, κάτι άστραψε στο μυαλό της. Θα πρέπει να ήτανε κάτι αποφασιστικό και επείγον γιατί την επόμενη στιγμή, παράτησε τα φασολάκια στην τύχη τους και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Βγήκε σύντομα, άρπαξε τα κλειδιά που κρέμονταν δίπλα στην εξώπορτα  ξεχνώντας την ανοιχτή, κατέβηκε με μεγάλα βήματα την πέτρινη σκάλα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της.
*****
Αν υπάρχει ένα φως της θάλασσας, τότε εκείνο το φως, μαζεύτηκε όλο επάνω της την ώρα ακριβώς που έβαζε το πόδι της στο νερό και την μεταμόρφωσε σε θαλάσσια γοργόνα. Λέμε γοργόνα γιατί φάνηκε να ψήλωσε ξαφνικά και να απέκτησε ευλυγισία θαυμαστή, τόση που τέντωσε το σώμα της σαν τόξο και βούτηξε στο νερό με κινήσεις εξαιρετικά αρμονικές. Η γοργόνα-γυναίκα  ένοιωσε να γίνεται ένα με το νερό και καθώς κολυμπούσε με απόλαυση, ξεκίνησε να ξεφορτώνει με κάθε μία απλωτή  προς το άπειρο, μία-μία τις κρίσεις της. Πρώτα την οικονομική, κατόπιν την οικογενειακή, στην συνέχεια την κρίση της μέσης ηλικίας και στο τέλος την ερωτική. Τις ένοιωθε να μένουν πίσω και να χάνονται στο πέλαγος, να γίνονται μικρές άϋλες κουκίδες,  τόσο μικρές που σύντομα τις ξέχασε και τις άφησε να γίνουν ένα με την άμμο.
Στο Μυρτώο έπαιξε με τα σταχτοδέλφινα, ξάπλωσε στις άσπρες πέτρες της Μήλου, κολύμπησε  στο Κρητικό και στο Καρπάθιο πέλαγος και ύστερα με μια ανεξάντλητη όρεξη ξεχύθηκε στο Λυβικό. Το σούρουπο την βρήκε στην θάλασσα των Σαργασσών να συνομιλεί με τα χέλια των ευρωπαϊκών ποταμών, εκείνα που όταν φτάσει η ώρα τους ξεκινάνε το μαγικό ταξίδι  για τον σπουδαίο τους προορισμό, όπου εκεί και μόνο εκεί γεννάνε τους απογόνους τους, και ποτέ δεν ξαναγυρνάνε πίσω. Και τότε εντελώς βίαια και ξαφνικά, ήρθε να στην συναντήσει ο ίμερος και ο νόστος. Θυμήθηκε το λερωμένο με άσπρο γάλα πανωχείλι της μικρής και τα παιδικά  της μάτια. Κάτι έσπασε μέσα της και κοίταξε πίσω.  Μια γαλήνη την συνεπήρε. Σαν γεμάτη από όλα, έπιασε από το χέρι την αγία νοσταλγία  και εκείνη με σιγουριά, οδήγησε πίσω τα μεγάλα απλωτά  της βήματα. Την ώρα που ανέβαινε την σκάλα του σπιτιού της, ο αέρας μοσκοβολούσε υγρασία της λίμνης,  γιασεμί και αγιόκλημα.

 [Στην Ε.]





Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ελληνική ραδιοφωνία-Δεύτερο πρόγραμμα. (Τίτλοι τέλους)


Ακούω radiobubble στο ίντερνετ σήμερα και νοσταλγώ το Δεύτερο. Μου λείπει, σαν κομμένο πόδι, που ακόμα και μετά από καιρό φαγουρίζει θαρρείς η φτέρνα του. Πολλά τα χρόνια της ραδιοφωνικής παρέας, πολλά τα τραγούδια της παρέας, οι λέξεις, οι φωνές, αναπόσπαστα κομμάτια, καλοδεμένο σύνολο με τους γύρω οικείους θορύβους.

Νοσταλγική ανάμνηση ο ήχος του· να έρχεται και να φεύγει, να δυναμώνει και να σβήνει και το αυτί  να  ακολουθεί αυτό το παιχνίδι, «σιωπηλή η μουσική, ηχηρή η μοναξιά», να  χάνεται το «ωχ αμάν», και να ξανάρχεται πάντα, με το τραντζιστοράκι στο μπαλκόνι, την μυρωδιά της θάλασσας και την ησυχία της νύχτας, τσιγάρο, μπύρα και ησυχία,  αντικουνουπικό και καλοκαιριάτικα άστρα  στον σκούρο ουρανό.


Θα ξανάρθει το ξέρω. Μια νύχτα θάρθει στ όνειρό μου και θα με αρπάξει από τα μαλλιά σαν ματαιωμένη υπόσχεση, θα φωνάξει μέσα στο αυτί μου δυνατά,  «μου είπες ψέματα» θα ουρλιάξει, «έλεγες πως θα είμαστε για πάντα μαζί» και θα θέλει να με χτυπήσει ξανά και ξανά. Και εγώ που θα είμαι αποκαμωμένη από την απουσία και από κάτι σαν παράλυση, θα νοιώσω δυο χοντρά και ανώφελα δάκρυα να κυλούν στα φλογισμένα μάγουλά μου…

(αφιερωμένο στην παρέα με το τραντζιστοράκι, το καλοκαίρι της Τορώνης)

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Ταξίδι στην Μυτιλήνη (και η αφράτη μαγείρισσα).

Με το που πιάσαμε το πόμολο να σπρώξουμε την καγκελόπορτα, έπιασε να μυρίζει η φλαμουριά με όλη της την δύναμη. Η όσφρηση λέει είναι   μία πολύ ισχυρή αίσθηση που σε προδιαθέτει να αγαπήσεις ή να αρνηθείς. Εμείς ανασάναμε βαθειά και "γουργουρίζοντας" από την ευχαρίστηση που νοιώσαμε, προχωρήσαμε στο βάθος της αυλής.
 Η διάθεση, από την αρχή του ταξιδιού, ήταν καλόγνωμη και για τις τρεις μας και αποφασισμένη. «Θα περάσουμε καλά στο νησί, γιατί μας αξίζει.». Εύκολα μας κέρδισε η ξεχασμένη από τον χρόνο, πίσω αυλή της μονής. Ένα ξύλινο τραπέζι φαγωμένο από την βροχή, και τον ήλιο  κάτω από μία θεόρατη καρυδιά. Το ίδιο και οι πάγκοι του. Θάμνοι με άγνωστα σε εμάς λουλούδια βάφανε με χρώματα φούξια κίτρινα και πορτοκαλί το πράσινο που κυριαρχούσε . Άπλωσα το χέρι μου και έκοψα ρείκια · ήταν ώριμα και μυρωδάτα, γλυκάθηκα από την άμεση  επαφή μου με την φύση, γαλήνεψε η ψυχή μου. «Νομίζω πως βρίσκομαι σε παραμύθι», ομολόγησα στην παρέα μου.

«Θέλουμε καφέ και λουκουμάδες Αγράμπελη» με προσγειώσανε τα γέλια των κοριτσιών στην επιθυμία του απογεύματος που αποχαιρετούσε την μέρα. «Θα φάμε και λουκουμάδες», αντιγύρισα με πεποίθηση και σιγουριά, από αυτήν την  ίδια σιγουριά  που λένε πως γίνονται τα θαύματα.

Και έτσι, πες-πες, σε εκείνη την αυλή την τριγυρισμένη από αμέτρητες εκκλησίες και μέσα στην σιωπή του Λεσβιακού σούρουπου, στο μαυρισμένο από τον χρόνο τραπέζι και την αίσθηση του παραμυθιού μέσα μας, νομίζω πως φάγαμε τους πιο νόστιμους λουκουμάδες της ζωής μας, ζεστούς και μυρωδάτους, που μας τους πρόσφερε η πιο απροσδόκητη και καλοδεχούμενη παρουσία. Μία αφράτη και χαμογελαστή, κοκκινομάγουλη και με άσπρη ποδιά μαγείρισσα, πλάσμα της φαντασίας μας, από αυτά που σου χαρίζονται και σου χαρίζουν ό,τι θες…


Φύγαμε πλήρεις, την ώρα που έπεφταν οι σκιές, έχοντας μέσα μας μια αβεβαιότητα που έμοιαζε απολύτως με βεβαιότητα για όσα νοιώσαμε ετούτο το θαυμάσιο απόγευμα. Το άρωμα της φλαμουριάς καθώς διαβαίναμε την θεόρατη καγκελόπορτα μύριζε ήδη νοσταλγία. Κόψαμε ένα κλαράκι της και σιωπηλές αλλά γεμάτες θαυμασμό πήραμε τον δρόμο της επιστροφής…

(Αφιερωμένο. Στην παρέα της Μυτιλήνης.)

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Το εισιτήριο.




Η κοπέλα εμφανίζεται την τελευταία στιγμή· ο οδηγός έχει μόλις κλείσει την πόρτα του  λεοφωρείου και ετοιμάζεται να ξεκινήσει.

Της ανοίγει την πόρτα.

Εκείνη μπαίνει.

Δείχνει το εισιτήριο της και χάνεται στον διάδρομο.

Ακούγεται ο ήχος της μηχανής καθώς ο οδηγός βάζει μπρός και ξεκινάει. Το αυτοκίνητο, παίρνει αργά την στροφή προς την έξοδο του σταθμού υπεραστικών λεοφωρείων.

Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο η φιγούρα της κοπέλας ξαναεμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο.

Ακούγεται να λέει κάτι σαν:

-Μου ανοίγετε σας παρακαλώ να κατέβω; Κάτι ξέχασα.

Η πόρτα ανοίγει.

Εκείνη κινείται προς εκεί.

Ο οδηγός ρωτάει σε άπταιστο και επιτακτικό ενικό:

- Το εισιτήριο σου που είναι;

- Πίσω, στο κάθισμα.

-Φέρτο εδώ, τι το αφήνεις εκεί;
Υπακούει δυσφορώντας. Μέχρι νάρθει μπροστά, τόχει ξαναβάλει στην τσάντα της.

-Πες μου το νούμερο!
  ……….
-Το νούμερο, ποιο είναι το νούμερο; Πως θα ξαναταξιδέψεις, θα ξαναπληρώσεις εισιτήριο;

-Καλά κύριε! Μισό λεπτό!  

(Δείχνει τρομερά ενοχλημένη με τον αναιδή που εισέβαλε τόσο αποφασιστικά στον προσωπικό της χώρο, με κοινό τους επιβάτες του λεωφορείου για ένα εισιτήριο, που όπως φαίνεται καθόλου δεν την ενδιαφέρει.)

-Πήγαινε στο ταμείο να ενημερώσεις! Απ΄ τα μπατζάκια σας τρέχουν τα εικοσάευρα…
Κατεβαίνει  νευριασμένα. Τινάζει αγέρωχα τα μακριά της μαλλιά και απομακρύνεται.

Χωρίς να χαιρετίσει. Χωρίς ( φυσικά) να πει ευχαριστώ.



Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Μια ανοιξιάτικη μέρα.




Ένα το γαλάζιο τ’ ουρανού και ένα  το φως του ήλιου να σε τραβάει απ’ το μανίκι. Να βγεις να ξεσκάσεις, να γελάσει  το χειλάκι σου με την άνοιξη έξω. Βγαίνεις, (τι άλλο να κάνεις;) και περπατάς  σαν χαζοχαρούμενος άνθρωπος που ξαναρχίζει να ελπίζει. Πεταμένος ο χειμώνας στο χαντάκι, ξεχασμένος στο λεπτό. Κίτρινο, κόκκινο, μελιτζανί, πράσινο, πορτοκαλί, όλα τα χρώματα αραδιασμένα στους πάγκους της λαϊκής. Και ο ήλιος να καίει στην πλάτη σου και συ να γουστάρεις που είσαι ζωντανός καθώς ο καφές   σε  τραβάει από την μύτη  στο σιδερένιο τραπεζάκι της πλατείας.

Και πες μου τώρα εσύ, τι δουλειά έχει ο θάνατος μέσα σε όλο αυτό. Έζησε εβδομήντα τρία χρόνια παρά κάτι, και κάπου εκεί, σηκώθηκε ένα πρωί, συγύρισε το σπίτι της, βγήκε στην λαϊκή, «σήμερα ήτανε εδώ, ψώνισε και από μένα ένα λάχανο», (ακούστηκε η φωνή του μανάβη), και μετά ήσυχα-ήσυχα πήγε και έπεσε στην λίμνη. Για να πνιγεί και να τελειώνει.

Με την άκρη του ματιού σου, βλέπεις  το ασθενοφόρο να βάζει μέσα το φορείο, ένα σώμα σκεπασμένο ως απάνω. Ήσυχα κινούνται οι άνθρωποι του ασθενοφόρου, σαν κουρασμένα και σαν αδιάφορα. «Βρήκανε μια νεκρή γυναίκα μέσα στη λίμνη». Δίπλα στα τραπεζάκια. Γεμάτη η πλατεία. Ανθρώπους, πάγκους, άνοιξη, κούραση και αδιαφορία. Πεταμένη λες η γυναίκα στο φορείο, ξεχασμένη στο λεπτό, νεκρή σαν τον φετινό χειμώνα . Μπορεί και εμείς να γίναμε νεκροί, (σκέφτομαι), ζωντανοί νεκροί και να μην νοιώθουμε  τίποτα άλλο παρά αδιαφορία για μια γυναίκα που πνίγηκε στην λίμνη, μια φωτεινή ανοιξιάτικη μέρα…

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Βροχή από λέξεις




 Με τις πρώτες σταγόνες της βροχής αφυπνίστηκε μέσα μου η επιθυμία. Να γράψω μια όμορφη ιστορία για έναν διαγωνισμό διηγήματος που θα εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένες λέξεις. Μακάρι να μπορούσα, να είχα το ταλέντο να βάλω τις λέξεις να τρέχουνε η μία πίσω από την άλλη, σκασμένες στα γέλια από την εντύπωση που θα προκαλούσαν σε όσους θα τις διάβαζαν. Θα γέμιζα τις σελίδες του word με την γραμματοσειρά που αγαπώ και μετά θα καθόμουν να τις καμαρώσω λιγάκι, σαν μάνα που στέλνει το παιδί της για πρώτη φορά στο σχολείο.

 Μα ξέρω πως είναι δύσκολο πολύ. Μόνο να, σαν είδα την λέξη χελιδόνι, θυμήθηκα εκείνη την άνοιξη. Τότε που βρήκα στο μπαλκόνι μας να κείτεται χάμω μια χαλασμένη χελιδονοφωλιά, με τα μικρά χελιδονάκια της να έχουν βγει πρόωρα και βίαια  από το σπασμένο αυγό τους. Ανοιγοκλείνανε το στόμα τους σαν να ζητούσανε, χωρίς φωνή, βοήθεια. Θυμάσαι; Σου είπα πως τα έπιασα απαλά με το άσπρο μου μαντήλι, εκείνο που είχε στην άκρη του κεντημένη μια ολοκόκκινη πασχαλίτσα. Με κομμένη την ανάσα ανέβηκα στην πτυσσόμενη σκάλα και προσπάθησα να τα βάλω στα υπολείμματα της φωλιάς τους. Νομίζω πως τα κατάφερα, γιατί αργότερα έβλεπα τρία  χελιδονάκια να βγάζουν το κεφάλι τους στο στόμιο της διορθωμένης εισόδου και να τρώνε τροφή από το στόμα των γονιών τους. 

 Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και η νοσταλγία της θάλασσας μας μαγνήτισε και μας άλλαξε τις ρότες από τις ανάλαφρες ευαισθησίες της άνοιξης. Τις μετέτρεψε σε κάτι πιο γήινο, κάτι που για να ικανοποιηθεί γύρευε πιο απτές αποδείξεις. Ήλιο, έρωτα, αέρα, ουρανό. Ξέχασα την χελιδονοφωλιά και τους μικρούς της ένοικους.  Πολλά χρόνια αργότερα, όταν  πια έμεινα μόνη και  η απουσία σου, δεν είχε την δύναμη να με πληγώνει όσο η παρουσία σου, θα διαπίστωνα με όχι και τόσο ευχάριστη έκπληξη πως σε αυτό το μπαλκόνι χελιδονοφωλιά δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Ίσως τα πτηνά να έχουν μία έκτη αίσθηση που τα προειδοποιεί για αρμονικές οικογενειακές σχέσεις και εκεί προτιμούν να στεγάσουν το προσωρινό τους κατάλυμα. 

 Νομίζω πως σου γράφω ένα γράμμα. Εσένα, που όταν γύρισα την πλάτη μου στην κοινή μας ζωή, δεν σε ξανασκέφτηκα ποτέ. Λες και έκλεισα μέσα σε ένα κουτί, όλα όσα ζήσαμε μαζί και τα έθαψα εκεί, σκεπασμένα όχι με χώμα όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, μα με άμμο της θάλασσας, ίσως για να επιτρέπεται ένα κάποιο ίχνος αναπνοής.  Και τώρα που φαίνεται πως κάποιο  ρολόι  ξεχασμένο σήμανε την ώρα σου, τώρα που έξω βρέχει και φυσάει ένας αέρας  αναζωογονητικός, την στιγμή ακριβώς που εγώ αποφάσισα να γράψω  δυο τρεις λέξεις με αφορμή τα χελιδόνια, πετάγεσαι από το πουθενά σαν απαίτηση και με βάζεις να σου γράψω αυτό το γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσεις.

 Η μοναξιά, ξέρεις, έχει τόση ησυχία, που ώρες-ώρες από λυτρωτική καταντάει ανυπόφορη. Χίλιοι διαβόλοι τριβελίζουν το μυαλό και το κάνουν να χορεύει επικίνδυνα. Όσο χλιαρό γάλα και να πιω  για να χαλαρώσω, καταπώς με συμβουλεύουνε οι γνωστικοί, πάντα θα έρχεται μια ξαφνική σου ανάμνηση, ανακατεμένη με  ένα άρωμα από εκείνο το τριαντάφυλλο που περιέργως, εσένα του κυνικού, σου άρεσε να σκύβεις και να το μυρίζεις στον κήπο της γιαγιάς  και θα με κάνει να λυγίζω από την τρυφερότητα εκείνης της στιγμής.

 Σκίζω το γράμμα, καθώς η νύχτα γαληνεύει, μαζί με το μυαλό μου. Ξέρω πως το επόμενο πρωΐ  τίποτα πια δεν θα θυμάμαι, όλα θα τα έχει σβήσει η βροχή και η καινούργια μου ζωή, απαιτητικά και εκείνη θα διεκδικεί επίμονα  τα δικαιώματά της.


Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Δύο γυναίκες




Το μαύρο μαντήλι η γιαγιά Ευτέρπη το πρώτο-έδεσε στο κεφάλι στα  δεκάξι της. Τόσο ήτανε όταν της φέρανε το μαντάτο πως ο αδερφός της σκοτώθηκε στο βουνό, πολεμώντας  στον πόλεμο τον άδικο, όπου ο αδερφός σκότωνε τον αδερφό. Έκλαψε όλο το κλάμα της ζωής της τότε με τούτον τον πόνο τον αβάσταχτο και τα μπλε   μάτια της ξεθώριασαν και γίνηκαν ένα χρώμα θολό σταχτί.

Σαν φόρεσε τα μαύρα, (αυτή και όλο το χωριό, χωριό που κάθε σπίτι είχε και από έναν σκοτωμένο), τα χείλη της σμίξανε σε μια στενή γραμμή. Δεν ξανά-έκλαψε ποτέ, ούτε και ξανά-χάρηκε. Στο γάμο της κόρης της μαύρα φορούσε και αγέλαστη ήτανε λες και την κήδευε.

 Όταν πέθανε ο άντρας της, (έπεσε νεκρός χορεύοντας πρώτος τον χορό), έσφιξε  τα χείλη της και έβρασε σιτάρι για την ψυχή του χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ. Τα ίδια έκανε και όταν της φέρανε το μαντάτο πως η κόρη της η ξενιτεμένη πέθανε χτυπημένη από εγκεφαλικό στα σαράντα τρία της χρόνια.

Έκτοτε περιμένει. Στην αυλή της περιμένει, με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι και τα αγέλαστα χείλη. Περιμένει  με εγκαρτέρηση τον Χάρο και εκείνος, σαν άπονος άπιστος  αργεί να την θυμηθεί και να γυρίσει….



*********





 Η θεία Θέκλα έχασε μέσα σε έναν χειμώνα μάνα και τρία αδέρφια. Οκτώ χρονών ορφάνεψε και με έναν πατέρα χαμένο στην ξενιτιά της μεταπολεμικής Ελλάδας, έμεινε μόνη να μεγαλώνει στο χωριό, με δύο αδιάφορες θειάδες να κανονίζουν την μικρή ζωούλα της. Ντύθηκε στα  μαύρα, τον καιρό που έπρεπε να φοράει το κίτρινο του ήλιου και το πράσινο της άνοιξης, και τα σιχάθηκε βαθειά.  Τα μαύρα ρούχα  τα σιχάθηκε και το πένθος το μίσησε.

 Σαν παντρεύτηκε ορκίστηκε να μην πάθει ποτέ κακό και να μεγαλώσει εκείνη τα παιδιά της. Έτσι και έκανε. Το σπίτι της το γέμισε παιδιά και τον κήπο της λουλούδια. Μέλισσες ζουζούνιζαν στην αυλή και μέλι χρυσαφί κερνιούνταν οι  επισκέπτες  της.

 Τα παιδιά της  έμαθαν να γελάνε και να είναι γενναιόδωρα, ο ευτυχισμένος άντρας της την κοίταζε στα μάτια και πλήθαινε με τα μπερεκέτια της δουλειάς του τα υπάρχοντα του σπιτιού και η θειά η Θέκλα συνέχεια γελούσε  και κερνούσε την αγάπη της σ' όποιον την είχε χρειαζούμενη.

 Ακόμα και τώρα, στα ογδόντα πέντε της χρόνια, συνεχίζει να γελάει. «Εμείς στο σπίτι μας πάντα γελάμε», λέει και είναι σίγουρη πως έτσι ξορκίζει το κακό και πως εκείνο μη βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος θα προσπεράσει και θα φύγει.

 Η γυναίκα που δεν φοβήθηκε την ευτυχία, ζει ευτυχισμένα ανάμεσα σε άντρα-παιδιά και εγγόνια, παρά την ηλικία της  κάθε Κυριακή μαγειρεύει  και τους φιλεύει αγαπώντας τους, και κάθε καλοκαίρι ζωντανεύει τον μπαχτσέ του σπιτιού της φυτεύοντας λουλούδια και αποκτώντας  συνεχώς την καλύτερη επαφή με τα συναισθήματά της διδάσκει στους άλλους την χαρά της ζωής και την αγάπη…

(Σημ: Για το διϊστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της  γυναίκας.
Οι φωτογραφίες είναι της Βούλας Παπαϊωάννου.)



συμμετέχουν με τίτλους:
κόκκινο τριαντάφυλλο











Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Ο καθρέφτης



   



Είναι η ζωή που βλέπουμε
να φεύγει πίσω μας
μέσα σ' αυτόν τον καθρέφτη
και μερικές σιλουέτες
που όλο μικραίνουν
για να σβηστούν τελείως
στην επόμενη στροφή.
 
Μένουν άραγε εκεί πίσω
ή χάνονται για πάντα;


(Θοδωρής Βουτσάς)

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Βάτραχος ή πρίγκηπας;



Ξαφνικά, μου λείπεις. Δεν ξέρω τι στο καλό  μου συμβαίνει και κάθε φορά μετανιώνω. Που σε ξέχασα. Που δεν μου λείπεις αβάσταχτα. Που μπορώ και "παίζω και γελάω" χωρίς αυτόν τον λυγμό στον λαιμό μου, εκεί, στο σημείο που ο γιατρός  μου εξετάζει τον θυροειδή αδένα. Και εκεί που λέω: «σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ», τσούπ!... Ξεπετιέται μια ανάμνηση τόοοση… Όπως τότε, που τρώγαμε μαζί τον κουραμπιέ και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια για το ποιος θα πρώτο-αρπάξει το κομμάτι με τα αμύγδαλα. Σου σκούπιζα την άχνη από την μύτη σου θυμάμαι με το δάχτυλό μου και χανόμουνα μέσα στα μάτια σου. Τα μαύρα. Τα πιο όμορφα του κόσμου. Με το πιο πονηρό χαμόγελο που μπορούν  να χαμογελάσουν ανθρώπου μάτια. Τα δικά σου τα μάτια. Και εκεί χάνομαι για λίγο και παίζω με τις αμφιβολίες μου. Τις βάζω να τρέχουνε γύρω –γύρω στο δωμάτιο και τις αξιολογώ σύμφωνα με το χρώμα που φοράνε. Αν είναι πιο πολλές οι κόκκινες, ή μήπως πιο πολλές οι σμαραγδί. Αυτά κάνω. Μην θαρρείς πως ξαφνικά σοβάρεψα.  Δεν αλλάζει κανείς, στο ξαναλέω. Ούτε θαύματα γίνονται. Μόνο που να, όταν κάνουμε παρέα οι δυό μας, σαν να διώχνουμε τους φόβους μας. Στην καλύτερη, με τις οι φωνές μας.  Στην χειρότερη,   με τις  πρασινοκόκκινες  λάμψεις  μας…

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Μαγικές στιγμές,ελεύθερης ευτυχίας



Αν καθίσω να σκεφτώ, θα θυμηθώ με μεγάλη ευκρίνεια πως η πρώτη μεγάλης ευχαρίστησης στιγμή  εσωτερικής ελευθερίας, μου χαρίστηκε  στις Σπέτσες. Ήτανε καλοκαίρι του 90 θαρρώ και βρισκόμουνα στο νησί σε ταξίδι καλοκαιρινών διακοπών. Εκείνο το πρωϊνό ξύπνησα με μια επιτακτική διάθεση να δραπετεύσω και αθόρυβα, για να μην ξυπνήσω την Άννα, φίλη που μαζί μοιραζόμασταν δωμάτιο και συντροφιά, πήρα από το τραπεζάκι  δίπλα στο παράθυρο ένα κόκκινο μήλο και βγήκα έξω.

 Ο ήλιος και ο ουρανός του πρωϊνού με αρπάξανε από το χέρι και με προστάξανε να περπατήσω σε δρομάκια του νησιού που δεν ήξερα που θα με βγάλουνε. Δάγκωνα το μήλο θυμάμαι και βάδιζα σαν να βρισκόμουνα σε όνειρο. Το πράσινο των δέντρων, σε αντίθεση με τα κατάλευκα σπίτια και τα μπλε παράθυρα, μου μεθούσανε τα μάτια και μου ενεργοποιούσανε όλες μου τις αισθήσεις. Μια ζεστή χαρά κυκλοφορούσε μαζί με το αίμα μου στις αρτηρίες.

 Σιγοτραγουδώντας χάθηκα σε έναν περίπατο χωρίς προορισμό και χωρίς χάρτη. Ταρσανάδες και ψαράδες, τζιτζίκια και ζέστη, ήλιος και θάλασσα, ουρανός και ελευθερία. Όταν κάθισα σε έναν βράχο  απέναντι  στο πέλαγος ένοιωθα να αιωρούμαι έξω από το σώμα μου και είχα μια επιτακτική ανάγκη να προσευχηθώ στον δημιουργό μου. Ώρες μετά, επέστρεψα στην πανσιόν σαν ξαναγεννημένη, ανεξήγητα ευτυχής και με μια διάθεση να ξαναφτιάξω τον κόσμο μου από την αρχή.

Χρόνια μετά, σε αυτή την ανάμνηση καταφεύγω νοερά, κάθε που θέλω να ενεργοποιήσω την δυνατότητα (που ο καθένας μας διαθέτει) της αυτοΐασης της ψυχικής μου διάθεσης. Ενίοτε το καταφέρνω κιόλας…

( Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε μια καινούρια μικρή μου φίλη, που κατάφερε να με ξεμπλοκάρει και με ανάγκασε όμορφα να καθήσω να ξαναγράψω εδώ.Και η φωτογραφία, δική της επίσης. Την ευχαριστώ.)