Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Κάτι σαν χριστουγεννιάτικη νοσταλγία·


Κάθομαι στα σκοτεινά και χαζεύω τις πολύχρωμες λάμψεις που κατά τακτά διαστήματα αναβοσβήνουν. Στα κλαράκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου σκέψεις διάφορες κρέμονται. Με τα στολίδια του λογαριάζω· τα χρόνια που φύγανε. Ο χάρτινος Αϊ Βασίλης φτιαγμένος από χεράκι νηπιαγωγείου τριάντα χρόνια πριν. Αστράφτει το χρυσόχαρτο, και κρύβει κάπως το λερωμένο από σκόνη ετών βαμβάκι, που παριστάνει γενειάδα και μουστάκι. Αστράφτει στην μνήμη μου και το προσωπάκι που  το χάρισε λέγοντας το μοναδικό, «για σένα μαμά», μοναδικό σαν αίσθηση και συγκίνηση συνάμα. Από κάτω, η εύθραυστη θαλασσί μπάλα δεν έχει ζωγραφισμένο πάνω της μόνο το χιόνι. Καθρεφτίζεται μέσα της το πλήθος των ατόμων που χαρήκανε  στιγμές ευτυχίας  κάτω από συμβάν της γιορτής. Αποτυπώματα και ίχνη ανθρώπων που πια απουσιάζουν, έχουν προστεθεί σε εκείνα των άλλων, που εμφανίστηκαν αργότερα στην ιστορία της ζωής, και πήρανε την θέση τους στην καρδιά. Αυτήν, που σήμερα μετράει. Μετράει χρόνια, στιγμές, ανθρώπους. Προσπαθεί να κάνει την ζυγαριά να ισορροπήσει. Των ανθρώπων που χρειάζεται και των άλλων, που την χρειάζονται. Το πλήθος της μιας πλευράς συναγωνίζεται με το ελλειμματικό της άλλης. Αυτόματα το μυαλό αποφασίζει μικρές εκπτώσεις, έτσι τις βαφτίζει, που θεωρούνται  μάλλον αναγκαίες μέρες που είναι και  που όσο και αν την πληγώνουνε, όσο και αν θέλει να τις αγνοεί καταφέρνουνε το αποτέλεσμα που επιθυμεί. Ισορροπία. Η μουσική  που ακούγεται από το σιντί,  «τα μουσικά Χριστούγεννα του Ήχου» μια συλλογή  κομματιών  διαλεγμένων από την Λέσχη του δίσκου, δώρο  περιοδικού της εποχής, μου θυμίζει ξαφνικά σήμερα εκείνον που  απομακρύνθηκε από την  κοινή ζωή μας χωρίς να αφήσει ίχνη  να πληγώνουνε, λες και είχε έρθει μια ώρα κατάλληλη, μια ώρα αποφασισμένη  να αλλάξει ετούτο το κομμάτι της ζωής, που είχε γίνει πλήξη  και ανία, αυτό το ίδιο που έμοιαζε  σκεπασμένο με μια κρούστα λεπτή εχθρότητας και αδιαφορίας. Όλα αυτά μαζί και μπερδεμένα, να παραληρούν στο σκοτάδι του καναπέ και στο κατώφλι των Χριστουγέννων, με συντροφιά μια μοναξιά νοσταλγική και γλυκά  φωτισμένη με μικρές πολύχρωμες λάμψεις, σαν αστραπές που σκίζουν τον νου, ενώ έξω κρύο πολύ κάνει και το χιόνι έχει κρυσταλλώσει από την παγωνιά. 

Καλά Χριστούγεννα να έχουμε όλοι…


Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Tell Me About YourSelf AwarD :)



Κάτι με ξυπνάει. Δεν είναι το ξυπνητήρι ο θόρυβος έρχεται από το ταβάνι. Σκεπάζω με το μαξιλάρι τα αυτιά μου και μέσα μου βρίζω. Μόλις ανοίξω τα μάτια μου θα βρίσω και από έξω μου. Τους από πάνω, που τριάντα τόσα χρόνια αγνοούν την κατάσταση «κάνω ησυχία γιατί από κάτω δεν κοιμούνται ζώα».Τελεία. Ξανά χάνομαι σε μια κατάσταση μισούπνι θα την έλεγα. Δεν θέλω να σηκωθώ, μου αρέσει το πρωινό χουζούρι. Από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας το φως που μπαίνει είναι λιγοστό, πράγμα που δηλώνει πως έξω έχει συννεφιά. Γυρίζω μπρούμυτα, ο από πάνω θόρυβος έχει κοπάσει, νοιώθω όμορφα σε αυτήν την πρωινή ησυχία, χαζεύω λιγάκι στις σκέψεις μου κάτι χάνω κάτι βρίσκω….Όταν ξανά-ξυπνάω είναι δέκα περασμένες.

*
Φοράω ένα πλεκτό φαρδύ άνετο φόρεμα. Δεν αντέχω σήμερα ρούχα που με πιέζουν. Παράφαγα χθες βράδυ και νοιώθω άσχημα κυρίως με τις τύψεις μου. Εδώ και τρία χρόνια οι υποσχέσεις για αδυνάτισμα πηγαινοέρχονται χωρίς αποτέλεσμα. Μου φαίνεται πως στο δεύτερο μισό της ζωής μου, όσα λένε και κυρίως γράφουνε οι αστρολόγοι για την λαιμαργία του Ταύρου, γίνονται σιγά-σιγά μια ανεπίστρεπτη πραγματικότητα. «Ευτυχώς δεν μου λείπει το γνώθι σαυτόν», παρηγοριέμαι  και διώχνω γρήγορα την σκέψη  «καλό θάτανε να περπατούσες λίγο παραπάνω κοπελιά».
*
Κατεβαίνω τα σκαλιά του πατρικού μου. Στα αυτιά μου ακόμα αντηχούν οι κοριτσίστικες φωνές και οι διαξιφισμοί με τον πατέρα τους. «Εφηβεία, άστα να πάνε», αποφεύγω να σκεφτώ περισσότερο. Ένας κρύος αλλά καθαρός αέρας μου αλλάζει την διάθεση. Τα κλαδιά των δέντρων σχεδόν ακουμπάνε στο νερό με το δυνατό φύσημα του αέρα. Παντού κυριαρχεί το φθινόπωρο. Πορτοκαλί χρώμα, ζεστό και απόλυτο. Τα πεσμένα φύλλα και η εικόνα τους, με προκαλούν και η ομορφιά τους με πονάει. Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο και δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι να πρώτο-φωτογραφίσω. Όταν γυρίζω στο σπίτι μου είμαι  ικανοποιημένη και εγώ και η φωτογραφική μου μηχανή.
*
Το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι κάτι που πάντα  μου ήταν ευχάριστο. Μου αρέσει αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, αγαπώ την φωνή που έρχεται μέσα από τα σύρματα  της συσκευής. Ανιχνεύω συναισθήματα και διαθέσεις με τις εναλλαγές της, και είναι σαν να αναγνωρίζω σε αυτήν ιδιότητες παρόμοιες με αυτές του βλέμματος. «Ευτυχώς που ακόμα δεν υπάρχει αισθητικός που να διορθώνει βλέμμα και φωνή», σκέφτομαι και χαμογελάω καθώς σηκώνω το ακουστικό.
*
«Μου ήρθε μια χαρά Ντι μόλις σε είδα». Μιλάει χαριτωμένα και το ξέρει. Είναι μόλις τρία και μισό χρονών, είναι ο κόσμος ολόκληρος και επίσης το ξέρει. Είναι ευτυχώς ένα ευτυχισμένο παιδί, έτσι όπως αξίζει να είναι όλα τα παιδιά του κόσμου. Και εγώ  εξ αιτίας της ευχαριστώ μέσα μου το εκείνον τον Θεό  που με έκανε ικανή να αγαπάω έτσι δυνατά αυτήν την ομορφιά, την ομορφιά της αγάπης…

Με κάλεσε η Στέλλα, να μιλήσω για μένα, μέσα από ένα μπλογοπαίχνιδο.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Να τα και τα τρία…


Φθινόπωρο ήτανε και τότε, Τρία χρόνια πριν. Σκέφτομαι πως   θα πρέπει να ομολογήσω και να παραδεχτώ, πως μερικά από τα πιο όμορφα της ζωής μου τα χρωστάω σε τούτη την εποχή. Το μπλογκάκι μου είναι ένα από αυτά. Βεβαίως και θα συμφωνήσω με τους σκεπτικιστές φίλους μου πως στο πλήρωμα του χρόνου, ο αρχικός ενθουσιασμός καταλαγιάζει και το ραντεβού με την απομυθοποίηση είναι συγκεκριμένο και βέβαιο. Σαν τον έρωτα, που λένε πως κρατάει τρία χρόνια μόνο. Αν σ αυτό το διάστημα καταφέρεις να αποσπάσεις από την κατάσταση το μάξιμουμ των δυνατοτήτων της, τότε είσαι και κερδισμένος και τυχερός. Στην επόμενη φάση τι θα συμβεί, μόνο ο θεός του μπλόγκερ (ή του έρωτα) ίσως ξέρει. Μέσα σ αυτήν την εικονική ζωή, που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από την άλλη, παραμένουμε νοσταλγοί του ιδανικού και ετούτη η ουτοπία μας πληγώνει, καθώς συχνά ξεχνάμε πως απλά το ιδανικό, δεν υπάρχει. Οι ενθουσιασμοί διαδέχονται τις απογοητεύσεις και οι χαρές τις  πίκρες όπως ακριβώς και στην καθημερινότητά μας.
Χρωστάω πολλά σε τούτη την σελίδα. Με πήρε και με σήκωσε και μου άλλαξε συνήθειες και αγάπες. Γνώρισα μέσα από εδώ κομμάτια της ψυχής μου που δεν ήξερα καν πως υπάρχουν. Λέξεις ανθρώπων καταπληκτικών. Ο κόσμος τους με μαγεύει και με συγκλονίζει, με θυμώνει πολλές φορές, μα ποτέ δεν με κάνει να πλήττω…
Να το τελειώσω εδώ το σημερινό. Λουλούδι  με χρώμα άλικο και  εκτυφλωτικό σαν το φθινόπωρο θα συνοδέψει για μια ακόμη φορά  την ανάρτησή μου, για να μου (μας) υπενθυμίσει  πως ακόμα και μέσα σε τούτη την γκρίζα εποχή, η ζωή είναι ωραία, και  πως ετούτη η ομορφιά χαρίζεται μέσα από μικρές χαρές,  να, σαν τον ήλιο τον σημερινό και το γαλάζιο χρώμα του ελληνικού ουρανού…

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

(Τίτλος): « Τι θα κάνουμε;»


Ξέρω τι θα κάνω. Μου το είπε η μητέρα μου, χωρίς να το ξέρει, όταν μου έλεγε ιστορίες από τα χρόνια του πολέμου. Όταν λέει, μάθανε πως πλησιάζουν τα αεροπλάνα των Γερμανών να βομβαρδίσουν το χωριό, φύγανε άρον-άρον και κρυφτήκανε στις σπηλιές του απέναντι βουνού. Από εκεί, βλέπανε τις βόμβες να πέφτουν και τις εκρήξεις να τινάζουν πέτρες, χώμα και ανθρώπινα μέλη (όσων αγνοήσανε τον κίνδυνο) στον αέρα. Αργότερα, ήρθαν οι Γερμανοί στρατιώτες και κάψανε ό,τι είχε απομείνει. Όσοι προστατέψανε τους εαυτούς τους στα βράχια του βουνού, σωθήκανε. Με το που πέρασε το κακό, γυρίσανε πίσω και κουτσά στραβά ξαναχτίσανε από την αρχή όσα τους είχε αφαιρέσει ο επιδρομέας. Με πείσμα, με το οποίο τους είχε οπλίσει το μίσος του πολέμου, ξεμπερδέψανε με τον εχθρό. (Με τον αδερφό τα βρήκανε σκούρα, αλλά αυτό είναι «αλλουνού παπά ευαγγέλιο»…)
Έτσι που λέτε και εγώ. Κρύβομαι στην «σπηλιά» μου και περιμένω. Εκεί, δεν υπάρχει τηλεόραση, ούτε ειδήσεις. Ραδιόφωνο μοναχά και τραγουδάκια της αρεσκείας μου. Ιστορίες, μου λένε οι ταινίες και τα βιβλία. Από τις εφημερίδες, διαβάζω μόνο τα ζώδια, άντε και καμία είδηση από αυτές που γουστάρω, του «πολιτισμού» που λένε. Μην σκάτε, μαθαίνω τι γίνεται παραέξω, αυτό δεν γίνεται να το γλυτώσω, οι φωνές αυτές είναι τόσο δυνατές που αν και συγκεχυμένα πιάνω την κεντρική ιδέα, και ίσως να είναι και το μόνο που μου χρειάζομαι. Στο ίντερνετ πάλι, προτιμώ αναγνώσεις και συζητήσεις που διακρίνονται για το χιούμορ και την ευφυΐα τους. Έ, καλά, ξεφεύγω καμμιά φορά και χωρίς να το καταλάβω διολισθαίνω στον κατήφορο της  ενημέρωσης. Τότε είναι που χάνω τον ύπνο μου, όλη νύχτα στριφογυρίζω στο στρώμα μου σαν κολασμένη και την άλλη μέρα είμαι μια στρίντζω και μισή. Γι’ αυτό και έχω απαγορέψει αυτές τις κουβέντες. «Στο τίμιο σπίτι μου», (και εννοώ την «σπηλιά μου»), απαγορεύονται οι άσεμνες συζητήσεις», προστάζω. Το «δόγμα του σοκ », εμένα δεν θέλω να με παραλύσει. Θα τρώω λίγο, θα κοιμάμαι πολύ, θα κρύβομαι σε ζεστές αγκαλιές, θα αγκαλιάζω και εγώ σφιχτά, θα απαγορεύω τα όνειρα και θα περιμένω…Κάποια στιγμή (δεν μπορεί!) θάρθει και η ώρα μου! Και τότε….ω τότε…(SOS…αυτό, πως το ξέχασα;…έχω μπλοκάρει τα όνειρα προς το παρόν…)

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

still summer...


Κάθε άνθρωπος έχει την ιστορία του και κάθε καλοκαίρι την δική του. Το φετινό, δικό μου καλοκαίρι, αιχμαλωτίστηκε εξαίσια μέσα σε μια καρδιά με τρία αποτυπώματα που έχουν και αρχικά:, M. Ξ. Ν. Και είχε χρώμα φωτεινό, διάθεση ανέμελη, και μια αισιόδοξη προοπτική πως δεν τελείωσε ακόμα…

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Ο όρκος του Ιπποκράτη.


Το στιγμιότυπο που ακολουθεί, έλαβε μέρος στο παιδιατρικό τμήμα  επαρχιακού νοσοκομείου, την Πέμπτη 16/6/11.Αν θυμάστε, την ημέρα εκείνη, «καιγότανε» η πλατεία Συντάγματος  από τα ασφυξιογόνα του μεσοπρόθεσμου και οι συνειδήσεις του κόσμου από την διάχυτη διαφθορά. Το τρίχρονο   κοριτσάκι- ασθενής, έχει ψηθεί στον πυρετό, (ο οποίος συνοδεύεται  από σπασμούς ), τις προηγούμενες 4 μέρες. Η εκτίμηση του παιδίατρου που το παρακολουθεί πως πρόκειται για ίωση, δεν πείθει πια την τρομοκρατημένη μητέρα, και την κάνει να τρέξει στο νοσοκομείο  φανερά ταραγμένη. Η εφημερεύουσα γιατρός τους υποδέχεται με μεγάλη δυσαρέσκεια, ( άγνωστο γιατί, ίσως να πλησιάζει η ώρα που θα σχολάσει).  Η νοσηλεύτρια, παίρνει την θερμοκρασία του παιδιού, 38,5… ανακοινώνει αμήχανα. Η παιδίατρος, χωρίς να μετακινηθεί από την καρέκλα του γραφείου της, αποφασίζει στα γρήγορα πως το περιστατικό δεν είναι επείγον.
-        Μα το παιδί μου ψήνεται στον πυρετό, είναι δυνατόν να μας διώξετε, δεν ξέρω τι να κάνω!
-        Κυρία μου, το πρωί δεν το είδε ο παιδίατρός σας; Έ, αφού το είδε, δεν υπάρχει πρόβλημα, δεν είναι  πια και τόσο υψηλός ο πυρετός…
-        Μα σας λέω…έχει πάρει πονστάν πριν μια ώρα, γι’ αυτό δεν είναι 40 και κάτι, όπως συνέβη την Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη… τι μου λέτε τώρα;
-        Εγώ, ΔΕΝ κρίνω επείγον αυτό το περιστατικό, να πάτε σπίτι σας!!
-        Μα…τι να κάνω σπίτι μου; Το παιδί μου, ΔΕΝ  είναι καλά σας λέω, τι μου λέτε τώρα;
-        Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε με το παραμικρό, εδώ είναι νοσοκομείο, να φύγετε, να πάτε στον γιατρό σας και νάρθετε αύριο το πρωί.!
-        Μα….να είμαστε και λίγο άνθρωποι…Στ’ αλήθεια θα μας διώξετε, είσαστε καλά; (εδώ ανεβαίνει ο τόνος της φωνής). Θέλω να μου δώσετε εγγράφως αυτό που μου λέτε! Με το όνομα και την υπογραφή σας...

Η γιατρός, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, γράφει και υπογράφει την εξής ιατρική γνωμάτευση:

16/6/11, ώρα 21:20
«Το πρωί, το είδε ο παιδίατρός του και προσήλθε το απόγευμα για επανεξέταση χωρίς  συμπτώματα. Συνεστήθη να προσέλθει αύριο για κλινική και εργαστηριακή εξέταση την επόμενη ημέρα, πρωινή ώρα.

(ακολουθεί σφραγίδα & υπογραφή)

………………………..

Το παιδί επανήλθε στο νοσοκομείο αργότερα μέσα στην νύχτα, και εισήχθη (από άλλον εφημερεύοντα γιατρό), ως επείγον περιστατικό με  οξεία λοίμωξη.  Τις επόμενες ημέρες διαπιστώθηκε πυελονεφρίτιδα και ουρολοίμωξη και νοσηλεύτηκε για έξη ημέρες. Τα σχόλια ,δικά σας…

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Στην παιδική χαρά



Διαβάζω το βιβλίο μου. Είμαι στην παιδική χαρά, και διαβάζω το βιβλίο μου. Κάπου-κάπου ρίχνω μια ματιά στην μικρή  που παίζει ήσυχα με τα χώματα. Δεν ξέρω τι σκέφτομαι,  μπερδεμένα πράγματα κυκλοφορούν στο μυαλό μου. Μια κοιτάζω τον ορίζοντα, εκεί στην άκρη της λίμνης, μια την σελίδα του βιβλίου με τον μελαγχολικό ήρωά του, και μια μέσα στο μυαλό μου, όπου επίσης σκούρα πράγματα κυκλοφορούν. Απόγευμα Σαββάτου, «λίγα τα παιδάκια που βγήκαν για παιχνίδι», λέω μέσα μου. «Καλύτερα έτσι ,είναι πιο ήσυχα», παρηγοριέμαι. Ξανά-σκύβω στις σελίδες του. Φυσάει ένα αεράκι, όσο χρειάζεται απαλό, για να μην ενοχλεί την στιγμή. Από το βουνό έρχεται, και κάνει την λίμνη να έχει ένα κυματισμό, τόσο απαλό, που μοιάζει με ύφασμα μεταξωτό, ριγμένο στο πάτωμα. Προσπαθώ να θυμηθώ την λέξη,... «φρικίασμα», ναι, σαν ρίγος από πυρετό, αυτή είναι η λέξη που ταιριάζει. Ένα κορίτσι, ανόρεχτα κουνιέται στην μεγάλη κούνια. Πιο πολύ σκέφτεται, παρά το διασκεδάζει. Ο επαναλαμβανόμενος μεταλλικός ήχος της αλυσίδας,  μπερδεύεται με το αεράκι που φυσάει στο φύλλωμα των δέντρων,  και τον ήχο του νερού. Τι να σκέφτεται ένα  έφηβο κορίτσι στην μετά-μεσοπρόθεσμο- εποχή, αναρωτιέμαι. Η δική μου συντροφιά, ευτυχώς, μόνο χαμογελάει. Έχει γίνει σχεδόν ένα με τα χώματα, «θα μας σκοτώσει η μάνα σου», σςςςςς… μου κάνει νόημα συνωμοτικά, με το δάχτυλο στο στόμα, «δεν θα της το πούμε»,… χαμογελάω και εγώ, ξέρει και ξέρω, ένα παιχνίδι ευτυχίας παίζουμε, ευτυχώς αληθινό, δεν υπάρχουν μυστικά, αγάπη μόνο και αυτή ίσως  μας σώσει…

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Τα όνειρα μας κρατάνε ξύπνιους;



Κοίταξε χαμογελαστά στα μάτια τον εγγονό της. «Να τα εκατοστήσεις αγόρι μου», του ευχήθηκε και προσπάθησε να κρύψει την σκιά που σκοτείνιασε  τα μάτια της. Για πρώτη φορά στην ζωή της ανησυχούσε για το μέλλον, και ας προσπαθούσε να μην το δείχνει. Έχει ζήσει στο πετσί της την ιστορία του τόπου. Πόλεμος, φτώχεια, πείνα, θάνατος. Όλα τα θυμάται, όχι σαν όνειρο, μα σαν μια πραγματικότητα που  στα ογδόντα χρόνια αναμνήσεων, σχεδόν κάθε μέρα εύχεται να μην τα ξαναζήσει άνθρωπος. Η νέα πραγματικότητα την ξεπερνάει. Δεν μπορεί να την καταλάβει μα ούτε και να την αναλύσει. Σωπαίνει και ακούει. Κυρίως σωπαίνει. Αυτή που τόσα χρόνια συμβουλεύει, τώρα δεν ξέρει τι να πει. Αν μίλαγε θα έλεγε  για το πώς εκείνοι, δύσκολα, πολύ δύσκολα και σκαλί σκαλί, ξεπεράσανε την φτώχεια και όπως λέει και το παραμύθι «ζήσανε αυτοί καλά, και…»  και εδώ, σταματάει… Θέλει να μιλήσει για την ελπίδα, θέλει να μιλήσει και για το όνειρο, τα ξέρει καλά εκείνη, με αυτά αναστήθηκε η γενιά της . Μα λέξη δεν βγαίνει από τα σφιχτά χείλη της σαν κάτι να την κρατάει βουβή και εντελώς, μα εντελώς αιχμάλωτη…

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ένα λουλούδι μες στη βροχή.

Η ώρα κόντευε τέσσερις όταν έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, έδεσε την ζώνη ασφαλείας, έβαλε μπρος την μηχανή και ξεκίνησε. Ο ήλιος σε μεγάλα κέφια, χάριζε μια ιερή λαμπρότητα στην μέρα και από ένα πλατύ χαμόγελο σε κάθε πρόσωπο που συνάντησε. Χαμογελούσε και εκείνη στην σκέψη πως σε λίγη ώρα θα έπινε το καφεδάκι της στον κήπο του πατρικού της δίπλα στο ποτάμι, με τα ανθισμένα λουλούδια και τον ήχο του νερού να σιγομουρμουρίζει. Η φύση, πάντα της ξεκούραζε το μυαλό και ψυχή, σαν να τα άδειαζε λες από κάθε  άχρηστο σκουπίδι που συσσωρευόταν εκεί  καθώς οι  μέρες που προηγούνταν του Σαββατοκύριακου φρόντιζαν με ενορχηστρωμένο σχεδόν τρόπο, να της δυσκολεύουν την καθημερινότητα. Στο σιντι-πλέϊερ, η φωνή του Μάλαμα ακούστηκε να τραγουδά τον στίχο, «τον εαυτό σου δεν θα βρεις-μέσα στον κόσμο αν δεν χαθείς». Αναλογίστηκε το δικό της μερίδιο στο «χάσιμο μες στον κόσμο» πήγε να σκοτεινιάσει, μα στα γρήγορα παράτησε αυτή την σκέψη και την πέταξε στα «σκουπίδια». Βοήθησαν σε αυτό και οι κατακόκκινες παπαρούνες που βάζανε φωτιά σε ένα απέραντο καταπράσινο φόντο. «Τόσο όμορφα, ώ πόσο όμορφα είναι…» αναλογίστηκε ενώ ένοιωθε σχεδόν ευδαιμονία. Έπιασε τον εαυτό της να ανυπομονεί να φτάσει και τότε, εντελώς ξαφνικά, ο ουρανός ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Σκούρα σύννεφα φάνηκαν στον ορίζοντα. Πάτησε γκάζι. «Ας μην βρέξει τουλάχιστον», ευχήθηκε μέσα της καθώς πάρκαρε το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο ξύλινο παγκάκι. Κατέβηκε, και με όλες της τις αισθήσεις σε εγρήγορση, ανέπνευσε βαθιά. Μύρισε δέντρα, νερό, χώμα και άρωμα λουλουδιών. Αναγνώρισε αυτό της πασχαλιάς καθώς άνοιγε την ξύλινη αυλόπορτα. Οι πρώτες  χοντρές σταγόνες της βροχής της χτυπήσανε βίαια και απότομα το πρόσωπο και σχεδόν την τρομάξανε. Με την άκρη του ματιού της πρόλαβε να δει το ορθάνοιχτο ροζ τριαντάφυλλο στην άκρη της αυλής όταν με βιαστικά βήματα, περίπου τρέχοντας, διέσχισε την πλακόστρωτη αυλή. «Θα το φωτογραφίσω οπωσδήποτε, βρεγμένο ή όχι»…χαμογέλασε…

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Μερικά σώματα είναι σαν τα λουλούδια.



Μερικά σώματα είναι σαν λουλούδια
άλλα, σαν μαχαίρια
άλλα, σαν λωρίδες νερού
όλα όμως, αργά ή γρήγορα
θα γίνουν πληγές από βαθιά εγκαύματα
που σε άλλο σώμα θα απλώνονται
μεταμορφώνοντας με την φωτιά
μια πέτρα, σε άνθρωπο.

Ο άνθρωπος όμως  ταραγμένος ξεκινά
προς όλες τις κατευθύνσεις.
ονειρεύεται ελευθερίες, μάχεται τον άνεμο
μέχρι που μια μέρα η πληγή επουλώνεται
και γίνεται πάλι πέτρα
στο δρόμο κανενός.

Εγώ, που δεν είμαι πέτρα, αλλά δρόμος
όπου περνούν πόδια γυμνά
για όλους εκείνους πεθαίνω από αγάπη
τους δίνω το σώμα μου για να πηγαίνουν
κι ας τους βγάλει σε σύννεφα ή φιλοδοξίες
χωρίς κανείς τους να καταλαβαίνει
ότι ούτε οι φιλοδοξίες ούτε τα σύννεφα
αξίζουν μια παραδομένη αγάπη.

(Λουΐς Θερνούδα, μετάφραση Λένα Καλλέργη)



Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011



Κούραση.. μια κούραση βαθειά και ανεπαίσθητη συνάμα. Τα σημάδια  ανεπαίσθητα και αυτά. Πιο κουρασμένο το χαμόγελο, μια ρυτίδα παραπάνω. Σε μια μέρα ήρθε η Άνοιξη. Γλύκανε ο ήλιος, το μυρωμένο αεράκι σου παίρνει το μυαλό. Περπατάω και ξελογιάζομαι από τα ανθισμένα δέντράκια της ρεικιάς. «Πότε γίνανε όλα αυτά και δεν τα πήρα είδηση» αναρωτιέμαι. Μάρτη δείχνει το ημερολόγιο, «να φύγει, να φύγει αυτός ο Μάρτης ,ένα βήμα και να η άνοιξη, ένα ακόμη βήμα και πάει ό χειμώνας, Τόσο σκληρός, τόσο άκαρδος  τόσο γεμάτος γνώση, μια γνώση του χαμού, μια γνώση του γκρεμού…Απώλεια…λέξη με χρώμα γκρι ,γεύση πικρή και αίσθηση σαν χίλια ξυράφια να σου σκίζουν το στέρνο. Μικρές ανάσες οι αγκαλιές, οι φίλοι, τα χαμόγελα. Τώρα ξέρω, σιγά-σιγά μαθαίνω. Γερνάω δεν σημαίνει αλλάζω. Γερνάω σημαίνει αλλάζουν όλα γύρω μου και εγώ δεν τα αναγνωρίζω, ούτε και εκείνα εμένα .Με αφήνουν πίσω τους, δεν είναι για μένα, ΑΥΤΑ πια δεν είναι πια για μένα…



Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Παράθυρο με θέα...




Σκέψου λέει, να τα πίναμε παρέα…...


......................................


........................................


(Ουφ!...Ακόμα με  ταράζει… Ο ιερός φόβος του έρωτα…)

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Ο κ.Φόβος



Ο φόβος για μένα είχε πάντα χρώμα πορτοκαλί. Πορτοκαλί και γεμάτο καπνό. Κάθε που με έπιανε αγωνία όλα γύρω μου φωτίζονταν από ένα φως θολό από καπνό και χρώμα πορτοκαλί. Μικρή, φοβόμουνα την μάνα μου. Τόσο πολύ την φοβόμουνα που πάντα για κείνη μίλαγα. «Θα με σκοτώσει η μάνα μου αν αργήσω», «μη με πετάξετε μέσα στο νερό, πού θα πάω από την μάνα μου», «δεν θάρθω στο πάρτι, δεν με αφήνει η μάνα μου».Μια φορά ένας συμμαθητής μου, στο Λύκειο ήμουνα νομίζω με ρώτησε «πατέρα δεν έχεις;» και τόσο με ξάφνιασε που γύρισα τον κοίταξα με κάτι μάτια να από την έκπληξη «γιατί το λες αυτό;» τον ρώτησα με απορία.Τώρα ξέρω. Μα νάναι καλά εκείνο το αγόρι,(νομίζω πως ήτανε λιγάκι τσιμπημένο μαζί μου τότε), με έβαλε σε κάποιες σκέψεις οι οποίες πολλά χρόνια αργότερα με οδήγησαν σε συμπεράσματα χρήσιμα για την προσωπικότητά μου.
Ο φόβος λοιπόν τότε είχε το πρόσωπο της μάνας μου. Δεν εξετάζω το πώς και το γιατί. Σημασία είχε πως ήταν κάτι που δεν χωρούσε αμφιβολία. Κάτι που το μισούσα και το φοβόμουνα ταυτόχρονα. Είχε φυσικά το θολό, πορτοκαλί χρώμα που μου έκρυβε κάθε ορίζοντα. Έβλεπα μόνο μέχρι εκεί που μου επέτρεπε να δω. Όσο και να προσπαθούσα (όχι πως το έκανα ιδιαίτερα) τίποτα δεν κατάφερνα. Βλέπεις, μία από τις ιδιότητες του φόβου είναι η παράλυση που σου προκαλεί. Παραλύει κάθε σκέψη, δράση, αντίδραση. Κάθε φορά που τελείωνε ένας καυγάς με την μάνα μου, τελείωνε με τον ίδιο τρόπο. Με κλάματα, λυγμούς και μια αίσθηση ήττας και βαθιάς απελπισίας που όμως καθόλου δεν βοηθούσανε μιας και ξαναβρισκόμουνα πάλι στο σημείο μηδέν. Εξουθενωμένη και απόλυτα ηττημένη….

Η Μαρία ήταν (και είναι ακόμη) στενή μου φίλη. Συνδέεται η ιστορία της με την προηγούμενη γιατί και εκείνη, φόβο ένοιωθε. Της τον προκαλούσε ο άντρας της. Εξασκούσε επάνω της (ζηλεύοντάς την) ψυχολογική βία με έναν τρόπο που μπορεί να έκανε τους άλλους να θυμώνουν, όμως εκείνη τον ανεχότανε σαν μέρος του συνόλου που λεγότανε γάμος –οικογένεια –κοινωνία -υποχρέωση. Ένα απόγευμα της ζητήσαμε να μας κάνει παρέα σε μια μικρή εκδρομή που θα κάναμε στο διπλανό χωριό. Ο άντρας της έλειπε από την πόλη για επαγγελματικό ταξίδι μιας εβδομάδας. Για εκείνη κάτι τέτοιο, το να πάει εκδρομή με τις φίλες της, ήταν κάτι το αδιανόητο και απόλυτα συναρπαστικό. Η ψυχή της λαχταρούσε και ήθελε να το κάνει, το μυαλό της έτρεμε από φόβο για την αντίδραση του απόντα συζύγου. Μάταια την διαβεβαιώναμε πως μπορεί και ποτέ να μην το μάθαινε εκείνος. Ο λαός λέει: « ο φόβος φυλάει τα έρημα», και εννοεί αυτό ακριβώς. Μόνο που αναφέρεται στα πρόβατα και όχι στους ανθρώπους. Μην τολμώντας λοιπόν η Μαρία να το κάνει εν αγνοία του, αποφάσισε να ζητήσει τηλεφωνικά την άδειά του εισπράττοντας ένα: «κάνε όπως νομίζεις»…Αυτή η φράση είχε μέσα της την απειλή που η ίδια γνώριζε καλά ,είχε όμως και μια ανοιχτή χαραμάδα από όπου πέρασε τελικά η απόφαση της να μας ακολουθήσει. Μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα μπήκαμε στο αυτοκινητάκι οι τρεις φίλες βάλαμε την μουσικούλα που μας άρεσε και ξεκινήσαμε. Για δέκα περίπου λεπτά όλα πηγαίνανε καλά. Απολαμβάναμε το τοπίο συζητώντας χαλαρά και λέγοντας αστεία. Η σιωπή της Μαρίας μας παραξένεψε λιγάκι μα δεν της δώσαμε προσοχή αμέσως. Όταν ακούσαμε την φωνή της να λέει: «σας παρακαλώ, σταματήστε να κατέβω λιγάκι», είδαμε το πρόσωπό της να έχει χλομιάσει, χοντρές σταγόνες ιδρώτα να τρέχουν στο μέτωπό της και τα μάτια της να έχουν το βλέμμα της αγωνίας. «Λυπάμαι, είναι πάνω από τις δυνάμεις μου, δεν μπορώ να το κάνω κορίτσια»,απολογήθηκε. Γυρίσαμε πίσω και δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι αυτό…

Είναι πολύ εύκολο να υποκύψεις στην κυριαρχία του φόβου. Και πολύ δύσκολο να αποφασίσεις να τον αντιμετωπίσεις. Όταν το κάνεις όμως, μπορεί να χρειαστεί να χάσεις πολλές από τις συνήθειες σου, ακόμα πιο πολλά από τα βολέματά σου, μπορεί ακόμη και να χρειαστεί να αλλάξεις και ζωή….Πιστέψτε με όμως, αξίζει τον αναθεματισμένο τον κόπο. Δεν θα ηθικολογήσω καθόλου Μόνο ετούτο θα πω Δεν άξιζε τελικά αυτή η αγωνία. Ένα ανθρωπάκι είναι ο φόβος, ο κάθε φόβος, ένα ανθρωπάκι που πανεύκολα μπορεί να το νικήσει ο καθένας μας, ο καθένας σας…Και αυτό είναι κάτι που το ξέρω καλά και εγώ, και η Μαρία…

Το ποστ αυτό έχει γραφτεί στα πλαίσια της "Ημέρας ενάντια στο φόβο"
Δείτε περισσότερα εδώ

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Σκαλίζοντας αποδείξεις!


Γνωστή ιστορία. Πρέπει λέει να συγκεντρώσουμε,όλοι οι Έλληνες φορολογούμενοι, τις αποδείξεις  για την φετινή φορολογική μας δήλωση.Ως εδώ καλά.Αφού ζορίστηκα και μόνο με την σκέψη,αφού γκρίνιαξα σε όλους τους τόνους,ήρθε η ώρα  να κάνω και εγώ το καθήκον μου.Να συγκεντρώσω σε μια λίστα λέει όλα τα έξοδα του χρόνου που πέρασε.Συμμαζεύω στο πίσω μέρος της ύπαρξής μου το κομμάτι που δυσφορεί,ψάχνω στο google ένα πρόγραμμα που θα μπορέσει να με εξυπηρετήσει, (δωρεάν φυσικά),και ξεκινάω…
Ωρες μετά,με ξαφνιάζει ευχάριστα το γεγονός πως καθώς καταγράφω ρουτινιάρικα κάθε απόδειξη,δεν βαριέμαι όπως το φανταζόμουνα αρχικά.Τα μικρά χαρτάκια που ξεδιπλώνω και προσπαθώ να διαβάσω όλα τους τα στοιχεία,όνομα,αφμ,αριθμό απόδειξης κ.λ.π. σιγά-σιγά αρχίζουν να μου “μιλάνε”! “Θυμάσαι που αγόρασες εκείνο το φόρεμα που φόρεσες στον γάμο της Νατάσσας;”μου λένε..Τσουπ.. ξεπετιέται η ανάμνηση του γάμου και των όσων διασκεδαστικών συνέβησαν εκεί. “Καλά, τα μισά σου έξοδα στο super market τα κατέθεσες,τι στο καλό ψώνιζες από τον πράσινο Μασούτη που να δικαιολογεί τέτοιο νούμερο” αναρωτιέται  το  μέρος του εαυτού μου που έχει αναλάβει τον ρόλο του γκρινιάρη…
Ξεχνιέμαι και χάνομαι σε αυτήν την άλλη διάσταση.Δεν είμαι πια στο γραφείο μου,δεν καταγράφω αποδείξεις.Αναμνήσεις ζωντανεύω.Την θάλασσα της Τορώνης με τα διαυγή πεντακάθαρα νερά, την “αγγίζω” σχεδόν με την πατούσα μου και με πνίγει η ομορφιά της.Ακούω τον Ανδρέα να λέει στην μαμά του “όταν ο ουρανός γίνεται ρόζ μαμά,τότε φεύγουν τα παιδιά από την θάλασσα” και θυμάμαι το χρώμα του σούρουπου  και τον κατακόκκινο ήλιο να βυθίζεται στα νερά απέναντι. “Ντι,να… το γκαγκάρι” ακούω την  μικρή να “βαφτίζει” με το όνομα που μπορεί να προφέρει το φεγγαράκι, και χαμογελώ.
Ύστερα πάλι με βλέπω να ψωνίζω το ζεστό φουσκωτό μπουφάν που με ανάγκασε ο Βαρδάρης να αγοράσω.Δεν είχα βλέπεις υπολογίσει το τσουχτερό κρύο που έκανε τον Φεβρουάριο στην Θεσσαλονίκη,όπου βρεθήκαμε στο Ιπποκράτειο για την επέμβαση αγαπημένου μου προσώπου.Τις δύσκολες ώρες που πέρασα,τις έχω πια ξεχάσει, και χωρίς το λευκό μικρό χαρτάκι δεν θα τις ξανάφερνε η μνήμη μου πίσω.
Συνέχισα έτσι,ανάμεσα σε έξοδα για βενζίνες,κρεοπωλεία,και μανάβικα,για γλυκά  λόγω εορτών και μη,για δώρα  που μου "χαμογελάσανε" μέσα από πρόσωπα λατρεμένα,και όταν επιτέλους ξεκόλλησα από όλο αυτό, ευχαρίστησα αυτό το κομμάτι του εαυτού μου που είναι τόσο “τζουμτριαλαλό”,ώστε να ευχαριστιέται με κάτι τόσο βαρετό,όπως είναι η καταγραφή αποδείξεων.Και ελπίζω να μπόρεσα να σας διασκεδάσω λιγάκι και γιατί όχι, να σας  πείσω να κάνετε και εσείς το ίδιο, μιας και δεν πρόκειται να το γλυτώσουμε το μέτρημα:))

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

3 μέρες "ραγκουτσάρια"...



[…και αν στα  «μπουλούκια» δεν νοιώσεις την μουσική να κυλάει στο αίμα σου και να γίνεται συνένοχη με το σώμα σου,αν δεν «ακούσεις»,βυζαντινές ψαλμωδίες,εβράϊκες φωνές να παζαρεύουνε και κόκκινα φέσια να ανηφορίζουν στο «τσαρσί»,τότε δεν έμαθες τίποτα ξένε…Αυτή η γιορτή θα μοιάζει με την φωτογραφία που ποτέ δεν «έβγαλες»…το παραμύθι που ποτέ δεν κατάφερες να σκαρώσεις…τον έρωτα που διάλεξες ποτέ σου να μην ζήσεις…Το κλαρίνο που κλαίει καθώς  τραγουδάει,τα θλιμμένα μάτια του τυμπανιστή,και η τρομπέτα που ξεσηκώνει με το πάθος της, δεν ήτανε για σένα…]