Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ένα λουλούδι μες στη βροχή.

Η ώρα κόντευε τέσσερις όταν έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, έδεσε την ζώνη ασφαλείας, έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε. Ο ήλιος σε μεγάλα κέφια, χάριζε μια ιερή λαμπρότητα στην μέρα και από ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε πρόσωπο που συνάντησε. Χαμογελούσε και εκείνη στην σκέψη πως σε λίγη ώρα θα έπινε το καφεδάκι της στον κήπο του πατρικού της δίπλα στο ποτάμι, με τα ανθισμένα λουλούδια και τον ήχο του νερού να σιγομουρμουρίζει. Η φύση, πάντα της ξεκούραζε το μυαλό και ψυχή, σαν να τα άδειαζε λες από κάθε  άχρηστο σκουπίδι που συσσωρευόταν εκεί  καθώς οι  μέρες που προηγούνταν του Σαββατοκύριακου φρόντιζαν με ενορχηστρωμένο σχεδόν τρόπο, να της δυσκολεύουν την καθημερινότητα. Στο σιντι-πλέϊερ, η φωνή του Μάλαμα ακούστηκε να τραγουδά τον στίχο, «τον εαυτό σου δεν θα βρεις-μέσα στον κόσμο αν δεν χαθείς». Αναλογίστηκε το δικό της μερίδιο στο «χάσιμο μες στον κόσμο» πήγε να σκοτεινιάσει, μα στα γρήγορα παράτησε αυτή την σκέψη και την πέταξε στα «σκουπίδια». Βοήθησαν σε αυτό και οι κατακόκκινες παπαρούνες που βάζανε φωτιά σε ένα απέραντο καταπράσινο φόντο. «Τόσο όμορφα, ώ πόσο όμορφα είναι…» αναλογίστηκε ενώ ένοιωθε σχεδόν ευδαιμονία. Έπιασε τον εαυτό της να ανυπομονεί να φτάσει και τότε, εντελώς ξαφνικά, ο ουρανός ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Σκούρα σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα. Πάτησε γκάζι. «Ας μην βρέξει τουλάχιστον», ευχήθηκε μέσα της καθώς πάρκαρε το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο ξύλινο παγκάκι. Κατέβηκε, και με όλες της τις αισθήσεις σε εγρήγορση, ανέπνευσε βαθιά. Μύρισε δέντρα, νερό, χώμα και άρωμα λουλουδιών. Αναγνώρισε αυτό της πασχαλιάς καθώς άνοιγε την ξύλινη αυλόπορτα. Οι πρώτες  χοντρές σταγόνες της βροχής της χτυπήσανε βίαια και απότομα το πρόσωπο και σχεδόν την τρομάξανε. Με την άκρη του ματιού της πρόλαβε να δει το ορθάνοιχτο ροζ τριαντάφυλλο στην άκρη της αυλής όταν με βιαστικά βήματα, περίπου τρέχοντας, διέσχισε την πλακόστρωτη αυλή. «Θα το φωτογραφίσω οπωσδήποτε, βρεγμένο ή όχι»…χαμογέλασε…