Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

«Ζήλεια μου…»


Όταν τους γνώρισα,είπα μέσα μου:Να ένα ευτυχισμένο ζευγάρι!Πολύ κεφάτοι, με μια καταπληκτική αίσθηση χιούμορ μεταξύ τους, γελούσανε και αλληλοπειραζότανε με τέτοια άνεση που με ξάφνιασε.Μαθημένη εγώ στην αυστηρότητα και την λιτή οικειότητα που επικρατούσε στο σπίτι μου, όπου τα αστεία ήτανε πολύ σπάνια, ξαφνιαζόμουνα ευχάριστα.Στον πρώτο τους καυγά που  ήμουνα παρούσα,γέλασα,γιατί το πέρασα για αστείο.Η Μαιρούλα, έτσι  λέγανε την πεθερά μου,αγνώριστη με παραμορφωμένο από πάθος το πρόσωπό της, ωρυότανε και κατηγορούσε τον  σύζυγό της Αποστόλη, πως την απατούσε με την γειτόνισσα της διπλανής πόρτας. Ο καλός μου…Χωρίς στοιχεία,έτσι απλά γατί την καλημέρισε!Το γεγονός,πρώτον της «απιστίας» και δεύτερον του απροκάλυπτου και χωρίς ενδοιασμούς καυγά μπροστά σε τρίτους,μου προξενούσε κατάπληξη…Οι δικοί μου γονείς δεν είχανε τέτοιου είδους διαφορές ποτέ απ’ όσο θυμάμαι. Το μόνο που τους απασχολούσε ήταν η βιοπάλη και η αυστηρότητα στην ανατροφή των παιδιών τους,οι καυγάδες τους άλλα θέματα αγγίζανε πολύ διαφορετικά από αυτά που εξιστορώ.Καταλαβαίνετε λοιπόν πως μου ήτανε αρκετά δύσκολο να επεξεργαστώ αυτό που έβλεπα μπροστά μου.Μόνο σαν αστείο μπορούσα να το δώ…Μα μόνο αστείο δεν ήτανε! Το γεγονός επαναλαμβανότανε σε τακτά διαστήματα και με μια συχνότητα που με κλόνιζε. Την μία η αντίζηλος ήτανε μια μακρυνή  (και όμορφη) χωρισμένη εξαδέρφη της, την οποία έβλεπε στο μπαλκόνι ο Αποστόλης,κάθε που πήγαινε να πιει το καφεδάκι του στο σπίτι της αδερφής του.Την άλλη η υπάλληλος του super market της γειτονιάς με την οποία ο καλόκαρδος αυτός άνθρωπος  αντάλλασε καθημερινά μια πρωινή (ή και απογευματινή)καλημέρα. « Μα είσαι με τα καλά σου βρε Μαιρούλα; (έτσι την αποκαλούσανε όλοι, της άρεσε πολύ…) Είναι δυνατόν αυτός ο άγιος άνθρωπος να σε  απατά; Σύνελθε χριστιανή μου ,τον έχεις φάει στους καυγάδες!» «Δεν ξέρετε εσείς» ήτανε η μόνιμη επωδός της, «έχω τραβήξει εγώ….τότε στην Θεσσαλονίκη…που να σας τα λέω!» Ποτέ δεν μας τα είπε φυσικά και τι να έλεγε άλλωστε, ο Αποστόλης ήτανε στ αλήθεια άγιος άνθρωπος που πρώτον την υπεραγαπούσε και δεύτερον δεν ήθελε ποτέ να της χαλάσει το χατήρι.Ίσως να κολακευότανε και λιγάκι και γιαυτό δεν της είχε «κόψει τον βήχα» ποτέ για όλους αυτούς τους ανόητους καυγάδες. Κρυφογελούσε μόνο και της έλεγε: «Είσαι μεγάλο χαζογύναικο» και αυτή ήτανε η πιο βαριά κουβέντα που της είχε ποτέ απευθύνει.Χαμογελούσε και με τα ανήψια του στην επαρχία που βρίσκανε αφορμή κάθε που την συναντούσουνε να την πειράξουνε και να την τσιγκλίσουνε λέγοντας της: «Για πες θειά Μαιρούλα….τι κάνει ο θείος Αποστόλης με την όμορφη γειτόνισσα;» Μπορείτε να φανταστείτε την συνέχεια!Ούτε ψύλλος στον κόρφο του Αποστόλη. «Τι ξέρουν τα παιδιά που δεν το ξέρω εγώ;Για να μιλάνε κάτι θα πήρανε χαμπάρι!» ξεφώνιζε…Και έτσι η ζωή προχωρούσε αργα-αργά με την παθολογική ζήλεια της Μαιρούλας, να αποτελεί μια βάρβαρη αλλά χαριτωμένη πινελιά στην κατά τα άλλα ήσυχη ζωή τους.Κάποια στιγμή ο πεθερός μου Αποστόλης, αρρώστησε βαριά και μετά από παραμονή ενός μήνα στον Ευαγγελισμό πέθανε σε μια ηλικία που μπορούσε αξιοπρεπώς να χαρακτηριστεί προχωρημένη.Η δύστυχη Μαιρούλα έχασε τον κόσμο από τα πόδια της.Τον έκλαψε με την ψυχή της καθώς έσφιγγε με λύσσα τα δόντια της κάθε που σκεφτότανε πως τώρα πια δεν θα μπορούσε να τον ελέγχει!Μήνες αργότερα βρήκε να στολίζει τον τάφο του μια γλάστρα με κόκκινα τριαντάφυλλα.Η ανηψιά της που την συνόδευε ήτανε εκείνη που αντιμετώπισε την καταιγίδα με το όνομα «ζήλεια της Μαιρούλας».Ψύχραιμη,την άφησε να τελειώσει και της έκοψε την λαλιά καθώς της ανακοίνωσε την λύση του προβλήματός της. «Θειά Μαιρούλα» της είπε, «έχεις απόλυτο δίκιο! Μα μόνο έναν τρόπο έχεις να σταματήσεις τον θείο Αποστόλη από τις μουρνταριές του…Να πας εκεί που είναι και να τον αναχαιτήσεις !Τι λες ;» Δεν είπε...Δεν απάντησε καν…Ούτε που ξέρουμε τι σκέφτηκε…Ξέχασε οτιδήποτε αφορούσε το θέμα ζήλεια και δεν ξαναμίλησε ποτέ γιαυτό…Αυτό που λένε «πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι;Καμμία σχέση!Εδώ υπήρξε αντίστροφη πορεία.Δέκα χρόνια αργότερα πήγε να συναντήσει τον Αποστόλη της και ούτε που ξέρουμε αν η φοβερή  ζήλεια της θεραπεύτηκε, ή απλά  ξεκουράστηκε για λίγο και «ξανά προς την δόξα τράβηξε»,εκεί που τον ξανασυνάντησε ανάμεσα στα  «ουρί» του παραδείσου που σίγουρα θα είχε δίπλα του ο Αποστόλης καλός άνθρωπος καθώς ήτανε…


(Κλίκ στον τίτλο,και η Χαρούλα θα σας τραγουδήσει το αντίστοιχο τραγούδι!)

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Ένα πρωτομαγιάτικο φιλί…


…Η Μυρτώ τον ακολούθησε πίσω από το μικρό άσπρο εκκλησάκι. Τα καταπράσινα δέντρα της εξοχής, έκρυβαν με την σκιά τους το ξάφνιασμα και το κοκκίνισμά της, που προερχόταν από  την αναστάτωση για την προσοχή που της έδειχνε όλη μέρα ο Νικήτας. Κοίταξε χαμηλά, ζητώντας βοήθεια από τις μαργαρίτες που χαμογελούσαν ολάνθιστες, καθώς αμήχανα και σιωπηλά περίμενε την συνέχεια. Σαν από ένστικτο ήξερε ενδόμυχα πως αυτό που θα συνέβαινε θα την πήγαινε  για πρώτη φορά  κάπου, που ποτέ πριν δεν είχε ξαναπάει, και πως ποτέ ξανά δεν θα την ξανάφερνε πίσω. Μαγεμένη και υπάκουη περίμενε…Ο Νικήτας τρέμοντας της έπιασε το χέρι και προσπάθησε να δει την συναίνεση στα χαμηλωμένα μάτια της.Η Μυρτώ προσπάθησε μάταια να χαμογελάσει. Τα δικά της χέρια δεν έτρεμαν, μοναχά ιδρωμένα ήτανε και πολύ βαριά. Σήκωσε τα μάτια της και χάθηκε στην καστανή άβυσσο των δικών του ματιών. Γέμισε η ψυχή της από κάτι που έμοιαζε με την ηρεμία που σου δίνει η εμπιστοσύνη.«Θέλω να κλέψω την καρδιά σου» άκουσε την φωνή του να λέει. Όταν τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Σκέφτηκε  πως της είχανε κλέψει (;) το πρώτο της φιλί! Χαμογέλασε ευτυχισμένα…Ήτανε δεκάξι  και ήτανε Πρωτομαγιά


Καλό μήνα σε όλους!